The Project Gutenberg eBook of Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Author: Gilbert Murray

Translator: Simos Menardos

Release date: March 23, 2013 [eBook #42397]
Most recently updated: October 28, 2021

Language: Greek

Credits: Sophia Canoni and George Canonis

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΙΣΤΟΡΊΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΊΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΉΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΊΑΣ ***

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic; otherwise the spelling of the book has not been changed. Words in italics are included in _. Footnotes have been converted to endnotes and their numbers are included in (). The translator has added many footnotes that were not in the original. The text of these is in most cases included in []. He has also chosen to find and replace the English text of ancient works with the original in ancient Greek. As many Greeks have a better knowledge of English to ancient Greek, I also include the English translation within {}. In some instances there is a difference between the length or even the content of the chosen texts or the text in ancient Greek is not quoted in the book. I have also taken into account the table with errors/omissions of the Greek book.// Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με πλαγίους χαρακτήρες έχουν σημειωθεί με _. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και οι αριθμοί τους περικλείονται σε (). Ο Μεταφραστής έχει προσθέσει πολλές υποσημειώσεις που δεν είναι μέρος του αρχικού βιβλίου. Το κείμενό τους τις περισσότερες φορές περικλείεται σε []. Επίσης, επέλεξε να βρει και να παραθέσει στην αρχαία γλώσσα όλα τα αρχαία κείμενα που παραθέτει στα αγγλικά ο Murray. Επειδή πολλοί έλληνες έχουν καλλίτερη γνώση των αγγλικών από τα αρχαία ελληνικά, παραθέτω προς διευκόλυνσή τους το αγγλικό κείμενο, εντός {}. Σπάνια, υπάρχουν διαφορές εντός των δυο επιλεγμένων κειμένων (μήκος ή ακόμα και κείμενο) ή το αρχαίο κείμενο δεν υπάρχει στα αγγλικά στο βιβλίο. Έχω λάβει επίσης υπόψη τον πίνακα παροραμάτων του ελληνικού βιβλίου.


Εξώφυλλο

GILBERT MURRAY

ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝ ΤΩ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩ ΤΗΣ ΟΞΦΟΡΔΗΣ
ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΟΥ ΤΗΣ ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΕΙΑΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΗΣ
ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝIΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΠΛΟΥΤΙΣΘΕΙΣΑ ΔΙΑ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ.
ΠΡΟΣΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΩΝ
ΥΠΟ

ΣΙΜΟΥ ΜΕΝΑΡΔΟΥ

ΤΑΚΤΙΚΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΤΥΠΟΙΣ Π. Δ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ
1922

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ
ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΤΗΣ ΜΟΥ ΜΗΤΡΟΣ
Α Υ Γ Ο Υ Σ Τ Α Σ  Γ.  Μ Ε Ν Α Ρ Δ Ο Υ]]
ΤΟ ΓΕΝΟΣ Ν. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗ
ΕΚ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Ιστορίας των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων έχομεν ελληνιστί αρκετάς. Πλην των πρωτοτύπων έργων των καθηγητών του Πανεπιστημίου Κ. Ασωπίου (1) Σπ. Σακελλαροπούλου (2) και Γ. Μιστριώτου (3), έχομεν και μεταφράσεις των σπουδαιοτάτων ξένων συγγραφών. Δηλαδή (πλην των παλαιοτέρων) την του Κ. Οδ. Μυλλέρου (4), την συνέχειαν αυτής υπό Ι. Γ. Δοναλσώνος (5), και την υπό Emil Heitz (6), το Εγχειρίδιον του Β. Κοππίου (7), και τέλος την Ιστορίαν της ελληνικής λογοτεχνίας του W. Christ (8). Ιδίως δε το τελευταίον τούτο έργον το πληρέστατον των σήμερον υπαρχόντων, δύναται να χρησιμεύση ως ασφαλής οδηγός εις τας μελέτας των φιλολόγων.

Προφανώς όμως στερούμεθα νεωτέρου συντόμου έργου, αποτεινομένου προς ευρύτερον κύκλον λογίων αναγνωστών μετά της αναγκαίας ακριβείας και σαφηνείας, την δ' έλλειψιν ταύτην εθεωρήσαμεν εξ αρχής ως σπουδαίαν κοινωνικήν ανάγκην, δεομένην ταχείας θεραπείας.

Τοιαύτα σύντομα έργα εδημοσίευσαν από των αρχών του τρέχοντος αιώνος γαλλιστί μεν ο Α. και Μ. Croiset (1900) αγγλιστί δε o Gilbert Murray (1902) γερμανιστί δε ο U. v. Wilamowitz-Mœllendorff (1912). Τούτων το μεν αξιόλογον Μanuel των αδελφών Croiset είναι περίληψις της πεντατόμου αυτών Histoire de la Litterature Grecque, το δε του Wilamowitz (δημοσιευθέν εν τη σειρά Die Kultur der Gegenwart του Paul Hinneberg) αποτείνεται μάλλον προς φιλολόγους εκφράζον τας γνώμας του ρηξικελεύθου καθηγητού, ενώ το προκείμενον έργον του Murray, καίπερ ουχ ήττον νεωτερίζον, δεν είναι τόσον δογματικόν, επειδή δ' εγράφη χάριν ευρυτέρου κοινού (εν τη σειρά Short Histories of the Literatures of the World) υπερέχει των λοιπών κατά την σαφήνειαν και την λογογραφικήν αξίαν.

Ο συγγραφεύς αυτού συνδυάζει τω όντι πολλά χαρίσματα και τίτλους. Είναι βασιλικός καθηγητής των Ελληνικών γραμμάτων εν Οξφόρδη και εταίρος της Βρεττανικής Ακαδημείας, είναι ο νεώτατος εκδότης του κειμένου του Ευριπίδου εν τη Bibliotheca Oxoniensis, αλλ' είναι και ο ποιητικώτατος του Ευριπίδου και του Αριστοφάνους μεταφράστης. Ο Murray θεωρείται καλλιτέχνης του αγγλικού στίχου και συγχρόνως είς των γλαφυρωτέρων της σήμερον πεζογράφων. Την ενάργειαν του ύφους του μαρτυρεί και το βιβλίον τούτο, ο δε τρόπος καθ' όν πραγματεύεται, καθώς παρετήρησεν ο H. Weil (9), τα αρχαία πράγματα «dans le style le plus moderne, dans le gout du jour» καθιστά το έργον αληθώς ευάρεστον ανάγνωσμα.

«Η γενική μου μέθοδος (λέγει εν τω προλόγω της α' εκδόσεως του βιβλίου) είναι κάπως προσωπική και ανεξάρτητος των λοιπών. Εζήτησα κατ' αρχάς μεν απροβουλεύτως, έπειτα δε συστηματικώς — να γνωρίσω, όσον είναι δυνατόν — ποίοι άνθρωποι ήσαν οι παντοδαποί Έλληνες συγγραφείς, τι ηγάπα καθείς και τι εμίσει, πώς απέζη και πώς εδαπάνα τον καιρόν του. Εννοείται ότι τοιαύτη ζήτησις είναι δυνατή μόνον κατά την αττικήν περίοδον και ίσως κατά την εξαιρετικήν περίπτωσιν του Πινδάρου. Αλλ' η απόπειρα και αν μη άγη εις σαφή πορίσματα, δεν είναι ματαία. Διότι απαλλάσσει τον μελετητήν από της σφαλεράς αντιλήψεως των Ελλήνων ως ομοιομόρφων, ως πινακοθήκης ομογενών πλασμάτων, εχόντων τας αυτάς ιδέας, πεποιθήσεις και βλέψεις. Αληθώς η ποικιλία των μορφών εκείνων τας κάμνει τόσον ζωηράς, η μεγάλη απόστασις των σκοπών των, η διαφορά των κατορθωμάτων των και η δραστηρία ενέργεια ενός εκάστου, ήτις κατέστησε τα κατορθώματα δυνατά. Ουχί διά της «κλασσικής γαλήνης», ουδέ διά της «λατρείας του ανθρωπίνου σώματος», αλλ' ουδέ διά μόνων των διανοητικών και καλαισθητικών χαρισμάτων ανυψώθησαν εκείνοι από της βαρβαρότητος εις τα ύψη του μοναδικού των πολιτισμού· αλλά δι' ατρύτων κόπων και αγώνων, διά τόλμης και υπομονής, δι' αφοσιώσεως εις αρχάς, εθεώρουν υψηλάς, και προ πάντων διά επιμόνου και βαθείας σκέψεως.

«Αληθώς η εξωτερική, η πολιτική των ιστορία, καθώς πάντων των άλλων λαών, γέμει πολεμικής σκληρότητας και διπλωματικής πανουργίας. Αλλ' η εσωτερική των ιστορία, η ιστορία των στοχασμών, των αισθημάτων και των χαρακτήρων, είναι αληθώς μεγάλη. Είχον εμπόδια ενώπιόν των, σχεδόν ανύπαρκτα εις τον δρόμον ημών. Δεν είχον πείραν αρκετήν, διότι πρώτοι έπραττον τα πάντα· είχον όλως γλίσχρα τα υλικά μέσα και αι συγκινήσεις, οι πόθοι, οι φόβοι και αι ορμαί των ήσαν ίσως σφοδρότεραι και αγριώτεραι των ημετέρων. Αλλ' όμως εδημιούργησαν τας Αθήνας του Περικλέους και του Πλάτωνος».

Η τοιαύτη προς πάσαν άποψιν του αρχαίου βίου προσοχή είναι χαρακτηριστική. Ο Gilbert Murray είναι αντιπρόσωπος της νέας εν Αγγλία σχολής των Ελληνιστών, ήτις ζητεί ν' αναπαραστήση όχι μόνον την λογοτεχνίαν και την καλλιτεχνίαν των παλαιών Ελλήνων, αλλά και να διαδώση τι εφρόνουν εκείνοι περί ζητημάτων, όσα και σήμερον απασχολούσι την κοινωνίαν, περί των προβλημάτων των νέων επιστημών, της κοινωνιολογίας, της ψυχολογίας, της παιδαγωγικής, της οικονομικής, και μάλιστα της πολιτικής επιστήμης, ώστε αι παλαιαί εκείναι θεωρίαι να γίνωσι συντελεσταί της σημερινής σκέψεως και προόδου. Διότι ευλογώτατα πιστεύουσιν ούτοι ότι οι παλαιοί Έλληνες αν και δεν εστερέωσαν μέγα κράτος, όπως οι Αιγύπτιοι, οι Πέρσαι, και οι Ρωμαίοι — και κατόπιν οι Έλληνες του Βυζαντίου, — κατενόησαν όμως κάλλιον παντός άλλου λαού την σχετικήν αξίαν της ανθρωπίνης ζωής, είδον βαθύτερον τα μεγάλα της προβλήματα και αν μη έλυσαν αυτά, επεζήτησαν την προσφορωτέραν λύσιν.

Αληθώς οι Άγγλοι φιλόλογοι καυχώνται ανέκαθεν ότι κατέστησαν την ελληνομάθειαν ενεργόν, ούτως ώστε, καθώς έλεγεν, αρχόμενος της εν Οξφόρδη διδασκαλίας του ο Murray, ο Όμηρος, ο Σοφοκλής και ο Πλάτων είναι δυνάμεις συνεχώς επιδρώσαι εις την αγγλικήν ψυχήν, σχεδόν όπως ο Σαικσπήρος, ο Βάκων και ο Μίλτων».

Τοιαύτης ισχυράς παρορμήσεως έχει, νομίζομεν, ανάγκην και το πολύ κοινόν της Ελλάδος, όπου διδάσκονται μεν επί πολλά έτη καθ' όλην την μέσην εκπαίδευσιν οι αρχαίοι συγγραφείς, αλλά δυστυχώς εφαρμόζεται περί αυτών ό,τι λέγει γενικώτερον ο Faguet· «la scolarité est d' abord le triomphe et puis le trombeau des auteurs» (10).

Ημείς πιστεύοντες ότι το κακόν της αδιαφορίας ταύτης σπουδαίον λόγον έχει και την έλλειψιν βιβλίων αρεστών και προσιτών εις αναγνώστας έχοντας άλλην κυρίαν ασχολίαν παρά τας αρχαίας σπουδάς, προέβημεν εις την μετάφρασιν του ωραίου τούτου έργου, ελπίζοντες ότι θ' αγαπηθή τούτο και εν Ελλάδι όσον εν Αγγλία.

Η μετάφρασις γενομένη κατόπιν αδείας του φιλέλληνος συγγραφέως συνετελέσθη από του 1912. Αλλά διά να χρησιμεύση και ως εγχειρίδιον των φοιτητών και εις την γυμνασιακήν διδασκαλίαν, επεχειρήσαμεν κατ' ανάγκην όχι ολίγας προσθήκας, των οποίων αρκετάς επέβαλλεν ο από της συντάξεως αυτού διαρρεύσας χρόνος.

Εν πρώτοις, επειδή ευτυχώς εξηκολούθησεν εν Αιγύπτω η ανακάλυψις ελληνικών παπύρων και δημοσίευσις πολλών και αξιολόγων αρχαίων έργων, προσεθέσαμεν ακριβείς σημειώσεις περί των νέων ευρημάτων και της σπουδαιότητος εκάστου. Διότι άτοπον είναι ν' αγνοή αυτά το πολύ ελληνικόν κοινόν (11) όπερ ώφειλε να δείξη θερμότατον περί των παπύρων διαφέρον. Αλλά δεν εμνημονεύσαμεν, εννοείται, τους πολυαρίθμους παπύρους, όσοι περιέχουσι γνωστά ήδη κείμενα σωζομένων ποιητών και συγγραφέων, διότι τούτο κείται έξω του όμματος του προκειμένου τόμου.

Εξεθέσαμεν έπειτα υπό το κείμενον τας εν τω μεταξύ εκφρασθείσας περί τινων ζητημάτων νέας θεωρίας, ως π. χ. περί του θεάτρου, περί της διδασκαλίας των δραμάτων, περί της συμμετοχής του χορού, περί του σατυρικού δράματος κτλ., παρεπέμψαμεν δε και εις τα νέα σχετικά έργα. Εκ των νέων τούτων γνωμών σπουδαιοτάτη βεβαίως είναι η περί του Ομηρικού ζητήματος, καταλήξασα σήμερον εις τελείαν απόρριψιν της Βολφιανής θεωρίας. Επειδή δε την θεωρίαν ταύτην υποστηρίζει και ο ημέτερος συγγραφεύς, υποσελίδιοι δε παρατηρήσεις δεν θα ήσαν αρκετά σαφείς, καταχωρίζομεν το σχετικόν σημείωμα, κατ' ανάγκην βραχύ, μετά το τέλος του προλόγου τούτου.

Αναγκαίον εθεωρήσαμεν προσέτι να προσαρτήσωμεν βιβλιογραφίαν όπου καταλέγονται αι νεώτεραι και δοκιμώτεραι των συγγραφέων εκδόσεις· διότι παρετηρήσαμεν ότι πολλάκις και αι δημόσιαι βιβλιοθήκαι, αίτινες έχουσιν αρκετάς ελληνικάς εκδόσεις, στερούνται των νέων βοηθημάτων, ευλόγως δ' ελπίζομεν ότι σήμερον και των παλαιών και των νέων επαρχιών αι πόλεις θα φιλοτιμηθώσι να καταρτίσωσι χρησίμους βιβλιοθήκας, τουλάχιστον των Ελλήνων συγγραφέων, αρχαίων, μεσαιωνικών και νέων (12). Ευνόητον δε είναι ότι η βιβλιογραφία αύτη είναι σύμμετρος προς την έκτασιν και τον σκοπόν του έργου τούτου, πολλάκις δε περιωρίσθη εις τα κυριώτατα προς οικονομίαν χώρου.

Άλλη διαφορά της προκειμένης μεταφράσεως είναι ότι ενώ ο συγγραφεύς μεταφράζει πάντοτε τα κείμενα έμμετρα και πεζά, πολλάκις ελευθέρως, ημείς παρεθέσαμεν τα πρωτότυπα μετά των σχετικών παραπομπών, θεωρούντες οικειότερον προς αυτά τον κύκλον των ημετέρων αναγνωστών (13). Προσφεύγοντες δε συχνότερον εις τα κείμενα, επηνωρθώσαμεν ενίοτε φανεράς τινας παραδρομάς. Ουχί δε άπαξ εδηλώσαμεν και την διαφοράν της ημετέρας γνώμης. Αλλ' ίνα μη το βιβλίον μεταβάλη χαρακτήρα, απεφύγομεν τούτο, όσον ήτο δυνατόν. Διά τον αυτόν δε λόγον δεν επεξετείναμεν το τελευταίον κεφάλαιον του βιβλίου, το συντομώτατα πραγματευόμενον ως παράρτημα τα μετά τον Δημοσθένην.

«Όπως χρησιμοποιήσω κάλλιστα τον καθωρισμένον εις εμέ χώρον (λέγει ο συγγραφεύς), επιτύχω δε ποιάν τινα ενότητα του συνόλου, περιώρισα πολλαχώς τον σκοπόν του βιβλίου τούτου. Θεωρών τας Αθήνας ως το μόνον μέρος της Ελλάδος, περί ού έχομεν αρκετάς πραγματικάς ειδήσεις, επεχείρησα τρόπον τινά να συγκεντρώσω την προσοχήν του αναγνώστου εις την αττικήν περίοδον, την από Αισχύλου μέχρι Πλάτωνος. Περιώρισα λοιπόν εις το ελάχιστον την εξιστόρησιν της φιλοσοφίας και μετά πολλής στενοχωρίας απεφάσισα να παραλείψω εντελώς τον Ιπποκράτη και τους άλλους επιστήμονας. Τέλος δε διέκοψα την αφήγησιν εις τον θάνατον του Δημοσθένους και προσήρτησα μόνον ταχύ και ίσως δογματικόν διάγραμμα της μεταγενεστέρας λογοτεχνίας μέχρι της πτώσεως της αρχαίας θρησκείας, παραλείπων και βιβλία τόσον σπουδαία ως τους Χαρακτήρας του Θεοφράστου και την Περί ύψους πραγματείαν».

Ο μεταφράστης διδάσκων από του 1908 εν τω Πανεπιστημίω της Οξφόρδης την ιστορίαν της ελληνικής γλώσσης και των γραμμάτων, την από του σχηματισμού της αρχαίας κοινής διαλέκτου μέχρι της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν, από δε του 1911 παραδίδων το αυτό μάθημα εν τω Καποδιστριακώ Πανεπιστημίω έτι εκτενέστερον, ήτοι αρχόμενος από των αρχαιοτάτων χρόνων, παρασκευάζει πεντάτομον Ιστορίαν της ελληνικής γραμματείας (14), αρχομένην από του Ομήρου και λήγουσαν εις τον Ροΐδην και τον Παλαμάν. Τοιαύτη μόνον ιστορία παριστάνει την ημετέραν γραμματείαν οποία πραγματικώς είναι, όχι δηλαδή ως πάλαι ποτέ νεκρωθείσαν, αλλ' ως αδιακόπως εξακολουθούσαν από τριών χιλιάδων ετών τον μοναδικόν της δρόμον.

Αλλ' έργον τόσον διεξοδικόν, όσον και αν είναι μετά εκατονταετή ελεύθερον βίον απαραίτητον εις το έθνος, είναι δυστυχώς απίθανον ότι θα εκδοθή ελληνιστί — τουλάχιστον εντός των προσεχών ετών, — ένεκα δυσκολιών πολλών, των οποίων μία βεβαίως είναι και ο πενταπλασιασμός, της τυπογραφικής δαπάνης.

Και του προκειμένου εγχειριδίου η έκδοσις αρξαμένη από του 1915, προσέκοψεν ένεκα του πολέμου εις την έλλειψιν ομοιομόρφου χάρτου. Όθεν υπήρξεν αναγκαίον να διαιρεθή εις δύο τεύχη, ών το πρώτον (μέχρι της σελ. 208) εδημοσιεύθη τω 1916, το δε δεύτερον και τελευταίον παραδίδεται σήμερον εις την φιλομουσίαν του ελληνικού κοινού.

&Σ. Μ.&
Εν Αθήναις 25 Μαρτίου 1922.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΜΗΡΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Η καθ' όλον τον παρελθόντα ΙΘ' αιώνα κρατήσασα θεωρία του Φριδ. Wolf (1795) από των αρχών του τρέχοντος ήρχισε να καταρρέη, σχεδόν αφ' εαυτής.

Η άρνησις δηλαδή της ενότητος των Ομηρικών επών, στηριζομένη κυρίως εις την υπόθεσιν ότι κατά τον ένατον π. Χ. αιώνα δεν υπήρχε γραφή, παρεθάρρυνε τους Γερμανούς ιδίως φιλολόγους ν' ανευρίσκωσιν εκ πόσων και ποίων παλαιών μικροτέρων τεμαχίων και νεωτέρων προσθηκών είχον συρραφή κατά τον έκτον π. Χ. αιώνα υπό διαφόρων στιχουργών η Ιλιάς και η Οδύσσεια. Επειδή δε μέτρον του τεμαχισμού τούτου ήτο φυσικά το ίδιον εκάστου κριτήριον, το ζήτημα κατά την φράσιν του Blass, κατηντήσε «τέλμα». Ούτω δύο των επιφανεστέρων φιλολόγων — ίνα παραλείψωμεν τους αφανεστέρους — ο επιγραφικός A. Kirchoff ετεμάχιζε την Οδύσσειαν (15) ο δε W. Christ την Ιλιάδα (1884). Συγχρόνως δε ο von Wilamowitz- Mœllendorff (16) ανεύρισκεν εντός των δύο επών ίχνη πολλών διασκευαστών, παραχαρακτών, συμπιλητών και άλλων απροσκλήτων συνεργατών, ο δε Carl Robert (17) διεμέλιζε κατ' άλλον ευφυά τρόπον την Ιλιάδα τω 1901. Τοιουτοτρόπως ολίγιστοι απέμενον υπερασπισταί της ενότητος των επών, εξ αυτών δε διεκρίνοντο ο Andrew Lang εν Αγγλία (18) και ο Carl Rothe εν Γερμανία. Αλλά μετ' ολίγον τα πράγματα μετεβλήθησαν ουσιωδώς, καθώς αρκούσι να μαρτυρήσωσι τα επόμενα βιβλία, καίπερ πολλαχώς διαφωνούντα (19).

Τω 1904 ο Fr. Blass εξέδωκεν το έργον (20) όπου ανεύρισκε και αυτός νοθείας της Οδυσσείας. Αλλά παραβάλλων τας δήθεν ανακολουθίας αυτής προς τον Φάουστ του Gœthe, εφώνει δικαίως προς τους πατριώτας του (σ 10) «ψέγετε και κατακόπτετε την Οδύσσειαν· και τυφλοί και μωροί, δεν βλέπετε ότι όλοι σας οι ψόγοι επαναπίπτουσιν εκατοντάκις περισσότεροι κατά του μεγίστου έργου του μεγίστου των ποιητών σας».

Δύο έτη βραδύτερον ο Άγγλος εκδότης των Ομηρικών επών και ύμνων, I. W. Allen, επαινών τον νεωτερισμόν του Blass αντέτασσεν αυτόν προς την στενότητα των ιδεών των προτού και των συγχρόνων (21).

Τω 1909 εν Γαλλία ο λαογράφος Α. van Gennep μελετών αρχαιολογικώς και λαογραφικώς το ζήτημα (22), συνεπέραινεν (σ. 60) ότι «εάν συνδέσωμεν τα ποιητικά φιλολογικά και αρχαιολογικά τεκμήρια, υποχρεούμεθα να αναγάγωμεν τα Ομηρικά έπη εις τον όγδοον ή ένατον π. Χ. αιώνα και να τοποθετήσωμεν αυτά εις τας νήσους . . . . Ταύτα κατά μέγα μέρος εποιήθησαν υπό μεγαλοφυούς ποιητού, όστις εχρησιμοποίησε μεν αρχαιοτέρας λαϊκάς παραδόσεις, αλλ' εξ αυτών συνέθεσεν έν αρμονικόν όλον».

Μετ' ολίγον ο Carl Rothe εξέδωκε το περί Ιλιάδος έργον (23) συμπεραίνων ότι «αι περί του χαρακτήρος του ποιήματος έρευναι καθιστώσι φανερώτερον ότι η ενότης αυτού δεν δύναται να είναι ή έργον συνειδητής δημιουργίας».

Τω 1911 ο γνωστός Ολλανδός φιλόλογος, ο κατόπιν εκδότης της Ιλιάδος (1912) και της Οδυσσείας (1917) J. van Leeuwen εξέδιδε βιβλίον περί της συνθέσεως των επών (24)· αντικρούων δε τους Βολφιανούς έγραφεν εν τη «Μνημοσύνη» (25) ότι «και άλλα έθνη είχον ποιητάς, υμνήσαντας τους ήρωάς των αλλά μόνον η Ελλάς είχεν Όμηρον, οι δε κερματίζοντες αυτόν . . . καταστρέφουσιν αυτήν την ποίησιν του αθανάτου έπους». Εν δε τοις Προλεγομένοις (Ilias σ. XXII) επιφωνεί «Una hæc via salutis. Ουχί εκ βιβλίων άλλων, αλλ' εξ αυτού του Ομήρου πρέπει να ζητηθή και δύναται να ευρεθή η γνώσις του Ομήρου».

Πολύ λεπτομερέστερον αναλύων προσφάτως (1914) εν Γερμανία την Ιλιάδα ο Erich Bethe, κατέληξεν εις το πόρισμα, ότι «η ημετέρα Ιλιάς στηρίζεται μεν επί παλαιού περιφήμου έπους 1500 περίπου στίχων . . αλλ' ιδρύθη επί στερεού, ζωηρότατα συγκινούντος και εις πέρας αγομένου σχεδίου. Βεβαίως στίχοι τινές παρενεβλήθησαν, αλλ' ουχί σκηναί» (26).

Κατά το αυτό έτος ο Georg Finsler εξέδιδε το δεύτερον τον Homer αυτού και εν μεν τω α' τόμω εξήταζε «τον ποιητήν και τον κόσμον του» [εν δε τω β' (1918) την σύστασιν των επών] (27). Εν άλλω βιβλίω (28) τω 1912 αναπτύσσων τας περί του Ομήρου γνώμας των νεωτέρων, τας από Dante μέχρι Gœthe, επέλεγε· «προ πάντων ας αναγνωρίσωμεν το πρόσωπον του ποιητού» και ηύχετο επάνοδον «εις τους αλησμονήτους καιρούς του Herder».

Τοιουτοτρόπως ο A. Shewan συνώψιζε την από του τέλους του ιθ' αιώνος μέχρι του 1912 ιστορίαν του Ομηρικού ζητήματος διά της λέξεως Reaction (αντίδρασις) (29). Ο δε Γάλλος L. Laurand (30) τω 1913 επέγραφε το τελευταίον του βιβλιαρίου του κεφάλαιον «Écroulement des theories de Wolf» περαίνων το προηγούμενον εις την φράσιν «Sic transit gloria Wolfii!»! (σ. 60).

Αλλά σημειωτέον ότι ο Wolf εις την θεωρίαν του (31) παρήχθη εκ λόγων όχι τόσον εσωτερικών, δηλαδή των λεγομένων αντιφάσεων των επών, όσον εξωτερικών, της ελλείψεως γραφής, και εστήριξεν αυτήν εις επιμελέστατα συλλεχθείσας μαρτυρίας περί της συγκεχυμένης παραδόσεως αυτών (βλ. σελ. 77 σημ. 38, σελ. 143 σημ. 5, σελ. 147 σημ. 9).

Των μαρτυριών όμως τούτων ουδεμία είναι αρχαιοτέρα του Κικέρωνος, άλλου δε γνωστού συγγραφέως μόνον η του Ιουδαίου Ιωσήπου, αι δε πλείσται προέρχονται εξ ανωνύμων σχολίων (άπερ είχε προσφάτως εκδώσει ο Villoison) και του Σουίδα. Αλλά ποία κατά τους χρόνους της ρωμαϊκής δουλείας κατέλαβε τους πενομένους λογίους της Ελλάδος ολιγωρία και ακρισία, βλέπομεν συχνά μεν παρά τω Παυσανία, συχνότατα δ' εν τω Λεξικώ του Σουίδα, όπου συνεφορήθησαν πλείστα χωρία τοιούτων γραμματικών (32). Οι δε προσάγοντες ως αρχαίον μάρτυρα και τον Ιωάννην Τζέτζην, τον ταλαίπωρον στιχουργόν των Κομνηνείων χρόνων, αγνοούσι βεβαίως ότι ο δεινός εκείνος Ομηριστής ηρμήνευε τα κατά την κρίσιν του Πάριδος ως εξής· «ρήτωρ γεγονώς ο Αλέξανδρος, πολλά συγγεγράφηκεν, οίμαι δε και αρχαιολογίας λόγους εξέθετο, οι δε ποιηταί εμυθεύσαντο ως θεαίς τε κριτής εγεγόνει και Αφροδίτη το μήλον επέδωκεν», έγραφε δε καυχώμενος ο Τζέτζης

εμοί βιβλιοθήκη γαρ η κεφαλή τυγχάνει.

Αλλά και των μεταγενεστέρων τούτων μαρτυριών ουδεμία λέγει ότι επί Πεισιστράτου συνετέθησαν τα Ομηρικά έπη, αλλά μόνον ότι συνηθροίσθησαν και κατετάχθησαν, η δε υπόθεσις της συνθέσεως ανήκεν εις τον Wolf, όστις ενόμιζεν αυτήν ως ιστορικήν· historia loquitur (σ.142).

Αλλά σύνθεσις Ιλιάδος και Oδυσσείας εκ μικροτέρων ασμάτων επί Πεισιστράτου ή Ιππάρχου εν Αθήναις είναι πράγματι απιθανωτάτη, υποστηρίζεται δε μόνον υπό ολιγίστων, εν οίς ο Μurray εν Αγγλία (33) και ο Cauer εν Γερμανία. Ως ορθώς παρατηρεί ο v. Leeuwen, και αν πιστευθή η μεταγενεστέρα παράδοσις, αύτη αναφέρεται μόνον εις την αθηναϊκήν έκδοσιν των επών, ουχί δε εις την σύνθεσιν αυτών. Και πρώτον ποίος επετέλεσεν αυτήν; Ως άνδρας δυναμένους να «βοηθήσωσι» τους τυράννους εις την σύνθεσιν ο Wolf μνημονεύει nominatim Ορφέα τον Κροτωνιάτην, τον ποιητήν των Αργοναυτικών, τον Ονομάκριτον τον Αθηναίον, Σιμωνίδην τον Κείον και τον Τήιον Ανακρέοντα». Αλλά περί μεν του Ονομακρίτου εφρόντισε να μας είπη ο Ηρόδοτος (Ζ, 6') ότι «επ' αυτοφώρω αλούς υπό Λάσου του Ερμιονέως εμποιέων εις τα Μουσαίου χρησμόν» εξωρίσθη υπό του Ιππάρχου, βδελυσσομένου τας παραποιήσεις αρχαίων ποιητών. Ο δε Σιμωνίδης αντί πόσου μισθού ειργάσθη και διατί απέκρυψε το κατόρθωμά του; Του δε Τηίου μελωδού η λύρα προφανώς δεν ήτο κατεσκευασμένη διά πράγματα τόσον τραγικά. Απομένει λοιπόν ο Ορφεύς ο Κροτωνιάτης· αλλ' αν ούτος συνειργάσθη, διατί φέρεται γράψας Αργοναυτικά και ουχί Ιλιάδα και Οδύσσειαν, αφού παρέλαβε μόνον άσματα διεσπαρμένα; Αλλά και αν όντως υπήρχε τότ' εν Αθήναις άλλος ποιητής, κρυπτόμενος υπό το ψευδώνυμον του Ομήρου, γεννώνται μέγισται απορίαι. Πώς κατώρθωσεν ο ποιητής εκείνος εκ των παλαιών «συγκεχυμένων ασμάτων» ν' αναπλάση όλην την προ 400 ή 500 ετών ιστορικήν περίοδον, αφού και πράγματα και έθιμα και γλώσσα είχον εν τω μεταξύ σπουδαιότατα μεταβληθή; Ούτω κατά τα 550 π. Χ. αι Μυκήναι είχον ήδη αφανισθή υπό του Άργους, και τούτου ισχυροτέρα είχεν αυξηθή η Σπάρτη, εν Ασία δ' είχον επικρατήσει καθώς ήδη παρετηρήθη, αι αποικίαι, προς δυσμάς δε όπου εμυθολόγει τας πλάνας του ο Οδυσσεύς, ήκμαζεν η Μεγάλη Ελλάς και η Σικελία, εις τους στρατούς είχεν εισαχθή το ιππικόν, εκ δε των πολιτειών είχον εκπέσει οι διοτρεφείς βασιλείς, και τα οχυρά των επί των ακροπόλεων μέγαρα είχον αντικαταστήσει ναοί των θεών. Εις την θρησκείαν επεφάνησαν νέοι θεοί, ο Διόνυσος, η Δημήτηρ και η Κόρη, ελατρεύθησαν ήρωες, ιδίως οι Διόσκουροι, οι κατά την Οδύσσειαν αποθανόντες αδελφοί της Ελένης. Οι Δελφοί προσέλαβον δύναμιν μεγίστην, αντί δε της Ομηρικής «δίκης» και «θέμιδος» και της «αιδούς» υπήρχον πλέον «ρήτραι» και «θεσμοί» και «νόμοι». Τα κοινωνικά έθιμα είχον μεταβληθή και μάλιστα όχι προς το βέλτιον, αν παρατηρήσωμεν πόσον υψηλήν είχε θέσιν η Ελένη εν τω γ και η Αρήτη εν τω η και πόσον υποδεεστέραν είχεν εν Αθήναις θέσιν η σύζυγος και επ' αυτού του Περικλέους. Γλωσσικώς δε μόνον η εκ της ιωνικής διαλέκτου εξάλειψις του δίγαμμα δεικνύει πόσον ήτο το από του 800-550 π. Χ. ιστορικόν χάσμα.

Αλλ' ας ομιλήσωμεν και άλλως. Ήτο δυνατόν να συντελεσθή τοιαύτη «σύνθεσις» επών επί Ιππάρχου και να μη ακούση τίποτε ο Ηρόδοτος, ο ακούσας και διατυμπανίσας την μικράν πλαστογραφίαν του Ονομακρίτου; Ηδύνατο να παραπλανηθή την επαύριον ο Θουκυδίδης, ο γινώσκων και τας ελαχίστας λεπτομέρειας περί των Πεισιστρατιδών; Ήτο εύκολον ν' απατηθή ο Αριστοτέλης, ο γινώσκων τόσον ακριβώς την ιστορίαν του έκτου αιώνος των Αθηνών, και να θαυμάζη ως κατόρθωμα του παλαιού «θεσπεσίου» Ομήρου την «σύστασιν» των δύο επών, ενώ ακριβώς η σύστασις αύτη ήτο έργον άλλου, σχεδόν προχθεσινόν; Πάντως φανταζόμενοι τους μεγίστους εκείνους των αρχαίων ιστορικών ερευνητών ως ετοίμους να χάψωσι τας παραποιήσεις οιουδήποτε Συμαίου Σιμωνίδου, κάμνομεν φοβερόν αναχρονισμόν.

Αλλά καταβιβάζοντες αυθαιρέτως την σύνθεσιν των δύο επών από του παραδιδομένου χρόνου και τόπου, ήτοι από της Ιωνίας του 820 π. Χ. εις τας Αθήνας του 520, έν και μόνον έχομεν σπουδαίον εκ πρώτης όψεως πλεονέκτημα, την υποτιθεμένην περισσοτέραν τότε διάδοσιν της γραφής και της αναγνώσεως. Αληθώς εις την απόδειξιν ότι ο Όμηρος εντελώς ηγνόει την γραφήν και ότι «πρώτον επί των Πεισιστρατιδών είδεν η Ελλάς καταγραφόμενα τα παλαιά των αοιδών έπη» επέστησε την προσοχήν ο Wolf (σ. 156) αύτη δ' έπεισε τους πλείστους Βολφιανούς. Και ο ημέτερος συγγραφεύς πιστεύει (σ. 22 του ανά χείρας βιβλίου) ότι «τα δύο έπη προσαρμόζονται μάλλον εις τας απαιτήσεις αναγνωστών· αναγνώστας δε πολλούς ούτε αι Αθήναι, ούτε η Ιωνία είχε περί τα 470 π. Χ . . . μόλις 40 έτη βραδύτερον· ο Ηρόδοτος συνέπηξε τας διηγήσεις του εις βιβλίον».

Αλλ' ενταύθα βεβαίως υπάρχει παρεξήγησις, καταφανής εις ημάς τους γνωρίσαντας τόπους, όπου δυστυχώς οι γράφοντες και αναγινώσκοντες Έλληνες ήσαν σπανιώτατοι ένεκα της φρικτής τουρκικής δουλείας. Οι κατά τοιούτους χρόνους στιχουργούντες δεν αποτείνονται βεβαίως προς αναγνώστας, αλλ' απαγγέλλουσι τους στίχους των αυτοί. Και όμως γράφουσιν ή φροντίζουσι να γραφή το ποίημά των, όχι βεβαίως όπως αναγνωσθή υπό του κοινού — ουδέ φαντάζονται τοιούτο αναγνωστικόν κοινόν, — αλλά μόνον όπως άλλος ομότεχνος — συνήθως οικείος — το εκμάθη καλώς ολόκληρον και το απαγγείλη προς άλλους ακροατάς, πολυπληθείς ως οι ιδικοί των. Εν Κύπρω π. χ. εσώθησαν από των φραγκικών και των πρώτων τουρκικών χρόνων μακρά τινα τραγούδια π. χ. της Αροδαφνούς, της Ζωγγραφούς, του Χριστοφή, πασίγνωστα μεν από των ποιητάριδων εις τους αγρότας, άνδρας και γυναίκας, αλλά φυλασσόμενα μόνον εις τρία τέσσαρα τρισάθλια χειρόγραφα «παπαδίστικα γραμμένα» (34). Ίσως και αι λεγόμεναι εικαιότεραι εκδόσεις του Ομήρου είχον γραφή εκ μνήμης, ίσως δε και περίφημοι κατά πόλεις εκδόσεις ήσαν κατ' αρχάς τα μόνα χειρόγραφα των επών, τα τηρούμενα π. χ. εν Σινώπη και Μασσαλία, καθώς και το μόνον τετραυάγγελον το υπάρχον επί τουρκοκρατίας εν πολίχνη, ήτο το αναγινωσκόμενον επ' εκκλησίας. Αλλ εξ άπαντος η Ιωνία του ογδόου ή τουλάχιστον του εβδόμου π. Χ. αιώνος είχε πολύ περισσοτέρους εγγραμμάτους και πολύ ευκολώτερα τα μέσα της γραφής ή η Κύπρος του δεκάτου ογδόου μ. Χ.

Διότι, αν οιαδήποτε δυσκολία της γραφής και της αναγνώσεως απεθάρρυνε τότε τους ποιητάς, ή εξηφάνιζε τα έργα των, θα ήτο πολύ θαυμαστότερον παρά τα Ομηρικά έπη πρόβλημα πώς εσώθη η άλλη πλουσία επική, η πλουσιωτέρα ελεγειακή, και η πλουσιωτάτη μελική και χορική ποίησις του εβδόμου π. Χ. αιώνος από της Ιωνίας μέχρι της Ιμέρας της Σικελίας, έργα δηλαδή εν τω συνόλω τουλάχιστον δεκαπλάσια των Ομηρικών. Αν μη π. χ. αυτός ο Αρχίλοχος (περί τα 650 π. Χ) κατέγραφεν έστω και διά γραφέως τα πολλά και ποικίλα κατά το μέτρον ποιήματά του, ποίος κατόπιν Πεισίστρατος — και προς τι; — θα εφρόντιζε να συνάξη — και πώς ; — στίχους κατά το πλείστον δηκτικούς και στενώτατα σχετιζομένους προς το πρόσωπον του ποιητού των; Περί τους αυτούς χρόνους ο Στησίχορος εύρισκεν εν Σικελία τα μέσα ν' ασφαλίζη ποικιλώτατα λυρικά ποιήματα, γεμίζοντα 26 όλα βιβλία, ο δε Μίμνερμος, προφανώς αυτός, κατήρτιζεν ελεγειακήν συλλογήν, ήν επέγραφε «Ναννώ». Της Σαπφούς τα έργα γινώσκομεν σήμερον εκ των παπύρων, ότι δεν ήσαν εν όλω βραχύτερα της Οδυσσείας, του δε Αλκαίου βεβαίως δεν θα ήσαν ολιγώτερα.

Αλλ' αφού προφανώς αντεγράφοντο κατά τινα τρόπον — διότι άλλως δεν θα εσώζοντο μέχρι των Πτολεμαϊκών χρόνων — τοσούτοι και τοιούτοι τόμοι κατά τον έβδομον αιώνα, αφού επέζησαν έκτοτε και αυτοί οι ίαμβοι του Αμοργίνου Σημωνίδου, διατί τάχα δεν θ' αντεγράφοντο τότε πιστώς ποιήματα, περί της απαγγελίας των οποίων γινώσκομεν ασφαλώς ότι έτασσον και έπαθλα πόλεις ως η Σικυών, (Ηροδότου Ε' 67) αδιστάκτως δε πιστεύομεν ότι περισσότερον εφρόντιζον άλλαι πόλεις ισχυραί, ως το Άργος και η Σπάρτη, διεφέροντο δ' επίσης οι απανταχού της Ελλάδος υπερήφανοι απόγονοι των υμνουμένων βασιλέων;

Αλλ' αφού ήμεθα λογικώς υπόχρεοι να παραδεχθώμεν τούτο περί του εβδόμου π. Χ. αιώνος, ποία τεχνική δυσκολία ή ποία μαρτυρία κωλύει ν' αναβώμεν και υψηλότερον; Το μόνον τεκμήριον, όπερ έχομεν, μαρτυρεί την τότε πλήρη χρήσιν της γραφής· ότι δηλαδή από του 776 κατέγραφον οι Ηλείοι πάντας τους νικητάς των Ολυμπιακών αγώνων. Διατί τάχα οι Ιάονες οι επικοινωνούντες προς τους ασιατικούς λαούς τους έχοντας από πολλού και βιβλιοθήκας, δεν θα είχον τα μέσα να διασώζωσι τα έπη των αοιδών των; Ο Wolf εδικαιούτο ίσως να φαντάζεται τελείαν τότε άγνοιαν της γραφής ανά την Ελλάδα (35). Αλλ' ημείς οι έχοντες σήμερον προ οφθαλμών τα κρητικά γράμματα, δυνάμεθα να πιστεύσωμεν ότι οι Έλληνες, γνωρίσαντες άπαξ την γραφήν, έπεσον κατόπιν εις πλήρη αυτής αμάθειαν, ενώ πέριξ αυτών έγραφον πάντες οι λοιποί λαοί, ούς αυτοί ωνόμαζον βαρβάρους; Και ηγνόουν κατά τον όγδοον αιώνα την γραφήν, ενώ κατά τον έβδομον ανέδειξαν αίφνης ποιητάς, όπως την Σαπφώ και τον Αλκαίον, και τον Αλκμάνα, οίτινες έγραφον πιθανώτατα και μουσικά σημεία;

Και το μεν ιστορικόν σφάλμα του ονομαστού Γερμανού φιλολόγου ότι «πρώτον επί των Πεισιστρατιδών είδεν η Ελλάς καταγραφόμενα μονίμως τα παλαιά άσματα των αοιδών» (σ. 156) προήλθεν εκ των σφαλερών περί της γραφής μεταγενεστέρων μαρτυριών, αίτινες από των νέων ανασκαφών απεδείχθησαν απέχουσαι πάμπολυ της αληθείας.

Αλλ' ουχί μικρότερον υπήρξε το φιλολογικόν αμάρτημα, ότι συνέκρινεν ο Wolf την σύνθεσιν των Ομηρικών επών προς την επί Καρόλου του μεγάλου καταγραφήν των γερμανικών ασμάτων και προς τας συλλογάς των αραβικών (σ. 156). Τα σφάλμα τούτο επεδείνωσεν ο Κάρολος Lachmann, όστις αφού ανέλυσεν εις άσματα το έπος των Νιβελούγγεν, ανέτεμε τω 1837 και την Ιλιάδα από του Α μέχρι του Χ εις 16 ηρωικά άσματα και άλλα 2 το Ψ και τα Ω, φρονών ότι πάντα ταύτα συνηνώθησαν πρώτον επί Πεισιστράτου. Μικράς αντιφάσεις εκατέρου έπους πρoς εαυτό και περισσοτέρας πρoς άλληλα είχον ήδη σημειώσει ουχί ολίγας και οι αρχαίοι γραμματικοί και σχολιασταί, αλλ' από του Lachmann πάντες οι μελετώντες την Ιλιάδα — από δε του μαθητού αυτού Köchly και την Οδύσσειαν — ανεύρισκον εντός των επών ασυναρτησίας, αναχρονισμούς, μεταπηδήσεις, κενά, συγκολλήσεις, έλλειψιν αλληλουχίας και απέδιδον αυτά εις την εργασίαν των επί Πεισιστράτου συγκολλησάντων τα τότε συναχθέντα διάφορα τραγούδια εις τα δύο σωθέντα έπη.

Εις τας περί των Ομηρικών παραδρομών δεινολογίας των επαγγελματικών φιλολόγων αντέτασσον άνδρες έμπειροι της καθόλου (35α) ποιήσεως όμοια και χειρότερα παραδείγματα νέων και νεωτάτων έργων, ευλόγως δε ισχυρίσθη ο Macktail, ότι αν υποβληθώσιν εις ομοίαν βάσανον ομοίων κριτικών και οι δύο Παράδεισοι του Μίλτωνος, θ' αποδειχθώσιν ως έργα διαφόρων πολιτισμών και χρόνων (36) .

Αλλά τομώτερος υπήρξεν άλλος έλεγχος. Κατά τους τελευταίους δηλαδή χρόνους εμελετήθησαν τα δημοτικά τραγούδια των λαών της πλείστης οικουμένης, εμελετήθησαν δε παραλλήλως και τα έπη της Ινδικής, της Περσίας, της Βρεττανίας, της Γαλλίας κλ. και ουδαμού απεδείχθη τοιούτος εκ δημοτικών ασμάτων καταρτισμός επών, οποίον εφαντάζετο ο Lachmann. Σχετικώς ομοιότερα προς τα Ομηρικά θεωρούνται τα γαλλικά Chansons de Geste, ιδίως το Chanson de Roland, άπερ έψαλλον επαγγελματικοί αοιδοί, οι jongleurs· αλλ' ενώ προ αυτών υπήρχον σχετικά τραγούδια, ουδαμού φαίνονται οι jongleurs συνενώσαντες αυτά, αμφισβητείται δε και αν όλως ενεπνεύσθησαν εξ αυτών. Όθεν ορθώς υπεστήριξεν ο Andrew Lang, ότι «ουδέποτε υπήρξεν έπος λαϊκόν». Αληθώς η Ελλάς είχε δημοτικά τραγούδια και κατά τους μέσους χρόνους, εξυμνούντα τα κλέα των ακριτών, αλλά το μέτριον έπος του Βασιλείου Διγενή Ακρίτου συνέθεσε λόγιος ποιητής, όν εμιμήθη άλλος, ο δε τρίτος ωνομάζετο Πετρίτσης (37). Και κατά την τουρκοκρατίαν είχεν έξοχα δημώδη άσματα η Ελλάς, αλλά τον Βλαχάβαν και την Κυρά Φροσύνην συνέθεσεν ο Βαλαωρίτης.

Πράγματι η Ομηρική ποίησις δύναται να ονομασθή, νομίζομεν, ο αντίπους οιασδήποτε δημοτικής. Ο ποιητής αισθάνεται εαυτόν διάδοχον και ποιητικόν κληρονόμον των «αοιδών», ούς περιγράφει. Αλλ' οι αοιδοί εκείνοι ήσαν πρόσωπα αυλικά, ιερά και απαραβίαστα, χρησιμώτατοι εις τους διοτρεφείς βασιλείς, διότι νομιζόμενοι θεόπνευστοι ως οι μάντεις, ήσαν στηρίγματα των βασιλικών οίκων, πιστοποιούντες την θείαν αυτών καταγωγήν και εξυμνούντες ενώπιον των λαών τα κλέα των ανάκτων, οιονεί επίσημοι ιστοριογράφοι και αρχειοφύλακες των μεγάρων. Αλλά ζώντες εντός αυτών, απέβαινον τρόπον τινά και μυστικοσύμβουλοι των βασιλέων, ως ο αοιδός, εις τον οποίον ο Αγαμέμνων ανέθεσε την επιτήρησιν της Κλυταιμήστρας (γ 265). Προεξήρχον εις πάσαν δημοσίαν εορτήν ή πένθος του οίκου, ως οι θρηνούντες επί του νεκρού του Έκτορος αοιδοί της Τροίας (Ω 728). Καθόλου δε ήσαν οδηγοί και διδάσκαλοι της ηθικής και της ευπρεπείας των αυλών εις το λέγειν και το πράττειν. Τοιούτους παριστά τους αοιδούς και ο Ησίοδος, ήτοι ως πρόσωπα δεύτερα μόνον των βασιλέων (Θεογονίας 94). Ότι τοιούτος ήτο και ο Όμηρος, αποδεικνύει η μεγίστη διαφορά του αριστοκρατικού του ήθους από των μετά 100 ή 150 έτη βαναύσων επιθέσεων του Αρχιλόχου, των χονδρών πειραγμάτων του Σημωνίδου, των σαρκασμών του Αλκαίου και μάλιστα των κατόπιν βωμολοχιών του Αριστοφάνους. Αυτός δε ήτο και ο λόγος, δι' όν ο αοιδός της βασιλευομένης Ελλάδος είχεν ενωρίτατα φημισθή ως ο άριστος παιδαγωγός και διδάσκαλος της αρετής.

Πότε ακριβώς συνέβη η έξωσις των βασιλικών οικογενειών εκ των οχυρών ανακτόρων της Τίρυνθος, των Μυκηνών και των άλλων, αγνοούμεν. Φυσικά η κατάργησις του αξιώματος δεν επήλθε πανταχού κατά τον αυτόν χρόνον και τρόπον, ενιαχού δ' επέζησε τούτο και μακρότερον ως εν τω Αρκαδικώ Ορχομενώ. Αλλά πλην του Ησιόδου, όστις πολλούς γνωρίζει βασιλήας, και Σημωνίδης ο Αμοργίνος αναφέρει ότι γυναίκα καλλωπιζομένην χάριν άλλων αποστρέφεται πας σύζυγος. «ήν μη τις ή τύραννος ή σκεπτούχος η» (στ. 69) μαρτυρών ότι και τότε (650 π. X.) υπήρχον έτι «σκηπτούχοι» επειδή δε ο αυτός μνημονεύει και των επών του «Χίου αοιδού», πάντως ο Όμηρος συνήκμασε μετά πολλών «σκηπτούχων», ών εξύμνησε τους προγόνους. Αλλά και μετά την πτώσιν των περισσοτέρων βασιλέων επέζησεν εκέραιον το αξίωμα των αοιδών, διότι ήσαν απαραίτητοι εις τας θρησκευτικάς και εμπορικάς πανηγύρεις του λαού, όπου πολλαχόθεν εκαλούντο. Ο εις τον Δήλιον Απόλλωνα ύμνος πιστοποιεί ότι οι αοιδοί, καθώς κατόπιν οι ραψωδοί, ήσαν πολλοί και ημιλλώντο προς αλλήλους, ο δε τότε τυφλός πλέον ποιητής ομιλεί προς το άνθος των κορών, ως διδάσκαλος πολυσέβαστος και γνωστότατος εις πολλάς πόλεις, «ευ ναιεταώσας». Ούτω κατά τα 300-350 έτη, τα μεσολαβήσαντα μεταξύ του Τρωικού πολέμου και του Ομήρου, πολλοί ποιηταί, καθώς λέγει ο Αριστοτέλης, επραγματεύθησαν ως θεματοφύλακες της ιστορίας εκείνης ενώπιον ανάκτων και λαών τα κατ' αυτήν· χαρακτηριστικόν δε είναι ότι ο αοιδός ως μουσόληπτος ήτοι θεόπνευστος έπρεπε να λέγη πάντοτε πράγματα «ετύμοισιν ομοία», (όπερ ερμηνεύει το τέχνασμα του Ομήρου ότι τα πλέον απίστευτα μέρη των πλανών παρέστησε διηγούμενον αυτόν τον πολυμήχανον Οδυσσέα), και να μη φωραθή αντιφάσκων ποτέ προς εαυτόν. Ουδέποτε άλλοτε εν τω κόσμω έτυχον οι ποιηταί, πλην ίσως των Εβραίων προφητών, βαθυτέρου και γενικωτέρου σεβασμού, και ουδέποτε κατέλαβον κοινωνικώς υψηλοτέραν των αοιδών θέσιν. Η μακρά αύτη διαδοχή και η αυξανομένη άμιλλα δύναται να εξηγήση το θαύμα της εμφανίσεως του Ομήρου και της δημιουργίας των Ομηρικών επών κατά χρόνους, ούς ο μεν Wolf εφαντάζετο ως προγενεστέρους πάσης ελληνικής παιδείας και ακμής, η δε αρχαιολογία κατέδειξεν ήδη ως μεταγενεστέρους παλαιοτάτου εν Ελλάδι πολιτισμού και τέχνης.

Τι ώφειλεν ο Όμηρος εις τους προδρόμους του, νομίζομεν μάταιον να εικοτολογώμεν. Εσχάτως η έρευνα εστράφη προς την εύρεσιν των παλαιών «πυρήνων» των δύο επών και αν ταύτα είναι «Αχαϊκής» ή «Ιωνικής» καταγωγής. Αλλ' ενώ τα ζητήματα ταύτα βεβαίως είναι περιεργότατα, είναι προδήλως και ανεπίδεκτα λύσεως πειστικής. Μόνον ότι ο ποιητής ευτύχησε να εύρη ετοίμην πλουσίαν ποιητικήν ύλην και πλουσίαν γλώσσαν ποιητικήν, τούτο συνάγεται ασφαλώς και εκ των επών. Εκεί πάντα τα πρωτεύοντα πρόσωπα φαίνονται ως ιστορικά και γνωστά εις τους ακροατάς μετά των οικείων χαρακτήρων και αυτών των κοσμητικών έκαστον επιθέτων, εκ δε της προς την Μούσαν επικλήσεως (α 10) «ειπέ και ημίν» πιθανόν είναι ότι και άλλοι αοιδοί ήσαν ήδη γνωστοί, ως διηγηθέντες τας πλάνας του Οδυσσέως. Αλλ' εκ των αναριθμήτων εικασιών περί της συνθέσεως των επών, — δύσκολον είναι ν' αποδιώξη τις εντελώς τας αναμνήσεις τόσων βιβλίων — πιθανώτερον φαίνεται, ότι ο ποιητής της Ιλιάδος και της Οδυσσείας συνέπλεξε μάλλον ή επενόησεν εξ υπαρχής τας υποθέσεις αυτών. Αι υποθέσεις αύται θα ήσαν από πολλού γνωσταί και πιθανώς είχον ιστορικόν πυρήνα. Δεν είναι δε απίθανον ότι εχρησιμοποίησε και πολλούς παλαιοτέρους στίχους, παρομοιώσεις κλ. Αλλ' ακριβώς η θαυμασία οικονομία των ποιημάτων, η εντεχνοτάτη παρεμβολή ποικιλωτάτων επεισοδίων, ο εξαίσιος χαρακτηρισμός των προσώπων, η βαθυτάτη γνώσις του ανθρωπίνου βίου, ιδίως δε ο μεγαλοπρεπής, άνετος και οιονεί ολύμπιος τόνος της διηγήσεως — ο τόσον χαρακτηριστικός του ήθους του ποιητού, — το «συγκρατούμενον μεγαλείον» του Ομήρου, ως έλεγεν ο Shelley, αποδεικνύουσιν ότι μία υπέροχος διάνοια μετά μακράν άσκησιν, μία ευγενής καρδία, αγαπώσα πάντα τα πρόσωπα των δύο ποιημάτων — όχι παρείσακτοι διασκευασταί και συμπιληταί, όχι ανεύθυνος και παντοδαπή επιτροπή εκ του προχείρου! — συνέθεσεν εκάτερον των επών, πιθανώτατα δε και τα δύο (38).

Το όνομα του «ηδίστου» αοιδού προς διαστολήν από των αντιζήλων θα επευφήμησαν πλειστάκις κατά τας πανηγύρεις και θα διελάλησαν οι «ελκεχίτωνες Ιάονες» και αι «καλλίζωνοι» γυναίκες και παρθένοι, ότι δε δήθεν εξευρέθη τούτο κατόπιν, είναι αυθαίρετος και παντελώς αστήρικτος ισχυρισμός. Ότι δεν εσώθη έκτοτε βάσιμος βίος του ανδρός, ήτο φυσικόν κατά χρόνους, ότε δεν υπήρχεν ιστορία, ότι δε κατόπιν πολλαί πόλεις ήριζον περί της γεννήσεως αυτού και του απεδίδοντο και άλλα έπη, πάντα τα εις έκαστον αρέσκοντα, ήτο έτι φυσικώτερον.

Πιθανόν επίσης είναι ότι οι παραλαβόντες και καθώς λέγομεν, εκμεταλλευόμενοι τα δύο έπη ραψωδοί παρενέβαλον π. χ. τον κατάλογον των νεών ή επεξέτειναν την μάχην του Αχιλλέως και του Αινείου (Υ 75-352) εις την Ιλιάδα και πολλά της Νεκυίας ή προσέθεσαν όλον το ω εις Οδύσσειαν. Αλλά τοιαύτας προσθήκας δύναται να υποπτεύση τις και περί των έργων των τραγικών, ιδίως του Ευριπίδου.

Παν ό,τι άλλο ελέχθη περί οιασδήποτε ατεχνίας ή ανακολουθίας των επών υπό νεωτέρων αγαθών φιλολόγων, προήλθεν εκ της τότε πιστευομένης πλάνης του Wolf, ότι πράγματι πρώτον επί Πεισιστράτου συνερράφησαν τα έπη εκ πολλών αδεσπότων τεμαχίων.

Ευτυχώς εν Ελλάδι, όπου από του Κοραή ανεζωογονήθη η πατροπαράδοτος προς τον ποιητήν αγάπη, ουδείς των αλλοδαπών εκείνων φιλολόγων ουδέ πάντες ίσως ομού απέκτησαν τόσην δόξαν, ώστε να σαλεύσωσι την προς το κύρος του Αριστοτέλους πίστιν των ημετέρων (39). Ως γνωστόν, ο αθάνατος συγγραφεύς της Ποιητικής εξήρεν ακριβώς την ενότητα των επών, αποδείξας ότι ο Όμηρος «περί μίαν πράξιν οίαν λέγομεν την Οδύσσειαν συνέστησεν, ομοίως δε και την Ιλιάδα» (σ. 1451 α 25) κατωτέρω δε αποκαλεί τον Όμηρον «θεσπέσιον» διά τούτο (σ. 1459 α 30) και επαναλαμβάνει «ταύτα τα ποιήματα συνέστηκεν ως ενδέχεται άριστα» (σ. 1462 β 10). Η φράσις αύτη αντισηκώνει χιλιάδας τόμων νεωτέρας κριτικής.

Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

ΤΗΣ

ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Α'

ΟΜΗΡΟΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Η κυριωτάτη δυσκολία, ήν ευρίσκομεν ζητούντες να εννοήσωμεν την πορείαν και την εξέλιξιν της ελληνικής λογοτεχνίας, είναι ότι τεμάχια μόνον αυτής παρεδόθησαν εις ημάς και ταύτα μονομερή. Ίσως ουδεμία άλλη εν τη ιστορία κοινωνία υπήρξε τόσον πλησίον της νυν πεπαιδευμένης, όσον αι Αθήναι του Ευριπίδου και Πλάτωνος. Η πνευματική ζωηρότης και θρησκευτική ελευθερία των ανδρών εκείνων, η αγνότης της αγωγής και του πολιτισμού αυτών, η έλλογος τόλμη των κοινωνικών και πολιτικών αυτών ιδανικών, είναι σχεδόν βαθύτερον αισθητή εις ημάς ή αυτός ο ημέτερος δέκατος όγδοος αιών. Αλλά μεταξύ εκείνων και ημών παρήλθον πολλαί γενεαί ανθρώπων, οίτινες είδον αυτούς διαφόρως, ή εζήτησαν εις όσα βιβλία των ανέγνωσαν άλλα πράγματα παρά την αλήθειαν και το ιδεώδες κάλλος, ή οίτινες ουδ' εφρόντισαν ν' αναγνώσωσι βιβλία. Τοιουτοτρόπως της υπό των Ελλήνων δημιουργηθείσης κατά τον πέμπτον π. Χ. αιώνα λογοτεχνίας έχομεν μόνον το εικοστόν περίπου μέρος, της δε κατά τον έβδομον, έκτον, τέταρτον και τρίτον αιώνα ουδέ τόσον. Παν δε διασωθέν έργον έπαθεν αδιακρίτως πολλάς δοκιμασίας. Επί πολύν χρόνον εξησφάλιζεν έκαστον την ζωήν του, καθόσον απέμενε σύμφωνον προς την κρατούσαν αισθητικήν, καθόσον ανταπεκρίνετο προς την ζήτησιν των βιβλίων διά μέσου περιόδων διαφόρου καλαισθησίας, διά της Ελλάδος του τετάρτου αιώνος, της προχριστιανικής Αλεξανδρείας, της Ρώμης του Αυγούστου, της μεγάλης επί των Αντωνίνων ελληνικής αναγεννήσεως, του σχολαστικού αττικισμού των μεταγενεστέρων σοφιστών.

Μετά δε τον θάνατον του Ιουλιανού και του Λιβανίου άγεταί τις να πιστεύση ότι ουδείς εφρόντιζε πλέον περί λογοτεχνίας (40), αλλά βιβλία τινά καθιερώθησαν κατ' έθος εις τα σχολεία ως «κλασσικά» και ταύτα εξηκολούθησαν ν' αναγινώσκωνται, ολιγοστεύοντα οσημέραι, μέχρι της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και της αναγεννήσεως. Αι ιδιοτροπίαι της παραδόσεως περιγραφόμεναι δύνανται ν' αποτελέσωσιν ολόκληρον τόμον. Όπως λατινιστί διεσώθησαν επιμελώς ο Βεργίλιος και Αβιανός ο μυθογράφος, ούτως ελληνιστί επολλαπλασιάζοντο τα αντίγραφα του Ομήρου και του ιατρού Απολλωνίου του Κιτιέως (41). Καθώς εκ των Ρωμαίων θα ηφανίζετο ο Λουκρήτιος, αν μη τυχαίως διεσώζετο έν μοναδικόν χειρόγραφον, εχάθη δε ολόκληρος ο Κάλβος, ούτως εκ των Ελλήνων παρ' ολίγον θα ηφανίζετο ο Αισχύλος, οι δε κάλλιστοι των Ομηρικών ύμνων διεσώθησαν απλώς εξ αβλεψίας. Καθόλου δε η παράδοσις περί ουδενός εφρόντισεν αν μη ήτο ή χρήσιμον εις τον καθ' ημέραν βίον, καθώς μηχανικά τινα και ιατρικά βιβλία, ή άλλως κατάλληλον εις σχολικήν ανάγνωσιν. Τοιουτοτρόπως συγγραφέων, ως η Σαπφώ, ο Επίχαρμος, ο Δημόκριτος, ο Μένανδρος, ο Χρύσιππος, απέμειναν ολίγα ασύναπτα αποσπάσματα, αρκετά μόνον όπως δείξωσι ποία πολύτιμα βιβλία αφέθησαν ν' αποθάνωσιν ένεκα της ασθενείας του Βυζαντίου (42). Αλλ' η Ρώμη και η Αλεξάνδρεια κατά την ακμήν αυτών είχον ήδη κάμει και εξεπίτηδες κοσκίνισμα. Διότι αγαπώσαι τον κανόνα και την ευρυθμίαν, ημέλησαν ν' αντιγράψωσι τους ταραχωδεστέρους συγγραφείς. Ούτως οι μυστικοί και οι ασκητικοί, οι μάλλον ανεξάρτητοι φιλόσοφοι, οι άγαν δημοκρατικοί και εν γένει οι ενθουσιασταί κατά μέγα μέρος απεσκορακίσθησαν. Αλλ' ημείς πρέπει να ενθυμηθώμεν ότι υπήρξαν και να προσπαθήσωμεν εκ των λειψάνων να αναπαραστήσωμεν και τούτους.

ΟΙ ΜΥΘΙΚΟΙ ΠΟΙΗΤΑΙ


Αλλά τα πρώτα μεγάλα χάσματα της παραδόσεως είναι φύσεως διαφόρου. Είναι φυσικόν ότι μέγας όγκος λογοτεχνίας ουδέποτε διετηρείτο. Διότι γενικώς αληθεύει ότι κατά πάσαν δημιουργικήν περίοδον τα παλαιότερα έργα παραμελούνται. Διατί να φροντίζη ν' αντιγράφη κανείς επί καλής ύλης και να φυλάττη ασφαλώς ό,τι παράγεται καθ' ημέραν; Μόνον ό,τι δυσκόλως ανευρίσκεται διεγείρει τον φόβον μήπως επιλείψη εντελώς. Ούτω παρημέλησαν οι Έλληνες μέγα μέρος της τραγωδίας, της λυρικής ποιήσεως, της ρητορικής και της πρώτης ιστοριογραφίας. Δηλαδή πολύ μέρος εκάστου είδους είχεν ήδη εκλείψει πριν να φροντίση τις περί διατηρήσεως αυτού. Ιδίως δε συνέβη τούτο επί του πρώτου εις ημάς γνωστού είδους συνθέσεως, του εξαμέτρου έπους.

Το έπος, όσον γινώσκομεν αυτό, δύναται να διαιρεθή κατά τον ποιητήν και την υπόθεσιν εις τρεις κλάδους. Πραγματεύεται δηλαδή είτε ηρωικούς μύθους, αποδιδομένους εις τον «Όμηρον», είτε χρήσιμα διδάγματα, ιδίως καταλόγους και γενεαλογίας, από όνομα είναι είς των Ribhu, των ηρώων των Βεδών, των πρώτων ανθρώπων των γενομένων αθανάτων (43). Άλλος δε αρχαίος αοιδός, ο Αίνος, είναι καθ' ολοκληρίαν σκιά. Ότε δηλαδή Έλλην τις άποικος ή φυγάς ήκουσεν επί των Σημιτικών ακτών τους παραδόξους ανατολικούς θρήνους και την συχνήν επωδόν Ai lenû (αλίμονόν μας) εξέλαβε τας λέξεις ως ελληνικάς, αι Λίνου (ω του Λίνου) και εφαντάσθη τον Λίνον ως δύσμοιρον ποιητήν ή φονευθέντα βασιλέα. Οι δε πρόγονοι του Ομήρου αν μη είναι θεοί και ποταμοί, φέρουσι πλαστά ονόματα, ως Μαίων ή Μέλης. Οι δε συγγενείς αυτού — τα πρόσωπα, τα διαμεριζόμενα τα μικρότερα έπη — φέρουσιν ονόματα, άλλοτε μεν διαφανή, άλλοτε δε σκοτεινά, αλλά πάντοτε όλως ασυνήθη μεταξύ των Ελλήνων. Τοιουτοτρόπως το όνομα του γαμβρού του Κρεωφύλου υποδεικνύει κωμικήν τινα σχέσιν μιας φυλής αοιδών προς το κρέας και την χύτραν. Άλλος δε ποιητής συχνά μνημονευόμενος διά τας επί της Λέσχης των Δελφών απεικονιζομένας μυθικάς παραστάσεις ονομάζεται Λέσχης ή Λέσχεως ή Λεσχαίος· άλλος, υμνητής ταξειδίων, φέρει το όνομα Αρκτίνος, παραγόμενον, ως ουδέν άλλο ελληνικόν όνομα, εκ του αστερισμού της άρκτου. Ο δε ποιητής της Τηλεγονείας, όπου ο περί Οδυσσέως μύθος απέληγεν εις ευτυχείς γάμους, ευλόγως ονομάζεται Ευγάμων ή Ευγάμμων (44).

Αυτού δε του Ομήρου το όνομα σημαίνει όμηρον, είναι δε ουχί πλήρες ελληνικόν όνομα, ίσως δε θα ηδύνατο να είναι υποκοριστική συγκοπή του Ομηροδόκος, (ο δεχόμενος όμηρον), εάν υπήρχον ελληνικά ονόματα σύνθετα εκ της λέξεως όμηρος. Αλλ' όπως έχει τούτο, πρέπει να λάβωμεν ως αρχήν την ύπαρξιν των Ομηριδών καθόλου ως αοιδών και ως γένους, ούτω δε Όμηρος είναι κατ' αναλογίαν αρχαίος τις πρόγονος, εξευρεθείς όπως παραστήση διδομένας εις τον «Ησίοδον», είτε, τρίτον, θρησκευτικάς αποκαλύψεις, απορρρεούσας αρχικώς εκ μορφών, ως ο «Ορφεύς» ο «Μουσαίος» και ο «Βάκις». Και ο μεν «Βάκις» εξηφανίσθη, τα δε ποιήματα του «Ομήρου» και του «Ησιόδου» είναι ταρχαιότατα λογοτεχνικά ημών μνημεία.

Παν έμμετρον περί μύθου έργον είναι κατ' ανάγκην ολιγώτερον παλαιόν ή αυτός ο μύθος. Αλλά και κάτι άλλο είναι φανερόν, ότι η σωζόμενη Ιλιάς, η Οδύσσεια, τα Έργα και η Θεογονία, δεν είναι ούτε τα πρώτα, ούτε τα δεύτερα, ούτε τα δωδέκατα τοιαύτα δημιουργήματα. Διότι τα προφανώς πανάρχαια ταύτα ποιήματα δεικνύουσι μήκος και πλοκήν συνθέσεως τοιαύτην, οποία δύναται ν' αποτελεσθή μόνον μετά καλλιτεχνικάς προσπαθείας πολλών γενεών. Η δε γλώσσα των είναι όλως άσχετος προς τον συνήθη λόγον και πλήρης λησμονημένων σημασιών και εικόνων παρωχημένης κοινωνικής καταστάσεως· ποιητική γλώσσα, προφανώς καταρτιζομένη και ρυθμιζομένη κατά τας εκάστοτε ανάγκας του εξαμέτρου στίχου. Υπήρξαν άρα εξάμετρα ποιήματα προ της ημετέρας Ιλιάδος. Αλλά και αυτό το εξάμετρον είναι υψηλόν και σύνθετον επιγέννημα πολλών απλουστέρων μέτρων, οποία φαίνεται ότι περιεβάλλοντο οι μύθοι εν Ελλάδι, καθώς και εν Ινδική, Γερμανία και Σκανδιναυία. Αλλ' εάν έχωμεν ανάγκην αποδείξεως ότι τα παλαιότατα ημών μνημεία είναι σχετικώς μεταγενέστερα, ταύτην παρέχει αυτός Όμηρος, οσάκις αναφέρει την προ αυτού ποιητικόν πλούτον και εκφράζει την κοινήν γνώμην ότι επί των ημερών του επαλαιώθησαν πλείστα θέματα μεγάλα (45).

Τα πρόσωπα των υποτιθεμένων ποιητών των διαφόρων επών ή επυλλίων κείνται όλως πέρα των ιστορικών γνώσεων ημών. Ως επί το πλείστον δε έχουσι κάτι φανταστικόν ή μυθικόν. Ο Ορφεύς π. χ. ως μυθική μορφή διεπλάσθη υπό των Ελλήνων αλλ' ως προσθήκαι, προσθήκη δε φαίνεται και η εν τοις Έργοις μνεία του Ησιόδου. Οι πραγματικοί «βάρδοι» (46) της παλαιάς Ελλάδος πάντες ήσαν ανώνυμοι και απρόσωποι· και γινώσκομεν ακριβώς τον χρόνον, ότε ο ποιητής αρχίζει ως άτομον να παρουσιάζη εαυτόν ήτο η περίοδος των λυρικών ποιητών και των Ιώνων φιλοσόφων. Τα χωρία δε ταύτα δεν μαρτυρούσι, τι ο Ησίοδος και ο Όμηρος είπον περί εαυτών, αλλά τι η κατά τον έκτον αιώνα παράδοσις εμυθολόγει περί εκείνων.

Αλλά μόνον αμυδρώς δυνάμεθα να διακρίνωμεν την αρχήν της παραδόσεως. Βεβαίως υπόκειται ιστορική τις αλήθεια. Διότι αι βιογραφίαι και αι μνείαι του Ομήρου, καίπερ διαφωνούσαι κατά τάλλα, συμφωνούσι κατά τούτο, ότι κατήγετο εξ Ιωνίας. Συγκεντρούνται δε εις δύο πόλεις, την Σμύρνην και την Χίον· εν εκατέρα αιολικός λαός υπέκειτο εις ιωνικόν, εν Χίω δε υπήρχε και γένος «Ομηριδών». Θα ίδωμεν δε ότι εάν «γέννησιν του Ομήρου» εννοούμεν την γένεσιν των ομηρικών ποιημάτων, η παράδοσις κατά τούτο αληθεύει. Επίσης δε παριστάνουσα τον Ησίοδον και τον πατέρα αυτού ερχομένους εκ της Ασιατικής Κύμης εις την Βοιωτίαν, αληθεύει κατά τούτο, ότι η Ησιόδειος ποίησις είναι κατ' ουσίαν η Ομηρική, εφαρμοσθείσα εις επιχώριον Βοιωτικόν θέμα.

Ο Όμηρος λοιπόν ελέγετο Χίος ή Σμυρναίος διά λόγους ιστορικούς· αλλά διατί ήτο τυφλός; Ίσως έχομεν ενταύθα αμυδράν ανάμνησιν αρχαϊκής τινος περιόδου, ότε πάντες οι αρτιμελείς ήσαν πολεμισταί, οι χωλοί αλλά δυνατοί ήσαν χαλκείς, οι δε τυφλοί, εις ουδέν άλλο χρήσιμοι, ήσαν απλοί αοιδοί. Αλλά πιθανωτέραν ερμηνείαν παρέχει αυτός ο μύθος, συνήθως παριστάνων τυφλούς τους μεγάλους ποιητάς και μάντεις και κατόπιν αυτούς μίαν οικογένειαν, καθώς εξευρέθησαν ο Δώρος, ο Ίων και ο Έλλην, και καθώς οι Αμφικτίονες, ήτοι κατοικούντες πέριξ των Θερμοπυλών, ανεκάλυψαν κοινόν πρόγονον καλούμενον Αμφικτύονα. Τοιαύτη εικασία ερμηνεύει το όνομα «Όμηρος», αφήνει όμως ανερμήνευτον το «Ομηρίδαι». Αλλ' εάν τούτο είναι, όπως φαίνεται, πατρωνυμικόν (υιοί του Ομήρου), είν' εύκολον να φαντασθώμεν κατάστασιν κοινωνίας, όπου οι υιοί των ομήρων, μη μαχόμενοι, εχρησίμευον ως αοιδοί. Επίσης δε όμως δύναται να είναι σύνθετον (ομή αρ-) σημαίνον «συναρμοστάς» μετά καταλήξεως μετασχηματισθείσης εις πατρωνυμικήν, αφ' ότου οι αοιδοί ήρχισαν ν' αποτελώσιν εταιρείαν και να ζητώσι πρόγονον κοινόν.

Είναι αληθινόν, ότι έχομεν πολλούς εκ παραδόσεως «βίους» των προϊστορικών ποιητών και διήγησιν περί αγώνος Ομήρου και Ησιόδου, διασκευήν αντιγραφείσαν εκ της περί το 400 π. Χ. υπό του σοφιστού Αλκιδάμαντος συντεθείσης, όστις επίσης διεσκεύασε προϋπάρχοντά τινα θρύλον. Και αυτά τα έπη παρέχουσι κατά το φαινόμενον προσωπικάς των ποιητών ειδήσεις· ούτως αναφέρεται το όνομα του Ησιόδου εν τω προλόγω της Θεογονίας, εν δε τοις Έργοις (στ. 633 κεξ.) λέγεται ότι ο πατήρ του είχε μετοικήσει εκ της Κύμης εις την Άσκραν. Ο δε εις τον Δήλιον Απόλλωνα ομηρικός ύμνος καταλήγει εις παράκλησιν του ποιητού προς τας ακροωμένας παρθένους να μη λησμονήσωσιν αυτόν και αν κανείς τας ερωτήση

ω κούραι, τις δ' ύμμιν ανήρ ήδιστος αοιδών;

{ who is the sweetest of singers ?}

ν' απαντήσωσιν ευφήμως

τυφλός ανήρ, οικεί δε Χίω ενι παιπαλοέσση.

{ ’Tis a blind man; he dwells in craggy Chios}

Αλλά δυστυχώς ταύτα είναι μόνον προσωποποιίαι. Ο απαγγέλλων τους στίχους τούτους ραψωδός δεν ενόει ότι αυτός ήτο τυφλός Χίος και ότι τα ιδικά του έπη ήσαν τα ήδιστα· ενόει μόνον ότι το απαγγελλόμενον ποίημα ήτο έργον του τυφλού Ομήρου, του ηδίστου των αοιδών. Αληθώς, και τα δύο ταύτα χωρία και ο πρόλογος της Θεογονίας είναι προφανώς μεταγενέστεραι εμπνεόμενος εκ της τυφλότητος αυτών. Ο Όμηρος είναι ο Δημόδοκος του μύθου (θ. 63),

τον πέρι μούσα φίλησε, δίδου δ' αγαθόν τε κακόν τε·
οφθαλμών μεν άμερσε, δίδου δ' ηδείαν αοιδήν
.

{whom the Muse greatly loved, and gave him both good and evil ; she took away his eyes and gave him sweet minstrelsy.}

Ούτος είναι καθαρός θρύλος, ο αυτός θρύλος, ο εμπνεύσας την εν τω Μουσείω της Νεαπόλεως εξαισίαν του Ομήρου προτομήν· ο θρύλος, όν αισθανόμεθα εν τω θαυμαστώ εις Λουτρά της Παλλάδος ύμνω του Καλλιμάχου, όπου ο Τειρεσίας, μάντις αυτός και ουχί ποιητής, αποβάλλει την όρασιν. Άλλα δε της παραδόσεως σημεία έχουσιν ομοίαν αφορμήν, είτε δηλαδή την προς τον άγνωστον επαίτην κατά τα γαμήλια συμπόσια περιφρόνησιν, μέχρις ού εγειρόμενος ούτος απήγγελλεν, είτε την προς τους Κυμαίους χλεύην, ότι εξεδίωξαν τον ποιητήν. Κατ' άλλον δε θρύλον διά των *Κυπρίων, του μόνου έπους, όπερ ήτο κατώτερον της ποιήσεως αυτού, επροίκισε τάχα την κόρην του πλουσίως.

ΤΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΠΗ


Αν ήδη ζητήσωμεν, τίνα ποιήματα εθεωρούντο ως έργα του Ομήρου κατά τας αρχάς της σωζομένης παραδόσεως, θα εύρωμεν ότι εθεωρούντο πάντα όσα ήσαν «ομηρικά» ή «ηρωικά», δηλαδή πάντα τα επικώς πραγματευόμενα τους δύο κυρίους μυθικούς κύκλους, τον Τρωικόν και τον Θηβαϊκόν. Διότι η παλαιοτάτη περί Ομήρου μνεία είναι η υπό του ποιητού Καλλίνου (περί τα 660 π. Χ.) όστις μνημονεύει την *Θηβαΐδα ως έργον αυτού· η δε μετ' αυτήν είναι πιθανώς (47) η υπό του Αμοργίνου Σημωνίδου (περί τα 630 π. Χ.), όστις αναφέρει ως λόγους «Χίου ανδρός» παροιμιώδη φράσιν απαντώσαν εν τη ημετέρα Ιλιάδι [Ζ 146]

οίη περ φύλλων γενεή, τοίη δε και ανδρών.

{As the passing of leaves is, so is the passing of men}

Ο Σημωνίδης ηδύνατο να εννοή ωρισμένον τινά Χίον, η δε φράσις της Ιλιάδος ίσως ήτο απλώς περιφερομένη παροιμία, παραληφθείσα εις το έπος· αλλά πιθανώτερον είναι ότι ο Αμοργίνος ανέφερε τον διασωθέντα στίχον. Ο δε Κείος Σιμωνίδης, ένα όλον αιώνα κατόπιν (556-468 π. Χ.) λαλών περί Μελεάγρου

ός δουρί πάντας
νίκασε νέους δινάεντα βαλών
Άναυρον ύπερ πολυβότρυος εξ Ιωλκού
,

{conquered all youths in spear-throwing across the wild Anauros}

επιλέγει

ούτω γαρ Όμηρος ηδέ Στασίχορος άεισε λαοίς.

Αλλά τούτο δεν ευρίσκεται εν τη ημετέρα Ιλιάδι ή Οδυσσεία και αδύνατον είναι ν' ανακαλύψωμεν έκ τινος ποιήματος πηγάζει. Ολίγον δε κατόπιν ο Πίνδαρος μνημονεύει πολλάκις του Ομήρου. Ψέγει αυτόν, ότι επαινεί τον Οδυσσέα [Νεμ. ζ' 21] — εννοών την Οδύσσειαν, — αλλά εγκωμιάζει αυτόν [Ισθμ. γ' 55] ότι ετίμησε τον Αίαντα, «αυτού πάσαν ορθώσαις αρετάν κατά ράβδον» {straightly by rod and plummet the whole prowess of Aias} ιδίως δε, ως φαίνεται, διά την διάσωσιν του σώματος του Αχιλλέως, την περιγραφομένην υπό δύο απολομένων επών, της *Μικράς Ιλιάδος και της *Αιθιοπίδος. Τέλος ο Πίνδαρος λέγει [Πυθ. δ' 278).

Των δ' Ομήρου και τόδε συνθέμενος
ρήμα πάρσυν'· άγγελον εσλόν έφα τιμάν μεγίσταν πράγματι
      παντί φέρειν
.

{remember Homer’s word : A good messenger brings honour to any dealing}

ρητόν, όπερ ο ημέτερος Όμηρος ουδαμού λέγει· και αναφέρει [Νεμ. β' 1] τους Ομηρίδας

ραπτών επέων τα πόλλ' αοιδούς.

{Homeridæ, singers of stitched lays}

Εάν δε πράγματι ο Αισχύλος ωνόμασέ ποτε τας τραγωδίας του «τεμάχη των Ομήρου μεγάλων δείπνων», (48) τα δείπνα εκείνα φαίνεται ότι θα ήσαν πολύ πλουσιώτερα των εις ημάς προσιτών. Διότι μεταξύ των 90 αυτού δραμάτων μόλις επτά ευρίσκομεν απορρέοντα εκ του σωζομένου Ομήρου, συμπεριλαμβανομένων και των Χοηφόρων και του Αγαμέμνονος (49), ήτοι δραμάτων, άπερ μόνον παραδοξολόγος τις δύναται να ονομάση «τεμάχη» της Οδυσσείας. Λέγων άρα Όμηρον ο Αισχύλος ενόει καθόλου τους ηρωικούς μύθους. Και ο Σοφοκλής, ο επονομαζόμενος Ομηρικώτατος, κατά τον Αθήναιον (Ζ' σελ. 277 ε,) έχαιρε «τω επικώ κύκλω ως και όλα δράματα ποιήσαι, κατακολουθών τη εν τούτω μυθοποιία» {rejoice in the epic cycle and make whole dramas out of it}, δηλαδή επραγματεύετο τους επικούς εκείνους μύθους, ούς ο Αθηναίος εγίνωσκε μόνον εκ των «κύκλων», ήτοι εγχειριδίων, άπερ συνέταξε κάποιος Διονύσιος κατά τον β' αιώνα π. Χ. και ο Απολλόδωρος κατά τον α'. Ο Ξενοφάνης (κατά τον ς' αιώνα) «Όμηρον και Ησίοδον» εννοεί πάσαν την επικήν παράδοσιν, τους μύθους και τας θεογονίας, ομοίως δε και ο Ηρόδοτος, λέγων (Β' 53) «ούτοι δε εισι οι ποιήσαντες θεογονίαν Έλλησι και τοίσι θεοίσι τας επωνυμίας δόντες και τιμάς τε και τέχνας διελόντες και είδεα αυτών σημήναντες». {made the Greek religion, and distributed to the gods their titles and honours and crafts, and described what they were like.} Ο Ηρόδοτος εκφράζει την καθιερωμένην γνώμην, αλλ' έχει και ιδικήν του κριτικήν, διαφωνούσαν προς αυτήν· θεωρεί αδιστάκτως τον Όμηρον ως ποιητήν της Ιλιάδος και της Οδυσσείας· και αμφιβάλλει μεν [Δ' 32] περί των Επιγόνων, αν τω όντι ο Όμηρος εποίησε τα έπη ταύτα, αλλ' είναι βέβαιος [Β' 117] ότι τα *Κύπρια δεν είναι του Ομήρου, αφού διαφωνούσι προς την Ιλιάδα. Τούτο είναι το πρώτον ίχνος της εν τέλει κρατησάσης θεωρίας. Ο δε Θουκυδίδης [Α' 3,3. 9,3. 10,3. Γ' 104,4] ρητώς θεωρεί την Ιλιάδα, τον εις Απόλλωνα ύμνον και την Οδύσσειαν ως έργα του Ομήρου. Ο Αριστοτέλης [Ποιητ. Δ' σελ. 1448 β 34 και αλλ.] ουδέν άλλο αποδίδει εις αυτόν παρά την Ιλιάδα, την Οδύσσειαν και το κωμικόν έπος Μαργίτην. Αι παραπομπαί του Πλάτωνος δεν εκτείνονται πέρα της Ιλιάδος και της Οδυσσείας, και μόνα τα δύο ταύτα ποιήματα εγένοντο δεκτά υπό του μεγάλου γραμματικού της Αλεξανδρείας Αριστάρχου (περί τα 160 π. Χ.) και παρέμειναν έκτοτε ως «Ομηρικά».

Αλλά διατί εξ αρχής τα δύο ταύτα εξεχωρίσθησαν ως «Όμηρος»; Και διατί παρά πάσας τας ουσιώδεις μεταξύ των διαφοράς, εξηκολούθησαν ομού να θεωρώνται ως γνήσια του Ομήρου έργα, ενώ τόσα άλλα έπη κατ' ολίγον απεσπάσθησαν απ' αυτού; Τούτο γίνεται μάλλον άξιον απορίας, όταν ενθυμηθώμεν ότι αι διαφοραί και ανακολουθίαι αυτών κατεδείχθησαν ήδη κατά τους Πτολεμαϊκούς χρόνους υπό των «χωριζόντων», του Ξένωνος και του Ελλανίκου.

ΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΟΔΥΣΣΕΙΑ. — Η ΚΑΤΑ ΤΑ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ ΡΑΨΩΔΙΑ


Μία παράδοσις έρχεται εις βοήθειαν ημών, ερμηνευομένη διαφόρως υπό των διαφόρων κριτικών, ήτοι ο θρύλος περί αναγραφής των επών υπό του Πεισιστράτου, του τυράννου των Αθηνών κατά μέσα του έκτου π. Χ. αιώνος. Αύτη καλείται υπό του Wolf «vox totius antiquitatis», μνημονεύεται δε διαφόρως υπό του Κικέρωνος, του Παυσανίου, του Αιλιανού και του Ιωσήπου· αναφέρεται δε ως πασίγνωστον γεγονός εν μεταγενεστέρω επιγράμματι, όπερ φέρεται ως επιγραφή ανδριάντος του Πεισιστράτου [Ανθολ. ΙΑ' 442]

   ός τον Όμηρον
ήθροισα σποράδην το πριν αειδόμενον

{who collected Homer, formerly sung in fragments.}

του δε Κικέρωνος η φράσις [de orat. 3, 34, 137] λέγει ότι ο Πεισίστρατος κατέταξε κατά την παρούσαν τάξιν τα βιβλία του Ομήρου, «προτού συγκεχυμένα» (confusos antea). Ο Βυζάντιος Τζέτζης — το όνομα τούτο είναι κατά προφοράν γραφή του Cæcius — διακοσμεί την παράδοσιν διά προσθηκών και σφαλμάτων, λέγων ότι ο Πεισίστρατος κατώρθωσε το εγχείρημα διά «τεσσάρων . . . συνθέντων τον Όμηρον, οίτινές εισιν ούτοι· Επικόγχυλος, Ονομάκριτος Αθηναίος, Ζώπυρος Ηρακλεώτης και Ορφεύς Κροτωνιάτης». Αλλ' ο Επικόγκυλος είναι βεβαίως κακή ανάγνωσις των λέξεων «επικόν κύκλον»! Και η όλη επιτροπεία έχει χροιάν μυθώδη και φαίνεται μάλλον πτολεμαϊκή ή πεισιστράτειος. Αξιοσημείωτον δε είναι ότι τα σχόλια, τα απορρέοντα εκ των Αλεξανδρέων γραμματικών και ιδία του Αριστάρχου, δεν μνημονεύουσι τον Πεισίστρατον ως προηγούμενον εκδότην.

Η περί τούτου σιγή των Αλεξανδρέων εθεωρείτο συνήθως ως πλήρης απόδειξις, ότι ο περί Πεισιστράτου λόγος ήτο τότε ανύπαρκτος. Αλλ' ήδη ανευρέθησαν αμυδρά αυτού ίχνη, ανερχόμενα μέχρις αυτού του τετάρτου π Χ. αιώνος. Και ήτο μεν ανέκαθεν γνωστόν ότι Μεγαρεύς τις Διευχίδας είχε κατηγορήσει τον Πεισίστρατον ως παρεγγράψαντα στίχους εις τον Όμηρον προς όφελος των Αθηνών, τούτο δε προφανώς εσήμαινεν ότι ο Πεισίστρατος είχεν έλεγχόν τινα επί του κειμένου. Αλλά πρώτος ο Βιλαμόβιτζ έδειξεν ότι ο Διευχίδας ήτο συγγραφεύς πολύ παλαιότερος των Αλεξανδρέων γραμματικών, και ότι είχεν αφορμήν προς τοιαύτην κατηγορίαν (50). Αύτη αποτελεί μέρος ευρυτέρας κατά των Αθηνών γραμματολογικής συκοφαντίας, δι' ής τα Μέγαρα εξεδικούντο κατά τον τέταρτον αιώνα π. Χ. το παρακμάζον άστυ· ότι δηλ. την κωμωδίαν εύρον όχι αι Αθήναι, αλλά τα Μέγαρα· την δε τραγωδίαν εύρεν η Σικυών· αι Αθήναι είχον μόνον παραχαράξει και διαφθείρει κείμενα. Εάν ο Διευχίδας εξέφερε τα περί Πεισιστράτου ως γεγονός κοινώς παραδεκτόν, ή απλώς ως υπόθεσιν, είναι άδηλον. Φαίνεται όμως ότι δεν ηδύνατο να εύρη προς απόδειξιν κείμενα μη αττικά, και προς υπόδειξιν της γνησίας γραφής έπρεπε να καταφύγη εις τα ιδικά του φώτα. Εκείνος εύρε την υποτιθεμένην αρχικήν μορφήν του παραποιηθέντος χωρίου της Ιλιάδος, Β 671· και πιθανώς εκείνος εφαντάσθη την ύπαρξιν Σπαρτιατικής εκδόσεως του Ομήρου υπό του Λυκούργου, κειμένου αδιαφθόρου, όπερ τάχα πιστώς είχον αντιγράψει οι τίμιοι Δωριείς!

Ο λόγος λοιπόν ότι ο Πεισίστρατος είχε παραχαράξει τον Όμηρον περιεφέρετο προ των Πτολεμαϊκών χρόνων. Αλλά τότε διατί ο Αρίσταρχος δεν εμνημόνευσε το πράγμα; Δύσκολος η απάντησις. Ίσως και εκείνος εξελάμβανε τούτο ως γνωστόν, όπως ο ποιητής του επιγράμματος. Αλλ' οπωςδήποτε βέβαιον είναι ότι ο Αρίσταρχος ωβέλιζε διά λόγους τινάς πλείστους των στίχων, ούς οι νεώτεροι θεωρούσιν ως «αθηναϊκάς παραχαράξεις», και τούτο έπραξεν όχι διά λόγους εσωτερικούς, αφού παραδόξως επίστευεν ότι αυτός ο Όμηρος ήτο Αθηναίος. Περίεργον δε είναι ότι η περί Πεισιστράτου μαρτυρία του Κικέρωνος φαίνεται προερχομένη εκ της Περγαμηνής σχολής, ής ο ιδρυτής Κράτης ήτο σχεδόν ο μόνος επιτυχώς πολεμήσας το κύρος του Αριστάρχου. Είναι λοιπόν πιθανόν ότι ο Αρίσταρχος επεζήτει να περιορίση την ερμηνευτικήν μέθοδον, της οποίας έκαμε κατάχρησιν η αντίζηλος σχολή.

Ο Διευχίδας λοιπόν εγνώριζεν ότι ο Πεισίστρατος είχεν οπωσδήποτε διαφθείρει τα ομηρικά έπη. Άλλοι όμως Μεγαρείς κατά τον Πλούταρχον (Σόλωνι 10) έλεγον ότι ο Σόλων παρενέβαλεν «έπος εις νεών κατάλογον», πασίγνωστος δε παράδοσις απέδιδεν εις αυτόν ειδικόν νόμον περί της απαγγελίας των Ομηρικών επών κατά τας εορτάς των Παναθηναίων. Εξ άλλου ο νόμος εκείνος απεδίδετο εις τον Ίππαρχον εν τω φερωνύμω ψευδοπλατωνικώ διαλόγω (51), όστις δεν είναι νεώτερον του τρίτου αιώνος έργον, υπό δε Λυκούργου του ρήτορος απλώς εις τους προγόνους (52), και εκεί πρέπει και ημείς ν' αφήσωμεν αυτόν διότι αφού εψηφίζετο νόμος τις εν Αθήναις, έτεινε να νομισθή αμέσως ως του Σόλωνος, του μεγάλου «νομοθέτου». Εάν δε ο Πεισίστρατος ή ο Ίππαρχος εθεωρούντο συμμέτοχοι του νόμου, τούτο προήρχετο αφ' ενός μεν επειδή ανεμειγνύοντο και φήμαι περί παραποιήσεως, αφ' ετέρου δε διότι πάντοτε οι τύραννοι συνεδέοντο μετά των Παναθηναίων.

Αλλά τι έλεγεν ο νόμος; Είναι φανερόν ότι η απαγγελία των Ομηρικών επών ήτο μέρος της εορτής και είναι πιθανόν ότι υπήρχε και αγών. Εξ άλλου δε γινώσκομεν ότι ερραψωδούντο κατ' ίδιον τινα τρόπον. Αλλά πώς άρα γε; εξ υποβολής, δηλαδή εξ οιουδήποτε προτεινομένου στίχου, — πράγμα σχεδόν απίστευτον, — ή εξ υπολήψεως, δηλαδή αρχομένου του επομένου ραψωδού εκείθεν, όπου κατέληξεν ο προ αυτού; Διογένης ο Λαέρτιος [Α' β' 9] λέγει εξ υποβολής και κατόπιν ερμηνεύει «οίον όπου ο πρώτος έληξεν, εκείθεν άρχεσθαι τον εχόμενον»!

Καθόλου λοιπόν έχομεν μαρτυρίας πρώτον μεν περί των εξής· ότι εν Αθήναις υπήρχεν έθος, τουλάχιστον από των αρχών του πέμπτου π. Χ. αιώνος, καθ' ό τα Ομηρικά έπη απηγγέλλοντο δημοσία κατά τάξιν ωρισμένην και ότι η αρχή του έθους απεδίδετο εις νόμον της πολιτείας. Έπειτα δε βλέπομεν ότι κατά πάντας τους μέχρι του Πινδάρου γράψαντας, τους μη Αθηναίους, «Όμηρος» φαίνεται καλούμενος ο ποιητής επών πολύ περισσοτέρων ή όσα κατέχομεν ημείς, — πιθανώς πάντων των Τρωικών και Θηβαϊκών επών — ενώ εν τη αττική λογοτεχνία από του πέμπτου αιώνος και εξής Όμηρος είναι μόνον ο ποιητής της Ιλιάδος και της Οδυσσείας, τα δε λοιπά έπη κατ' αρχάς μεν εθεωρήθησαν ως αμφίβολα, έπειτα δ' ερρίφθησαν εις την λήθην. Ενθυμούμενοι δε, ότι πάντες οι περί Παναθηναίων γράψαντες λέγοντες «Όμηρον» εννοούσιν απλώς ως πράγμα αυτόδηλον την Ιλιάδα και την Οδύσσειαν, συμπεραίνομεν αμέσως, ότι μόνα τα δυο ταύτα ποιήματα είχον τότ' εκλεγή προς απαγγελίαν και ότι ακριβώς η απαγγελία εκείνη εγέννησε την εξαιρετικήν υπόληψιν, ότι ταύτα είναι ο «γνήσιος» Όμηρος.

Αλλά διατί εξελέγησαν αυτά; Τούτο δεν είναι εντελώς φανερόν. Αλλά πρώτον παραβολή εν γένει του ύφους των αποδοκιμασθέντων επών προς τα δύο διασωθέντα δεικνύει ότι ταύτα είναι πολύ πλέον επεξειργασμένα ή εκείνα· έχουσι μεγαλυτέραν ενότητα, φαινόμενα πολύ ολιγώτερον εκείνων ως απλαί ραψωδίαι, δυνατώτερον δραματικόν πάθος και περισσότερον ρητορικόν διάκοσμον. Προς ταύτα έν μόνον έπος ηδύνατο να παραβληθή, το και πρώτον μνημονευόμενον ως έργον του Ομήρου, η * Θηβαΐς· αλλ' η δόξα των Θηβών ήτο βεβαίως το πάντων ήκιστα ευάρεστον εις τους Αθηναίους θέμα· αι Αθήναι δηλαδή θ' απέρριπτον αυτό μάλλον αδιστάκτως ή όσον απέρριψεν η Σικυών τον «Όμηρον», τον εγκωμιάσαντα το Άργος (53).

Τοιουτοτρόπως ορίζομεν σπουδαιότατον εν τη ιστορία των επών σταθμόν, υπολείπεται δε να διαγράψωμεν τον προτού και τον κατόπιν δρόμον. Αρχόμενοι δε από των κατόπιν, παρατηρούμεν ότι η παραδιδομένη ερμηνεία του Ομήρου απορρέει από των γραμματικών της Αλεξανδρείας, των ακμασάντων κατά τον τρίτον και τον δεύτερον αιώνα π. Χ., ήτοι Ζηνοδότου του Εφεσίου (γεννηθέντος περί τα 325), Αριστοφάνους του Βυζαντίου (γεννηθέντος περί τα 257) και ιδίως Αριστάρχου του εκ Σαμοθράκης (215-145), του εγκυροτάτου περί της πρώτης εις τους αρχαίους γνωστής ποιήσεως κριτικού. Αλλ' η περί αυτού γνώσις ημών προέρχεται εξ επιτομής των έργων τεσσάρων μεταγενεστέρων λογίων, ήτοι του περί της Αρισταρχείου διορθώσεως έργου του Διδύμου, της περί σημείων Ιλιάδος και Οδυσσείας πραγματείας του Αριστονίκου (ήτοι των σημείων, άπερ μετεχειρίσθη ο Αρίσταρχος) της Ιλιακής προσωδίας του Ηρωδιανού και του περί της στιγμής της παρ' Ομήρω έργου του Νικάνορος. Τούτων ο Δίδυμος και ο Αριστόνικος ήκμαζον επί Αυγούστου, η δε επιτομή απετελέσθη κατά τον τρίτον μ. Χ. αιώνα· το χειρόγραφον εν ώ σώζεται, είναι ο περίφημος Ενετικός (Α) κώδιξ της δεκάτης εκατονταετηρίδος, ο περιέχων την Ιλιάδα, ουχί δε και την Οδύσσειαν.

Δυνάμεθα λοιπόν να είπωμεν αρκετά περί της καταστάσεως των Ομηρικών επών κατά τον δεύτερον π. Χ. αιώνα, και να ελπίζωμεν ότι θα αποκαταστήσωμεν μετά μικρών μόνον σφαλμάτων το «κατ' Αρίσταρχον» κείμενον αυτών, δηλαδή κείμενον, όπερ θα ηδύνατο οπωςδήποτε να εγκρίνη και ο δοκιμώτατος εκείνος κατά την ακμήν της ελληνικής κριτικής γραμματικός. Αλλ' όμως οφείλομεν να προχωρήσωμεν και περαιτέρω, εκτός αν θέλωμεν να φανώμεν ανάξιοι του Αριστάρχου οπαδοί και αδιάφοροι προς την Φιλολογίαν. Και εν πρώτοις, εάν τα σχόλια ημών προέρχονται από του Αριστάρχου, πόθεν έρχεται το κείμενον ημών; Βεβαίως εκ του Αριστάρχου, αλλ' εκ του παραδεδομένου κειμένου, — της «βουλγάτας» των ημερών αυτού — προς διόρθωσιν του οποίου εξέδωκε τας δύο του εκδόσεις και επί του οποίου ούτ' εκείνος ούτε άλλος ουδείς ηδυνήθη να επιθέση αυθεντικήν σφραγίδα. Ουδέ μετέβαλε τολμηρώς το κείμενον ο Αρίσταρχος· απ' εναντίας, σπανίως ή ουδέποτε «διώρθωσεν» εξ απλής εικασίας, και ηθέτησε μεν πολλούς στίχους ως νόθους, αλλά δεν εξέβαλεν αυτούς. Ούτως αι μέγισται μεταξύ της Αρισταρχείου. και των κοινών εκδόσεων διαφοραί δεν είναι ουδέ τόσον μεγάλαι, όσον αι μεταξύ των εις τέταρτον και των εις φύλλον εκδόσεων του Αμλέτου του Σαιξπήρου.

Βλέπομεν όμως ότι ο Αρίσταρχος είχε πολλάς ενώπιόν του εκδόσεις ή «διορθώσεις», διαφερούσας από τε της «κοινής» και απ' αλλήλων· διότι αναφέρει τρεις τάξεις αυτών, τας κατ' άνδρα, περιεχούσας αναγνώσεις ή σημειώσεις ποιητών, ως ο Αντίμαχος και ο Ριανός, ή λογίων, ως ο Ζηνόδοτος· τας κατά πόλεις, προερχομένας εκ Μασσαλίας, Χίου, Άργους, Σινώπης και καθόλου πανταχόθεν πλην των Αθηνών, της πατρίδος του κοινού κειμένου· και τέλος εκείνας, άς αποκαλεί τετριμμένας, δημώδεις, ή εικαιοτέρας, εις άς ασφαλώς δυνάμεθα να κατατάξωμεν την πολύστιχον.

Των διαφορών τούτων την έκτασιν και τα όρια δεικνύουσιν αι εκ του Ομήρου περικοπαί των προ των γραμματικών της Αλεξανδρείας συγγραφέων. Και δη μαρτυρούσι πρώτον ότι και εν Αθήναις το κοινόν κείμενον δεν είχεν ασφαλώς αποκατασταθή προ του 300 έτους π. Χ. Διότι ο Αισχίνης, ανήρ λόγιος, όχι μόνον ισχυρίζεται (54) ότι η φράσις «φήμη δ ες στρατόν ήλθεν» απαντά «πολλάκις εν τη Ιλιάδι», ενώ είναι ανύπαρκτος εν τοις ημετέροις κειμένοις, αλλά και παραθέτει αυτολεξεί χωρία του Θ και του Ψ μετά στίχων όλως διαφόρων. Το αυτό δε μαρτυρούσι και οι του τρίτου αιώνος πάπυροι, και μάλιστα το απόσπασμα του Λ, όπερ εδημοσίευσε τω 1891 ο καθηγητής Mahaffy (55) και το εκ της αυτής ραψωδίας απόσπασμα, όπερ εδημοσίευσε τω 1894 ο κ. Nicole (56). Το πρώτον λόγου χάριν, περιέχον τας αρχάς ή τα τέλη 38 στίχων του Λ μεταξύ 502 και 537, παραλείπει ένα των ημετέρων στίχων, περιλαμβάνει τέσσαρας ξένους και έχει δύο άλλους διαφόρους των ημετέρων, περιέχει δηλαδή σπουδαίας διαφοράς εντός χώρου τόσον μικρού. Εξ άλλου όμως αι διαφοραί και τούτου και των λοιπών παπύρων φαίνονται μόνον λεκτικαί. Πραγματικάς διαφοράς ουδέν του τετάρτου αιώνος κείμενον παρέχει.

Το πόρισμα της μαρτυρίας ταύτης δεικνύει τους δύο τελευταίους σταθμούς των Ομηρικών επών. Η κανονική αφήγησις των γεγονότων και η τάξις των επεισοδίων καθωρίσθη βαθμηδόν, κυρία δε αρχή του καθορισμού τούτου υπήρξεν η κατά τα Παναθήναια ραψωδία των επών (57). Η δε λέξις του κειμένου καθ' έκαστον στίχον απεκρυσταλλώθη διά της συνεχούς σχολικής επαναλήψεως και των ιδιαιτέρων αναγνώσεων και διά φιλολογικών σπουδών, ών κορωνίς υπήρξεν η λεπτομερής κριτική του Ζηνοδότου και των εν τω Μουσείω διαδόχων αυτού.

Στρεφόμενοι δε προς τα οπίσω, εκπλησσόμεθα παρατηρούντες ότι ενώ αι ομηρικαί περικοπαί των πλείστων συγγραφέων του τετάρτου και πέμπτου π. Χ. αιώνος, και αυτού του Αριστοτέλους λόγου χάριν, διαφέρουσιν ικανώς του ημετέρου κειμένου, αι παρά Πλάτωνι συμφωνούσι προς αυτό σχεδόν κατά λέξιν (58). Αναγκαίως λοιπόν αγόμεθα εις το εξ άλλης αφορμής συμπέρασμα του Grote, ότι Δημήτριος ο Φαληρεύς, προςκληθείς υπό Πτολεμαίου του α' να συστήση την εν Αλεξανδρεία βιβλιοθήκην, μετεχειρίσθη τας υπό του Πλάτωνος εις την Ακαδήμειαν κληροδοτηθείσας βίβλους (59).

Η ανάλυσις αύτη επαναφέρει ημάς εις την κατά τα Παναθήναια ραψωδίαν των επών. Καθώς είδομεν, ταύτης αποτέλεσμα η καθιέρωσις της Ιλιάδος και της Οδυσσείας ως του κατ' εξοχήν «Ομήρου», ο καθορισμός της τάξεως των επεισοδίων και, εννοείται, η διαφύλαξις αυτού ως ιερού κειμηλίου των Αθηνών. Αλλά πότε ενομοθετήθη τούτο; Και ήτο πράγματι νόμος ή απλώς βαθμιαία πρόοδος, ήν η παράδοσις κατά το σύνηθες παρέστησεν ως νόμον;

Και περί μεν του χρόνου, βεβαίως η καθιέρωσις του εθίμου δεν ήτο παλαιοτέρα του Ιππάρχου, του τελευταίου των ανδρών, εις ούς αποδίδεται· επεκράτησε δηλαδή τούτο ουχί πριν ο Ιππίας τυραννεύση, πιθανώς δε και μετά την κατάλυσιν της τυραννίδος. Αλλ' η καθιέρωσις των έργων του μεγάλου Ίωνος ποιητού ως σπουδαίου μέρους της σεμνοτάτης θρησκευτικής τελετής των Αθηνών ήτο γεγονός, δυνάμενον να συμβή μόνον κατά περίοδον πλήρους αδελφώσεως μετά της Ιωνίας. Τοιαύτη δε τάσις αρχίζει εν Αθήναις από της επαναστάσεως των Ιώνων διότι προ του 500 π. Χ. οι Αθηναίοι περιεφρόνουν τους υποτιθεμένους εκείνους συγγενείς, ο δε Κλεισθένης είχε καταργήσει και τα Ιωνικά των φυλών ονόματα. Το έτος 499 είναι η αρχή της μεγάλης πανιωνικής περιόδου της Αθηναϊκής πολιτικής, ότε αι Αθήναι αναδέχονται την θέσιν μητροπόλεως και προστάτιδος της Ιωνίας, ασπάζονται την ιωνικήν παιδείαν, και ανέρχονται εις την πνευματικήν ηγεμονίαν της Ελλάδος. Παιδεία και γράμματα φαίνεται ότι κατέλιπον τότε την Μίλητον, όπως κατέλιπον την Κωνσταντινούπολιν μετά τα 1453, φυσικόν δε καταφύγιον αυτών υπήρξαν αι Αθήναι. Κατωτέρω θα γνωρίσωμεν τους μεγάλους άνδρας, και τους σπουδαίους νεωτερισμούς, όσοι τότε επέρασαν εκ της Ασίας εις τας Αθήνας· εκ τούτων ήτο και η παραδοχή του ιωνικού αλφαβήτου υπό των ιδιωτών και των λογογράφων.

Το μεν αττικόν αλφάβητον ήτο αρχαϊκόν και άκομψον, στερούμενον διπλών συμφώνων και μακρών φωνηέντων, το δε ιωνικόν είναι περίπου τα και νυν εύχρηστα κεφαλαία. Ενώ δ' επισήμως δεν έγινε δεκτόν εν Αθήναις προ του 404 — τα δημόσια ψηφίσματα διετήρουν το αρχαϊκόν μεγαλείον — ήδη κατά τα Μηδικά εχρησιμοποιείτο υπό των ιδιωτών (60)· ήλθε δηλαδή ότε αι Αθήναι ανεδείχθησαν μητρόπολις της Ιωνίας και παρέλαβον την ιωνικήν ποίησιν ως μέρος του ιερού των θησαυρού. Αλλ' όμως εδώ προκύπτει παράδοξος δυσκολία. Ο Όμηρος εν Ιωνία εγράφετο βεβαίως διά ιωνικού αλφαβήτου. Η δε ημετέρα παράδοσις, υποστηριζομένη ρητώς υπό πολλών μαρτυριών των Αλεξανδρέων, και διά κριτικών εκ του κειμένου εικασιών (61), δεικνύει σταθερώς ότι τα παλαιά του Ομήρου κείμενα ήσαν γραμμένα δι' Αττικού αλφαβήτου. Αλλ' αν ο Όμηρος προσήλθεν εις τα Παναθήναια ακριβώς ότε και το νέον Ιωνικόν αλφάβητον ήλθεν εις τας Αθήνας, διατί μετεγράφη από της τελειοτέρας γραφής εις την ατελεστέραν; Η απάντησις δεν είναι δύσκολος, λύει δε και άλλο ζήτημα, άλυτον προτού. Αντίγραφα του Ομήρου εγράφησαν διά του επισήμου αττικού αλφαβήτου, καθόσον η κατά τα Παναθήναια ραψωδία των επών ήτο τελετή επίσημος, νομίμως καθωρισμένη (62).

Yπήρχεν άρα γραπτός νόμος, σύμπτωμα της καθόλου ιωνιζούσης διαθέσεως των πρώτων δεκαετηρίδων του πέμπτου π. Χ. αιώνος. Αλλά δυνάμεθα να διακρίνωμεν ακριβέστερον ταποτελέσματα του νόμου τούτου;

Βεβαίως διέγραφε τάξιν τινά και υπήρξεν αφορμή προς καταρτισμόν επισήμου κειμένου. Είναι δε φανερόν ότι προσήλωσις εις μεν τας λέξεις δεν ήτο αναγκαία, αλλ' εις την ύλην ήτο. Φαίνεται δε σχεδόν βέβαιον ότι η επιβληθείσα τάξις δεν ήτο νέα τις και αυθαίρετος, αλλά ήδη γνωστή και αγαπητή εις τους Αθηναίους· εννοείται δ' όμως ότι δυνατόν να ήτο απλώς και μία των ποικίλων εκδόσεων των φερομένων ανά τα διάφορα Ομηρικά κέντρα της Ιωνίας, αλλά πιθανώς ουδαμού υποχρεωτική και δεσπόζουσα· οπωςδήποτε τούτο είναι βέβαιον, ότι ο νόμος εκείνος ήτο σπουδαία αρχή, όπως οριστικώς αφαιρεθή το έπος εκ των χειρών των ραψωδών.

Γινώσκομεν ότι κάτοχοι του έπους εν τη Ιωνία ήσαν οι «Ομηρίδαι» ή «ραψωδοί», και έχομεν τεκμήρια, ότι ούτοι απετέλουν εταιρείας ή σχολάς (63). Γινώσκομεν δε καθόλου πώς απήγγελλεν ο ραψωδός· ηδύνατο δηλαδή να εκλέξη το θέμα του εξ οιουδήποτε μύθου, καθώς οι αοιδοί της Οδυσσείας (64)· είχε δε πιθανώς στίχους τινάς ως εισαγωγήν — τούτο λέγει ο Πίνδαρος, οι δε Ομηρικοί ύμνοι δεικνύουσι τι εννοεί — και πιθανώς στίχους τινάς ως τέλος. Πάντως δε θα εδοκίμαζε να παρεμβάλη στίχους ιδίους και επεισόδια, διά να καταστήση την ραψωδίαν του τερπνήν όσον ήσαν και των άλλων. Ώστε θ' απέρριπτε παν καθωρισμένον κείμενον, και θ' απέκρουε πάσαν υποταγήν των μερών εις έν όλον.

Τα σωζόμενα έπη γέμουσι τοιούτων ιχνών των ραψωδών· ταύτα είναι αναπτύξεις των απαγγελλομένων μύθων και όπου δεν υπάρχει αρκετή ενότης και συνοχή, έχουσι πολλά τα τρωτά. Ούτω λόγου χάριν, εν τω Ε η υπεράνθρωπος αριστεία του Διομήδους επισκιάζει τον Αχιλλέα και διασπά την πλοκήν της Ιλιάδος. Αλλά τι έμελε τούτο τον ραψωδόν, τον επιζητούντα επευφημίας και αποτεινόμενον προς ακροατάς, αγαπώντας τον Διομήδη; Η Δολώνεια του Κ εκεί, όπου ευρίσκεται, δεν είναι δυνατή· διότι όχι μόνον παρατείνει τεραστίως μίαν νύκτα, αλλά και διχοτομεί συνεχή διήγησιν. Αλλά χωριστή θα ήτο θαυμασία. Άλλο παράδειγμα είναι η περιγραφή καθαράς νυκτός, καθ' ήν υπάρχει νηνεμία

εκ τ' έφανεν πάσαι σκοπιαί και πρώονες άκροι
και νάπαι· ουρανόθεν δ' άρ' υπερράγη άσπετος αιθήρ.

{when all the high peaks stand out, and the jutting promontories and glens; and above the sky the infinite heaven breaks open!}

Ταύτα υπάρχουσιν εν τω θ 557, όπου αι πυραί των Τρώων παραβάλλονται προς άστρα· αλλ' υπάρχουσι και εν τω Π 299, όπου η στενοχωρία των Δαναών παρέρχεται ως νεφέλη, αφήνουσα καθαράν νύκτα. Οι σχολιασταί διαφωνούσι πού ήτο η αρχική θέσις. Πανταχού και οπουδήποτε. Τοιούτοι ωραίοι στίχοι, άπαξ ακουόμενοι, ήσαν πειρασμός παντός ραψωδού και ήτο επόμενον να ευρίσκωνται όπου εδίδετο αφορμή. Το αυτό και περί των πολλαπλών παρομοιώσεων του Β 455 κεξ., δηλαδή δεν απηγγέλλοντο πάσαι ομού, αλλ' εξ αυτών ο ραψωδός εξέλεγε την αρέσκουσαν.

Αλλά και όπου η σύνθεσις φαίνεται άψογος, αι μεταξύ των επεισοδίων συνεκτικαί φράσεις «ως οι μεν τοιαύτα προς αλλήλους αγόρευαν» «ως έφατ' ευχόμενος» {Thus then did they fight, Thus then did they pray} και αι αρχαί άλλων θεμάτων διά φράσεων, ως «ήμος δ' ηριγένεια φάνη», {Thus rose Dawn from her bed} υποδηλούσιν ότι άλλος ραψωδός ήρχιζεν εκ του μέσου ενός επικού συνόλου, τα δε προηγούμενα και τα επόμενα εθεωρούντο οπωςδήποτε γνωστά εις τους ακροατάς.

Αλλά περί των σωζομένων ομηρικών επών το θαυμαστόν είναι όχι ότι έχουσιν ίχνη των χειρών των ραψωδών, αλλά ότι δεν έχουσι και περισσότερα. Όπως ευρίσκονται σήμερον, δεν είναι κατάλληλα εις ραψωδίαν. Διότι ως σύνολα είναι παραπολύ μακρά προς απαγγελίαν, πλην εξαιρετικής τινος ευκαιρίας, ως η τότε νομοθετηθείσα, και αρκετά συμπαγή, ώστε δυσκόλως να καταμερίζωνται εις αποσπάσματα στρογγύλα, είναι δε απίθανον ότι ο νόμος προςέδωκεν εις αυτά την παρούσαν μορφήν διά μιας. Απέβλεπε μάλλον εις την ορθήν συνέχειαν της αληθινής αφηγήσεως. Δεχόμενος δε ραψωδούς (65), επέτρεπε πιθανώς εις αυτούς ελευθερίαν εις τον διάκοσμον, και δεν επέβαλλε την προςκόλλησιν εις τας λέξεις του κειμένου.

Την ταξινόμησιν ταύτην μαρτυρεί η όλη ιστορία των επών κατά τον τέταρτον π. Χ. αιώνα, σπουδαίον δε είναι, ότι ταύτα όπως είναι σήμερον οργανικώς αδιαίρετα, προσαρμόζονται μάλλον εις τας απαιτήσεις αναγνωστών· αναγνώστας δε πολλούς ούτε αι Αθήναι, ούτε η Ιωνία είχε περί το 470 π. Χ. Τότε ο μεν Αναξίμανδρος έγραψε τα σοφά του διδάγματα χάριν ολίγων μαθητών, όπως απομνημονεύσωσιν αυτά, ο δε Ξενοφάνης απετείνετο κυρίως διά στίχων εις τα ώτα· μόλις 40 έτη βραδύτερον ο μεν Ηρόδοτος συνέπηξε τας διηγήσεις του εις βιβλίον χάριν των φιλομούσων προς ιδιαιτέραν ανάγνωσιν, ο δ' Ευριπίδης ήρχισε να συνάγη βιβλία.

Τούτο συντελεί όπως εννοήσωμεν πώς έζη και πώς ανεπτύσσετο το ιωνικόν έπος, πριν μεταφυτευθή. Δηλαδή απηγγέλλετο, δεν ανεγινώσκετο· τα επεισόδια της Ιλιάδος και της Οδυσσείας είχον κατά το πλείστον την υπάρχουσαν τάξιν, και τα έπη είχον περίπου το σημερινόν μάκρος, αν και βεβαίως υπήρχον Ιλιάδες χωρίς Κ και Οδύσσειαι, λήγουσαι εκεί, όπου και ο Αρίσταρχος επέραινε το έπος, παραλείπων 1 1/2 ραψωδίαν, ήτοι εις το ψ 296. Αλλά το σπουδαιότερον, η Ιλιάς δεν έληγε κατ' ανάγκην εις την ταφήν του Έκτορος. Διότι γινώσκομεν έκδοσιν, εξακολουθούσαν μετά τον τελευταίον ημών στίχον

Ως οί γ' αμφίεπον τάφον Έκτορος, ήλθε δ' Αμαζών (66)

{So dealt they with the burying of Hector; but there came the Amazon, daughter of Ares, great-hearted slayer of men}

και διηγουμένην τον έρωτα του Αχιλλέως προς την Αμαζόνα, τον φόνον αυτής υπ' αυτού, ίσως δε και τον ανδρείον θάνατον και τούτου. Διότι ο θάνατος του Αχιλλέως, καθώς ενόησεν ο Γκαίτε, είναι το απαιτούμενον τέλος της σωζομένης Ιλιάδος. Ότε ο αθάνατος ίππος Ξάνθος και ο αποθνήσκων Έκτωρ προλέγουσιν αυτόν, αισθανόμεθα ότι οι λόγοι των πρέπει να επαληθεύσωσι, διότι άλλως ο μύθος δεν έχει έννοιαν. Και αν ήτο πράγματι κανείς εκ των επιφανεστέρων Ομηριδών ο απεικονίσας το τελευταίον εκείνο ψυχορράγημα, ότε όχι πλέον ο Κεβριόνης ή ο Πάτροκλος, αλλ' αυτός ο Αχιλλεύς

κείτο μέγας μεγαλωστί, λελασμένος ιπποσυνάων,

{under the blind dust-storm, the mighty limbs flung mightily, and the riding of war forgotten,}

Ο κόσμος πρέπει να μνησικακή κατ' εκείνων, οίτινες εξ υπερβολικής φιλοπατρίας δεν ηνείχοντο τέλος του εθνικού έπους, καταλήγον εις θρίαμβον των Τρώων.

Εννοείται ότι ο ιωνικός Όμηρος δεν είχεν «Αθηναϊκάς παρεμβολάς» ήτοι χωρία ως το εγκώμιον του Μενεσθέως, η περί Σαλαμίνος αξίωσις, η μνεία του Θησέως, της Φαίδρας και της Αριάδνης και τέλος των Αθηναίων, οίτινες καταλέγονται ως «Ιάονες ελκεχίτωνες» { long-robed Ionians}, πολεμούντες ως πεζικόν τάγμα (Ν 685). Προ πάντων δε η γλώσσα του έπους, ει και μη καθαρά, ήτο τουλάχιστον αρκετά διάφορος του κοινού ημών κειμένου· ήτο δηλαδή απηλλαγμένη αττικισμών.

Η ΕΠΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ


Πρέπει ν' αναλύσωμεν την διάλεκτον ταύτην και να ίδωμεν την ιστορικήν αυτής ανάπτυξιν.

Αρχαία και μυκτηρισθείσα διαίρεσις της ελληνικής γλώσσης ήτο η εις τέσσαρας διαλέκτους, ιωνικήν, αιολικήν, δωρικήν και «επικήν». Τούτων αι μεν τρεις πρώται, σημαίνουσιν ή εμφαίνουσιν πραγματικάς φυλετικάς διακρίσεις, η δ' «επική» είναι προδήλως τεχνητόν όνομα. Αλλά και το δηλούμενον πράγμα είν' επίσης τεχνητόν — γλώσσα, ήν ούτε οι Ίωνες, ούτε οι Δωριείς, ούτε οι Αιολείς ελάλησάν ποτε· πλουσία γλώσσα, ρυθμική και κινητική, πολυσύνθετόν τι όργανον προς έκφρασιν του ηρωικού μύθου· διάλεκτος, ως ελέχθη, υποκειμένη καθ' εκάστην φράσιν εις τας απαιτήσεις του επικού μέτρου· τα στερεότυπα αυτών επίθετα, οι φραστικοί τύποι, αι τροπαί του λόγου οιονεί βαίνουσιν επί του εξαμέτρου. Αλλά ενώ υπό μίαν έποψιν είναι τεχνητή, εξ άλλου εμποιεί την εντύπωσιν αυτής της φύσεως λαλούσης. Κοιναί και τυχαίαι φράσεις

[Λ 492] ως δ' οπότε πλήθων ποταμός πεδίονδε κάτεισιν . . . .

{ down from the hills on their head}

[Ο 626]. . . ανέμοιο δε δεινός αήτη| ιστίω εμβρέμεται

{high West wind shouting over a wine-faced sea}

φαίνονται ζωνταναί· δεν αποδίδουσι μεν τον θόρυβον ακριβώς ή τον ήχον, αλλά την όλην αισθητικήν εντύπωσιν χειμάρρου και ανέμου. Αι δε περί ανθρωπίνων αισθημάτων εκφράσεις είν' έτι μαγικώτεραι·

[τ,18] τέτλαθι δη, κραδίη, και κύντερον άλλο ποτ έτλης.

{Bear, O my heart, thou hast borne yet a harder thing.}

Δεν υποβιβάζομεν λοιπόν την επικήν διάλεκτον, λέγοντες ότι, όπως έχει, δεν είναι γλώσσα, αλλά μείγμα γλωσσικώς ασυμφύλων τύπων, νεωτέρων και πρωτογενών.

Υπάρχουσι πρώτον αττικισμοί. Τύποι καθώς Τυδή, έως, νικώντες μόνον επί αττικής γης ηδύναντο να ειςχωρήσωσιν εις τα έπη και μάλιστα όχι πολύ προ του 500 π. Χ. Τουλάχιστον ταποσπάσματα των νόμων του Σόλωνος φαίνονται εν τω συνόλω αρχαϊκώτερα. Αλλά χάριν ακριβολογίας πρέπει να διακρίνωμεν πρώτον μεν τους αντικαταστατούς αττικισμούς — π. χ. υπάρχουσι στίχοι αρχόμενοι από του έως και μετρικώς επανορθούμενοι μόνον διά του Ιωνικού ήος, είναι δηλ. κατά τάλλα δόκιμοι ιωνικοί στίχοι, ο δε αττικός τύπος απλούν σφάλμα του Αθηναίου βιβλιογράφου, — έπειτα δε τους αναποσπάστους αττικισμούς, δηλ. στίχους, μετρικώς ορθούς, όπως ευρίσκονται, αλλά χωλαίνοντας, εάν οι τύποι τραπώσιν εις ιωνικούς· οι στίχοι ούτοι βεβαίως είναι μεταγενέστεροι, συντεθέντες εν τη Αττική, αφού αι Αθήναι παρέλαβον το έπος.

Υπάρχουσι δε και πολυάριθμοι τύποι νόθοι — δηλαδή απόπειραι, γενόμεναι υπό Αθηναίου ραψωδού ή βιβλιογράφου προς συνδυασμόν δυσνοήτου Ιωνικού τύπου και του ιδίου αττικού, οσάκις ο αττικός δεν ήρμοζεν εις το μέτρον. π.χ. ο ιωνικός ήτο ορέοντες, ο δε αττικός ορώντες, ήτοι τρεις συλλαβαί αντί τεσσάρων· τα ημέτερα κείμενα παρέχουσιν ορόωντες, δηλαδή διέστρεψαν τον αττικόν τύπον διά παρατάσεως του ω. Ομοίως το σπείους είναι απόπειρα προς αντικατάστασιν του ασυναιρέτου σπέεος διά του αττικού σπέους και το ευχετάασθαι είναι παράτασις του ευχετάσθαι. Η γραφή βεβαίως ηκολούθει την προφοράν· ο γραφεύς δηλ. έγραφεν ό,τι έλεγεν ο απαγγέλλων.

Αι τοιαύται μεταβολαί θα συνέβησαν μόνον ότε αι Αθήναι δεν ηδύναντο ν' αποβλέψωσιν αλλού προς ακριβεστέραν πληροφορίαν, ότε δηλαδή δεν υπήρχον ιωνιστί λαλούντες αοιδοί, ώστε να διορθώσωσι τους Αθηναίους βιβλιογράφους. Μερικοί μάλιστα τότε μόνον δεν θα εφαίνοντο ανόητοι, ότε η κοινή λεγομένη διάλεκτος ήρχισε να συγχέη τα πραγματικά ιδιώματα και να δανείζεται τα πάντα εκ της αττικής, δηλαδή θα επλάσθησαν περί τα τέλη του τετάρτου π. Χ. αιώνος.

Και ο μεν αποχωρισμός των αττικών τύπων είναι ευκολώτατος· υπάρχει όμως και άλλο μη ιωνικόν στοιχείον της Ομηρικής γλώσσης, πάντοτε αναγνωρισθέν, αλλ' από των αρχαίων ήδη χρόνων διαφόρως εκτιμώμενον, όπερ φαίνεται ότι ανήκεν εις το σύμπλεγμα των διαλέκτων, των λαλουμένων εν Θεσσαλία, Λέσβω και τη Αιολική παραλία της Ασίας, περιλαμβανομένης και της Τρωάδος. Τύποι, καθώς Ατρείδαο, Μουσάων, κεν αντί αν, πίσυρες αντί τέσσαρες, σύνθετα διά του ερι- , επίθετα εις -εννος και πολλαί ρημάτων εγκλίσεις απεδείχθησαν αιολικαί, επίσης δε και πολλαί λέξεις, ως πολυπάμμονος, Θερσίτης, άμυδις.

Αλλ' υπάρχει και άλλη πρωιμωτέρα τάξις «νόθων τύπων», ούτ' αιολικών, ούτε ιωνικών, αλλ' εξηγουμένων μόνον εκ της αναμείξεως αμφοτέρων. Π. χ. το κεκληγώτες δεν είναι γνήσιον· είναι το αρχικώς αιολικόν κεκλήγοντες συνδυαζόμενον καθόσον επιτρέπει το μέτρον προς το ιωνικόν κεκληγότες. Το ηπύτα κήρυξ είναι το αιολικόν άπυτα, συνδυαζόμενον κατά το μέτρον προς το ιωνικόν ηπύτης. Σπουδαιοτάτη δε πασών είναι η χρήσις του F, δίγαμμα ή βαυ, ήχου παρομοίου προς το αγγλικόν W, όστις ηφανίσθη εκ της ιωνικής και της αττικής διαλέκτου και εν τω μέσω λέξεως (ως εις το αγγλικόν Νorwich, Berwich) και εν τη αρχή (όπως εις το who και το λαγκαστριανόν 'ooman). Επέζησεν όμως εν ταις δωρικαίς επιγραφαίς, και όπου της Αιολίδος δεν κατίσχυσεν η ιωνική, μέχρι του πέμπτου και ενιαχού του τετάρτου π. Χ. αιώνος· υπό δε των αρχαίων ωνομάζετο «αιολικόν γράμμα». Υπάρχουσι λοιπόν 3354 χωρία των επών, απαιτούντα την αποκατάστασιν του δίγαμμα — , δηλ. οι στίχοι χωλαίνουσιν άνευ αυτού· εξ άλλου υπάρχουσιν 617 χωρία, όπου κατά την αρχαίαν αιολικήν έπρεπε να υπάρχη, αλλά το μέτρον δεν επιτρέπει τούτο. Δηλαδή το μέγα μέρος των επών εφύλαξε την συνήθειαν και την παράδοσιν της αιολικής προφοράς, μικρόν δε μόνον μέρος την ιωνικήν.

Τα γεγονότα ταύτα συνεζητήθησαν σφοδρότατα· αλλ' ο μόνος τρόπος προς ελάττωσιν της σημασίας αυτών είναι ν' αποδειχθή ότι πάντα δεν είναι αιολικά λείψανα του εβδόμου αιώνος, αλλά πανάρχαιοι ελληνικοί τύποι ανερχόμενοι εις χρόνους, ότε τα επί της ασιατικής ακτής διεσπαρμένα πολίσματα δεν είχον ακόμη συνενωθή εις κοινά «Ιώνων» και «Αιολέων», αλλ' η ιστορική αύτη εικασία άγει ημάς εις δυσκολίας.

Αναμφισβήτητον είναι ότι το «αιολικόν» στοιχείον είναι το παλαιότατον (67)· η γλωσσική και η ιστορία τούτο μαρτυρούσι, σπουδαίον δε φαίνεται το περίεργον γεγονός ότι η εις την αιολικήν μετατύπωσις των επών παράγει ομοιοτέλευτα και παρηχήσεις μηνυούσας παναρχαίαν ποίησιν, τόσον πολλάς, ώστε να μη θεωρηθώσιν ως απλαί συμπτώσεις. Κρατεί δε ως γενικός κανών ότι όπου οι αιολικοί και ιωνικοί τύποι είναι μετρικώς αδιάφοροι — όπου δηλαδή ο στίχος ευοδούται κατ' αμφοτέρους — υπάρχει ο ιωνικός· όπου δε δεν είναι αδιάφορος, τότε επί μεν των παλαιοτέρων του ποιήματος μερών αρμόζει μόνος ο αιολικός, επί δε των μεταγενεστέρων μόνος ο ιωνικός. Όπου δε πάλιν αι δύο διάλεκτοι σημαίνουσι το αυτό πράγμα διά λέξεων όλως διαφόρων, η αιολική λέξις παραμένει καθώς είχε· π. χ. το λαός φυλάττει το α, διότι το ιωνικόν ήτο δήμος. Το δε ιωνικόν νηός (ναός) υπάρχει πανταχού, αλλ' ακριβώς επειδή οι ναοί είναι μεταγενέστεροι· διότι η παναρχαία λατρεία εγίνετο επί βωμών υπαίθρων (68).

Αλλ' υπάρχουσι και πολλαί των κανόνων τούτων εξαιρέσεις. Ο Fick, όστις μετέφρασε πάντα «ταρχαιότερα μέρη» του Ομήρου εις υποτιθέμενον αιολικόν πρωτότυπον, παραλείπων ό,τι δεν δύναται να μετατυπωθή ως μεταγενέστερον ή νόθον, ηναγκάσθη να φανή ανακόλουθος προς την μέθοδόν του· π. χ. οσάκις το Fιδέσθαι δεν επιδέχεται δίγαμμα, πότε θεωρεί αυτό μεταγενέστερον και πότε τρέπει εις ικέσθαι. Καθ' όμοιον τρόπον η συναίρεσις του νικώντες είτ' εμφαίνει αιολικόν τι νικάντες, είτε είναι πρόδηλος αττικισμός. Οσάκις δ' έπειτα παρατηρείται ότι πλην των ιωνισμών όσοι μένουσιν αμετακίνητοι, υπάρχουσι και πολλοί αιολισμοί, ουδαμώς χωρούντες εις το μέτρον, δεν πρέπει να συμπεραίνωμεν ότι ο ιωνισμός των επών είναι αποτέλεσμα σκοπίμου εργασίας Ίωνός τινος αοιδού — ο Fick τολμηρώς αποδίδει τούτο εις Κύναιθον τον Χίον — αλλ' ότι είναι μέρος της βαθμιαίας και μόλις συνειδητής μεταπλάσεως και μετατυπώσεως, εις ήν υπόκειται πάσα παραδιδομένη ποίησις. Η αυτή πορεία διακρίνεται και εις τας ποικίλας διαλεκτικάς παραλλαγάς του Niebelungenlied και του Chanson de Roland. Καλόν δε παράδειγμα παρέχει και η αγγλική Ballad of Sir Degrevant, όπου ο ήρως Agravain έχει D προ του ονόματός του, και πότε μεν ομοιοκαταληκτεί προς το retenaunce ή chaunce, πότε δε προς το recreaunt ή το avaunt. και τούτο διότι κατάγεται εξ αγγλονορμανδικού προτύπου, όπου ο Sieur d' Agrivauns εσχημάτιζεν αιτιατικήν λήγουσαν εις t, d' Agrivaunt (69).

Η ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΤΩΝ ΕΠΩΝ


Το εκ της γλώσσης τεκμήριον είναι ελλιπές, αν μη παρεξετάσωμεν και την υπόθεσιν των επών. Ποία φυλή, λόγου χάριν, ηδύνατο να ενδιαφέρεται περί του θέματος της Ιλιάδος; Η σκηνή υπόκειται εν Τροία επί αιολικού εδάφους. Ήρως δε είναι ο Αχιλλεύς εκ της αιολικής Θεσσαλίας. Ο δε κατ' εξοχήν βασιλεύς, ο Αγαμέμνων, είναι πρόγονος των βασιλέων της αιολικής Κύμης. Άλλοι ήρωες κατάγονται εκ της βορείας και της στερεάς Ελλάδος, εκ Κρήτης και εκ Λυκίας. Τους δε Ίωνας αντιπροσωπεύει μόνον ο Νέστωρ, ήρως υποδεέστερος και μη αναγκαίος εις την πλοκήν του έπους.

Η μαρτυρία αύτη σαλεύει την περί ιωνικής καταγωγής του πυρήνος της Ιλιάδος γνώμην· αλλά μήπως το αυτό επιχείρημα, αγόμενον περαιτέρω, δεν υποδεικνύει κάτι παραδοξότερον, δηλαδή πελοποννησιακήν καταγωγήν; Ο Αγαμέμνων είναι βασιλεύς του Άργους και των Μυκηνών· ο Μενέλαος βασιλεύς της Σπάρτης· ο Διομήδης κατά μικράν τινα σύγχυσιν επίσης βασιλεύς του Άργους· ο Νέστωρ της εν Μεσσηνία Πύλου. Αλλ' η απάντησις εις την απορίαν ταύτην ρίπτει απροσδόκητον φως εις την ιστορίαν των επών. Δηλαδή πάντες οι ήρωες εκείνοι εσύρθησαν εις την Πελοπόννησον εκ των εν τη βόρεια Ελλάδι κατοικιών αυτών!

Ο Διομήδης πρώτον δεν έχει τόπον εις το Άργος· πλην της μετά του Αγαμέμνονος περιπλοκής, η γενεαλογία του μόνον εκ μητρός επιτρέπει την κληρονομίαν ταύτην. Μικρά δε μελέτη των κατά τόπους λατρειών δεικνύει ότι ήτο Αιτωλός ήρως. Ήτο ιδρυτής πόλεων εν Ιταλία και σταθερός σύντροφος του Οδυσσέως, όστις αντιπροσωπεύει τας βορειοδυτικάς νήσους. Ήτο δε υιός του Τυδέως, όστις έφαγε την κεφαλήν του αντιπάλου του, και συγγενής του Αγρίου και των υιών αυτού, ο πράγματι λεοντώδης ήρως των αγρίων φύλων του Βορρά.

Αυτός ο Αγαμέμνων κατήγετο εκ της πεδιάδος της Θεσσαλίας. Είναι βασιλεύς του Άργους και μόνον κατά τινας μεταγενεστέρους στίχους, των Μυκηνών. Ήδη δε ο Αρίσταρχος εσημείωσεν ότι Πελασγικόν Άργος παρ' Ομήρω εσήμαινε την Θεσσαλικήν πεδιάδα. Αλλά και το «ιππόβοτον Άργος» {horse-rearing Argos} θα ήτο το αυτό, διότι το Άργος της Πελοποννήσου δεν είχεν ιππικόν ουδέ κατά τους ιστορικούς χρόνους. Βαθυτέρα δε μελέτη της λέξεως Άργος εντός των επών δεικνύει την βαθμιαίαν αυτής διάδοσιν από της Θεσσαλίας εις την όλην Ελλάδα και κατόπιν τον δεύτερον αυτής εντοπισμόν εν Πελοποννήσω. Ο Αγαμέμνων είναι ο πολυτάλαντος βασιλεύς της Θεσσαλικής πεδιάδος· διά τούτο ανέκαθεν συνδέεται προς τον Αχιλλέα, τον πτωχόν, αλλ' ισχυρόν βασιλέα των παρά την θάλασσαν βουνών, διά τούτο δ' εκλέγει την Αυλίδα ως τόπον συναθροίσεως του στόλου.

Ο δε Αίας κατά την μεταγενεστέραν παράδοσιν είναι Σαλαμίνιος ήρως· αλλά παρ' Ομήρω ουδεμίαν έχει πράγματι πατρίδα. Είναι ο ήρως της επταβοείου ασπίδος, έχων πατέρα τον Τελαμώνα (τον κρατούντα την ασπίδα) και υιόν τον Ευρυσάκη (τον έχοντα ευρύ σάκος)· εάν δ' έχη συγγενείς, πρέπει ν' αναζητήσωμεν αυτούς μεταξύ των γειτόνων του αδελφού του, του Λοκρού, και του Φώκου, αδελφού του πατρός του, όστις ενθυμίζει την Φωκίδα· καίτοι πολλοί μύθοι φαίνονται συνάπτοντες το όνομά του προς την φώκην και παριστώσιν αυτόν ως ήρωα των ακτών (70). Μέχρι τούδε εσχηματίσαμεν γενικήν τινα υπόθεσιν αρχικής του μύθου σκηνής, όπου πάντες οι ήρωες ήσαν εκ της βορείας Ελλάδος. Αλλά πού έγινεν η μάχη;

Ο Αχιλλεύς και Αγαμέμνων υπήρχον εξ αρχής, επίσης δε ο Έκτωρ και το Ίλιον και προ πάντων ο Αλέξανδρος ή Πάρις και η Ελένη. Αλλά πρέπει κατ' ανάγκην το Ίλιον να ήτο εν Τροία εκεί, όπου το Χισαρλίκ; Αξιοσημείωτον είναι ότι η σκηνή των παρομοιώσεων εις ταρχαιότερα μέρη των επών είναι θεσσαλική και όχι ασιατική· ότι ο Έκτωρ (ο κρατών) κατά τους τοπικούς μύθους δεν συνάπτεται προς την ιστορικήν Τροίαν — οι ήρωες αυτής είναι Αινείας καί τις Δάρης (71) ότι ο Αινείας εκείνος καίπερ έπειτα ταυτισθείς προς ένα των ηρώων της χώρας του Χισαρλίκ, αρχικώς φαίνεται φυλετικός ήρως των εν τη νοτία Θεσσαλία Αινιάνων, ακριβώς όπως ο Τεύκρος (ο επιτυγχάνων), ο τοξότης, συνάπτεται βραδύτερον προς το Ίλιον και οι κάτοικοι αυτού γίνονται Τεύκροι. Εν τέλει δε βεβαίως υπάρχει κάποιος μύθος, τον οποίον πρέπει να ερευνήσωμεν. Η αρχική περί της Ελένης μάχη ήτο αναμφιβόλως αγών μεταξύ φωτός και σκότους εν τω ουρανώ, ακριβώς ως οι Νιβελούγγοι απεικόνιζον τα νέφη, ο δε Sigurd ήτο ηλιακός ήρως, πριν καταβιβασθώσιν εις την Ουορματίαν (Worms) και την Βουργουνδίαν. Αλλά φαίνεται ότι πρώτος επίγειος τόπος της Ελένης υπήρξεν όχι η Τροία, αλλά τα νότια της Θεσσαλίας, όπου και οι πρώτοι αοιδοί (72).

Ο Σλήμαν, ότε ανεκάλυψε τα πρώτα θαυμάσια ευρήματα των Μυκηνών και του Χισαρλίκ, επίστευεν ότι εύρεν αυτόν τον νεκρόν του Αγαμέμνονος και αυτό εκείνο το κύπελλον, όπου έπινεν ο Νέστωρ, φέρον άθικτα τα περιστέρια εις τας λαβάς. Σήμερον μειδιώμεν πάντες διά ταύτα· αλλά δύσκολον είναι να ορίσωμεν την πραγματικήν σχέσιν, την υπάρχουσαν μεταξύ του πολιτισμού, του περιγραφομένου υπό του Ομήρου, και των μεγάλων ανακτόρων και τειχών, των τάφων και των όπλων και των αγγείων, άπερ ήδη ανεσκάφησαν εκ τόσων τόπων της Ελλάδος.

Των εννέα διαδοχικών πόλεων του Χισαρλίκ η έκτη κάτωθεν αντιστοιχεί εγγύτατα προς τον πολιτισμόν των Μυκηνών, πολιτισμόν κατά πολλά όμοιον προς τον παριστώμενον εις ταρχαιότερα της Ιλιάδος μέρη. Ο Ομηρικός οίκος δύναται να διαφωτισθή υπό του ανακτόρου της Τίρυνθος. Ο «θριγκός κυάνοιο» {cornice of blue kyanos}, αίνιγμα προτού, εξηγείται υπό των κυανών υαλοειδών τεμαχίων των ευρεθέντων εν Μυκήναις. Οι ανασκαφέντες τάφοι και ταρχαιότερα μέρη του Ομήρου συμφωνούσιν ως προς τούτο, ότι έχουσιν όπλα χαλκά και σιδηρά κοσμήματα, συμφωνούσι δε ουσιωδώς κατά τον οπλισμόν και τα έργα της τέχνης, τα τορευτά ξίφη και τας ασπίδας, τας θήρας λεόντων και ταύρων υπό αρματηλατών, επίσης δε ως προς την πρόδηλον άγνοιαν της γραφής.

Εξ άλλου όμως η ομοιότης επικρατεί μόνον εις ταρχαιότερα μέρη των επών και μάλιστα όχι εντελώς ουδέ εις ταύτα. Οι μεν Μυκηναίοι έθαπτον τους νεκρούς, οι δε ήρωες των επών έκαιον αυτούς· το έθος δε τούτο φαίνεται ότι εκράτησε κατά τας θαλασσίας μεταναστάσεις, ότε οι πλανώμενοι δεν είχον έδαφος ασφαλές προς ενταφιασμόν των οικείων. Οι κάτοικοι της Τίρυνθος μετεχειρίζοντο εργαλεία λίθινα προς κατασκευήν χαλκίνων όπλων, ενώ το αρχαιότατον έπος περιγράφει σιδηρά εργαλεία· εν γένει δε δυνάμεθα ν' αποδεχθώμεν την θεωρίαν του Ε. Μeyer, ότι το έπος ήκμασε κατά τινα «μεσαίωνα» πίπτοντα μεταξύ των μυκηναϊκών και των ενδόξων χρόνων της Ελλάδος (73).

Τοιουτοτρόπως η καθόλου εκ της υποθέσεως των επών μαρτυρία συμφωνεί προς την εκ της γλώσσης, ότι ταρχαιότερα στρώματα του έπους μετεπλάσθησαν εξ αιολικού εις ιωνικόν σχήμα· τα δε νεώτερα μέρη εποιήθησαν εν Ιωνία εν τη διαλέκτω, ήτις τότ' εθεωρείτο ως «επική», ήτοι εν τη αυτή διαλέκτω οποίαν τότε παρουσίαζον τα λοιπά έπη, αλλά μετά τινων ακουσίως ακράτων ιωνισμών· προσέτι δε ότι η μετάφρασις εγίνετο βαθμηδόν, η δε γενική ανάπτυξις διήρκεσεν επί τινας αιώνας· τέλος δε ότι πιθανώς η σπουδαιοτάτη περίοδος της αναπτύξεως ταύτης προήλθεν εκ των μεγάλων μεταναστάσεων των φυλών, όσαι συνέβησαν περίπου χίλια έτη π. Χ. Φαίνεται δε ότι αι μεταναστάσεις εκείναι μετέθεσαν και τον μυθικόν πόλεμον πέραν της θαλάσσης καθ' ούς χρόνους οι ιστορικοί Αιολείς μαχόμενοι κατά της Τροίας, της κάτωθεν του Χισαρλίκ, ηρέσκοντο να ταυτίζωσι τους ιδικούς των πολεμίους προς τους προγονικούς εχθρούς· αι μεταναστάσεις εκείναι κατεβίβασαν και τους εκ Βορρά ήρωας εις την Πελοπόννησον καθ' όν χρόνον ρεύμα Ελλήνων εκ της κοιλάδος του Ινάχου συνήντησεν εν Ασία άλλο, εκ Θεσσαλίας ρεύμα. Και ούτοι μεν συνέβαλον τους ηρωικούς των μύθους, εκείνοι δε τας αναμνήσεις των γιγαντωδών ανακτόρων και της αίγλης της Τίρυνθας και των Μυκηνών.

Αι τοιαύται μεταναστάσεις δεν είναι σπάνια ιστορικά φαινόμενα, αλλ' όμως είναι φαινόμενα εκπλήσσοντα ρωμαντικώς την φαντασίαν των νεωτέρων· π. χ. ο αόριστος θρύλος περί πολέμου εκεί πέραν, προς Βορράν· η ανθρωπίνη χαρά διά τας συμφοράς παλαιών εχθρών υπερορίων· η σκληρά αφύπνισις και φυγή ανδρών, γυναικών και παιδίων· η βιαστική κατασκευή πλοίου· η παράδοσις ζωής και περιουσίας εις άγνωστα πελάγη. Διότι τα σκάφη του καιρού εκείνου ήσαν έρμαια παντός ανέμου, οι δε κοινοί αγρόται θα ήσαν ελάχιστα ναυτικοί. Τοιουτοτρόπως θα εχάνοντο χιλιάδες μεταναστών· αποβιβαζόμενοι δε επί ακτών αξένων, απέθνησκον υπό πείνης ή μαχαίρας. Αλλά και αν κατά καλήν τύχην φιλική πόλις εδέχετο τας γυναίκας και τα παιδία, πάλιν οι ταλαίπωροι άνδρες εξεκίνουν όπως ζητήσωσι διά μέσου αγνώστων και υπό τεράτων οικουμένων θαλασσών τεμάχιον ακατοικήτου γης, όπου ν' αναπαυθώσιν. Ο Αρίσταρχος έθετε τον Όμηρον επί της Ιωνικής μεταναστάσεως. Η γνώμη αύτη θα ήτο κατά τούτο αληθής, ότι αι μεταναστάσεις — και η αιολική και η ιωνική — ανεκίνουν παλαιάς αναμνήσεις οικείας πείρας, εξ ών σειρά επυλλίων συνεχωνεύετο εις μέγα έπος και εδημιουργείτο ο «Όμηρος». Εκ των περιπετειών εκείνων ανυψώθη η Ιωνία· η δε ακμή αυτής υπήρξε και ακμή του έπους.

ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΩΝ


Περί της σχετικής ηλικίας των ποικίλων μερών των Ομηρικών επών έχομεν ήδη σημειώσει πολλά τεκμήρια. Τα χαλκά όπλα είναι αρχαιότερα των σιδηρών, οι ύπαιθροι βωμοί αρχαιότεροι των ναών, η εκ δέρματος ασπίς αρχαιοτέρα της εκ μετάλλου, το πεζή μάχεσθαι (μάρτυς ο «πόδας ωκύς Αχιλλεύς») αρχαιότερον του επί άρματος και τούτο πάλιν αρχαιότερον της ιππασίας και της παρατάξεως πεζικών ταγμάτων. Η δε χρήσις του ονόματος «Άργους» περί της θεσσαλικής πεδιάδος είναι παλαιοτέρα ή η ασαφής αυτού περί της Ελλάδος χρήσις, και αύτη πάλιν παλαιοτέρα της περί Πελοποννήσου. Αλλά πάντα τα τεκμήρια ταύτα πρέπει να χρησιμοποιώνται μετά μεγάλης προσοχής. Όχι μόνον διότι και μεταγενέστερος ποιητής δύναται να μεταχειρισθή αρχαϊκόν τύπον — και ο Σοφοκλής μεταχειρίζεται το χαλκός αντί του ξίφους — αλλά και διότι ταρχαιότερα και σπουδαιότατα επεισόδια είναι και κατά τους τελευταίους χρόνους επανειλημμένως επεξειργασμένα και εξωραϊσμένα. Παραδείγματος χάριν, ο φόνος του Πατρόκλου περιλαμβάνει μέρη τινά νεώτατα· αλλ' ήτο εξ αρχής αγαπητόν θέμα, μεταγενέστεροι δε αοιδοί εξηκολούθουν να καλλωπίζωσιν αυτό.

Τα ονόματα «Ελλάς» και «Αχαιίς γαία» φαίνονται ακολουθούντα την αυτήν περίπου οδόν καθώς το «Άργος». Σημαίνουσι πρώτον την εν Φθία χώραν του Αχιλλέως, την πατρίδα των φυλών εκείνων, όσαι κατόπιν ωνόμασαν την εν Πελοποννήσω αποικίαν των «Αχαΐαν» και την εν Ιταλία «Μεγάλην Ελλάδα». Αλλά κατά το πλείστον μέρος της Ιλιάδος «Αχαιοί» ονομάζονται εν γένει οι Έλληνες, Ελλάς δε σημαίνει την εν Φθία. Εν τη Οδυσσεία ευρίσκομεν το όνομα «Ελλάς» έχον την έπειτα γενικήν σημασίαν, και εν τω Β της Ιλιάδος άπαντα και το «Πανέλληνες». Τούτο μαρτυρεί επέκτασιν του γεωγραφικού ορίζοντος του ποιητού· δηλαδή πρώτον πάντες οι δρώντες ήσαν «Αχαιοί» ή «Αργείοι»· έπειτα τα παλαιά ονόματα Αχαιοί και Αργείοι εξηκολούθουν σημαίνοντα πάντας εκείνους, αλλά το πεδίον των επών επεξετάθη πολύ πέρα των παλαιών ορίων και επεξετείνετο έτι μάλλον. Τα δε τελευταία μέρη της Οδυσσείας περιλαμβάνουσι και την Σικελίαν και την Κυρήνην και περιέχουσιν ειδήσεις τινάς περί των σκυθικών χωρών, ίσως δε και των υπερβορείων. (74)

Άλλην βαθμιαίαν πρόοδον δεικνύουσι τα έθιμα του γάμου. Καθώς παρετήρησεν ο Αριστοτέλης, οι Έλληνες κατ' αρχάς απλώς ηγόραζον τας συζύγους· ωραία κόρη ήτο πολύτιμος, καθό αλφεσίβοια, ήτοι παρέχουσα βόας, διά των έδνων, ήτοι της αμοιβής, ήν προσέφερον χάριν της οι μνηστήρες. Αλλά κατά τους ενδόξους χρόνους το έθιμον αντεστράφη· αντί να λαμβάνη αμοιβήν διά την θυγατέρα του ο πατήρ, έδιδεν αυτός και προίκα· κατά δε τα μεταγενέστερα μέρη των επών τα έδνα σημαίνουσι προίκα. Αλλ' υπάρχουσι και διάμεσοι σταθμοί, έν δε των αδικημάτων των μνηστήρων είναι ότι αρνούνται να πληρώσωσι τα έδνα.

Άλλο χρονολογικόν τεκμήριον παρέχει η χρήσις του υπερφυσικού. Τα έπη όχι μόνον περιέχουσι, καθώς έδειξεν ο Rohde (75) ίχνη παναρχαίας θρησκείας, ήτοι λατρείας των προγόνων και του εξιλασμού των νεκρών ανάμεικτα μετά μεταγενεστέρου «Ιωνισμού», τολμηρού και αθρήσκου, αγνοούντος οιονδήποτε μυστήριον και μεταχειριζομένου τους θεούς ως ρητορικά κοσμήματα ή και χάριν κωμικής διασκεδάσεως, αλλά περιέχουσι και ίχνη εντάσεως ή χαλαρώσεως της υπερφυσικής μηχανής. Εις τας παλαιοτάτας σκηνάς το θείον πρόσωπον εισάγεται μόνον όπου υπάρχει πραγματικόν μυστήριον, όπου δηλαδή υπερφυσική εξήγησις είναι αναγκαία χάριν των απλουστέρων. Ο Οδυσσεύς εμβαίνει εις την πόλιν των Φαιάκων αφανής, και προχωρεί απαρατήρητος, επειδή η Αθηνά περιέβαλεν αυτόν νέφος· εάν δε ο Αχιλλεύς σύρων το ξίφος εναντίον του βασιλέως, αισθάνεται κάτι να τον συγκρατή και να τον νουθετή, τούτο ενέφαινε θείαν χείρα και φωνήν. Αλλά βραδύτερον οι θεοί εισάγονται ως απλά κοσμήματα, πολεμούντες προς αλλήλους και καταντώντες κοινά πρόσωπα των επών. Όσον περισσοτέρας ευρίσκομεν θείας αναμείξεις, τόσον νεώτερον είναι το ποίημα εκείνο, μέχρις ού φθάνομεν εις τας κωμικάς μεταμορφώσεις της Αθηνάς εν τη Οδυσσεία και τας δυσαρέστους σκηνάς των μαχομένων θεών εν τω Ε και τω Υ. Βεβαίως ουδέ τα πρωιμώτατα μέρη των επών ήσαν όλως διόλου άνευ θεών, διότι οι θεοί δεν εδημιουργήθησαν εν τη Ασία· ήσαν «Ολύμπιοι» και είλκον την καταγωγήν και τα στερεότυπα επίθετα εκ της πρώτης πατρίδος των Αχαιών.

Αλλά και η προς έκαστον θεόν σχέσις των επών έχει σημασίαν, όχι μεν χρονολογικήν, αλλά τοπικήν. Ο Ζεύς και η Ήρα ολίγου αξιούνται σεβασμού. Η δε Ίρις είναι καθώς οι αδέξιοι άγγελοι του Ευριπίδου. Ο Άρης φανερά μισείται ως αιμοδιψής και θρασύδειλος Θραξ, Η δε Αφροδίτη η μαχομένη κατ' απήχησιν της φοινικικής Αστάρτης, της αληθώς πολεμικής, γελωτοποιείται και μυκτηρίζεται διά την αδεξιότητά της. Δύο μόνον θεοί ευρίσκουσι σεβασμόν — ο Απόλλων, σύμμαχος μεν των Τρώων, αλλά καθ' όλα θεία μορφή, και ο Ποσειδών, ο κινούμενος εντός ιδιαζούσης αίγλης. Ο λόγος είν' ευνόητος· αυτοί είναι οι πραγματικοί θεοί της Ιωνίας. Και οι άλλοι βεβαίως είναι θεοί· αλλά είναι θεοί άλλων λαών και η περί αυτών γνώμη μας εξαρτάται κατά μέρος εκ της περί των λατρευόντων αυτούς γνώμης. Η Αθηνά τιμάται αμέσως μετά τους δύο ιωνικούς θεούς· εν δε τη Οδυσσεία και τω Κ της Ιλιάδος υπερτερεί αυτών. Αλλ' αι Αθήναι τόσον μόνον κατώρθωσαν· δεν ηδυνήθησαν να πείσωσι την ιωνικήν ποίησιν ν' απεικονίση την σκυθρωπήν θεάν των ως μεγάλην κατά πάντα· η Αθηνά παρέμεινεν εν τω έπει φιλοπόλεμος επίβουλος και αδυσώπητος, καίτοι πιστή σύμμαχος· εκείνη διέπραξε την ασυγχώρητον του Έκτορος προδοσίαν.

Μεγάλη προσοχή χρειάζεται εις την εκτίμησιν της σημασίας των επαναλήψεων και παραθέσεων των στίχων. Παραδείγματος χάριν, ο μετημφιεσμένος Οδυσσεύς αρχίζει να προλέγη την επάνοδόν του [προς την Πηνελόπην] εν τω τ 303 μετά της φυσικής επικλήσεως

ίστω νυν Ζευς πρώτα, θεών ύπατος και άριστος
ιστίη τ' Οδυσήος αμύμονος, ήν αφικάνω.

{Zeus hear me first, of gods most high and great, And brave Odysseus' hearth, where I am come}

Αλλ' ότε λέγει το αυτό [προς τον Εύμαιον] εν τω ξ 158 η πρόρρησις είναι όχι μόνον ασύνετος, αλλά και όλως έκτοπος, αφού ο Οδυσσεύς δεν θέλει ν' αναγνωρισθή, ελαφρά δε προσθήκη

ίστω νυν Ζευς πρώτα θεών, ξενίη τε τράπεζα

{ Zeus, hear me first of gods and thy kind board}

ελέγχει την μίμησιν. Το χωρίον έχει καλώς εν τω τ και κακώς εν τω ξ. Ομοίως το λεγόμενον εν κ 135 είναι φυσικόν·

   ένθα δ' έναιεν
Κίρκη ευπλόκαμος, δεινή θεός αυδήεσσα,

{In the isle there dwelt Kirke fair-tress'd, dread goddess full of song}

διότι η Κίρκη ήτο πράγματι δεινή και η αυδή αυτής ήτο μαγική επωδή· αλλά το εν τω μ 448

   ένθα Καλυψώ
ναίει ευπλόκαμος, δεινή θεός αυδήεσσα

{Calypso in the isle Dwelleth fair-tress 'd, dread goddess full of song}

είναι άτοπον· διότι η Καλυψώ δεν ήτο δεινή, ουδέ αυδήεσσα, πλην κατά μίμησιν της Κίρκης, το δε σπουδαιότερον, η σύνδεσις τοιούτου ρήματος και τοιούτου επιθέτου «ναίει ευπλόκαμος» δεν είναι ομηρικός τρόπος εκφράσεως.

Επίσης η περιγραφή του Ταρτάρου εν τη Θεογονία 720

τόσσον ένερθ' υπό γης όσον ουρανός έστ' από γαίης

{As far 'neath earth as is the heaven above}

είναι φυσική και πρωτότυπος. Αλλά το Ομηρικόν (Θ, 16)

τόσσον ένερθ' Αίδεω, όσον ουρανός έστ' από γαίης

{As far 'neath hell as heaven is 'der the earth}

φαίνεται μίμησις και υπερβολή.

Αλλ' όμως πράγματι η μεν Καλυψώ (δηλ. η καλύπτουσα) είναι πιθανώς αρχέτυπος εν τω μύθω του Οδυσσέως, η δε Κίρκη δευτερεύουσα. Υπήρχον δε άλλοι μύθοι, όπου η Κίρκη είχεν ανεξάρτητον ύπαρξιν και μετέβαλλε τους Αργοναύτας εις άρκτους και τίγρεις, πριν μεταβάλη εις χοίρους τους εταίρους του Οδυσσέως. Η δε Θεογονία, ής το χωρίον δανείζεται η Ιλιάς, δανείζεται και αυτή πολλά χωρία της Ιλιάδος και της Οδυσσείας.

Δύο τινά δύνανται να υποτεθώσι περί των τοιούτων επαναλήψεων· πρώτον μεν ότι πάντα τα τοιαύτα χωρία ανάγονται εις αρχέτυπον μη υπάρχον ήδη, είτε δηλαδή εις ωρισμένον χωρίον μη σωζομένου έπους, είτε εις κοινόν εν τη εποποιία τύπον· δεύτερον δε, ότι τα μεγάλα έπη εξηκολούθουν ν' αναπτύσσωνται επί τόσον χρόνον, ώστε πάντα είχον τον καιρόν να παραλαμβάνωσι στίχους αλλήλων. Εμνημονεύσαμεν ήδη ότι η περιγραφή του φόνου του Πατρόκλου (Π 380-480) περιέχει φράσεις της Οδυσσείας και της Θεογονίας. Αλλά το παραδοξότατον παράδειγμα είναι ότι η εν Άδου σκηνή του ω της Οδυσσείας, το νεώτατον αυτής επίρραμμα, περιγράφει την μνηστηροφονίαν κατά τρόπον, μη συμφωνούντα προς την σωζομένην διασκευήν του έπους, αλλά προς προηγουμένην, ήν εξηφάνισεν η σωθείσα.

Πλην των κατά λέξιν μιμήσεων έχομεν και άλλας, γενικωτέρας. Παραδείγματος χάριν οι μεγάλοι παρ' Ομήρω κατάλογοι, ο των πλοίων εν τω Β, των Μυρμιδόνων εν τω Π της Ιλιάδος, ο των γυναικών εν τω λ της Οδυσσείας σχεδόν αναμφιβόλως απορρέουσιν εκ βοιωτικής ή «Ησιοδείου» πηγής. Επίσης πολλά μέρη του δ’ αποτελούνται εκ συντόμων και ατελών αποσπασμάτων των Νόστων του Αγαμέμνονος, του Αίαντος του μικρού και του Μενελάου. Φαίνονται δε αναφερόμενα εις πληρέστερον και λεπτομερέστερον πρωτότυπον, πιθανώτατα εις την σειράν των * Νόστων, ενός των απορριφθέντων επών. Την δε διήγησιν της Ελένης (δ 247 κεξ.) ότι εν Τροία εβοήθησε τον Οδυσσέα αναφέρει ο Πρόκλος — μάρτυς εννοείται ύποπτος — ως υπάρχουσαν εν τη *Μικρά Ιλιάδι. Η δε επομένη (271 κεξ.) παριστά την Ελένην εχθρικήν προς τους Έλληνας και δεν δύναται ν' απορρέη εκ της αυτής πηγής. Αλλά και αυτή φαίνεται ως επιτομή. Όμοιον είναι και το περί Βελλεροφώντος εν τω Ζ 179, ότι ο Προίτος

πρώτον μεν ρα χίμαιραν αμαιμακέτην εκέλευσεν
πεφνέμεν· η δ' άρ' έην θείον γένος ουδ' ανθρώπων,
πρόσθε λέων, όπιθεν δε δράκων, μέση δε χίμαιρα
δεινόν αποπνείονσα πυρός μένος αιθομένοιο·
και την μεν κατέπεφνε θεών τεράεσσι πιθήσας.

{Proitos first sent him to slay the Chimaira : now she was a thing divine and not mortal, in front a lion, and behind a serpent, and in the middle a wild goat, breathing furious fire. Yet he slew her, obeying the signs of the gods.}

Τίνα σημεία εννοεί και πώς; και ποία η έννοια των επομένων;

αλλ' ότε δη και κείνος απήχθετο πάσι θεοίσιν
ήτοι ο κάπ πεδίον το Αλήιον οίος αλάτο
όν θυμόν κατέδων, πάτον ανθρώπων αλεείνων·
(200 κεξ)

{But when he, too, was hated of all the gods, then verily down the Plain of Wandering alone he wandered, eating his heart, shunning the tread of men!}

το αρχικόν έπος θα έλεγεν, αλλ' η σύνοψις θεωρεί πάσας τας λεπτομερείας ως γνωστάς.

Ο χώρος επιτρέπει μόνον απλάς νύξεις περί του άλλου χρονολογικού τεκμηρίου, όπερ ήδη χρησιμοποιείται μεγάλως εν τη «υψηλοτέρα κριτική», λέγω την ανάλυσιν του μύθου. Αλλ' αξιοσημείωτον είναι π. χ. ότι το περί τα πλοία τείχος εν τη Ιλιάδι είναι μεταγενεστέρα προσθήκη· διότι κτίζεται κατά περίστασιν αδύνατον, πότε υπάρχει και πότε δεν υπάρχει και πάλιν αναφαίνεται μυστηριωδώς, αφού ο Απόλλων κατηδάφισεν αυτό. Ο δε Αχιλλεύς εν τω Π της Ιλιάδος λαλεί ως εάν μη συνέβησαν τα εν τω I. Του Οδυσσέως αι πλάναι εν τω κ και τω μ και ίσως εν τω ι φαίνεται κατ αρχάς ότι συνετέθησαν εις τρίτον πρόσωπον, όχι πρώτον, αι δε εν τω ξ και τω τ πλασταί αυτού διηγήσεις φαίνονται προερχόμεναι εκ παλαιοτέρας του μύθου διασκευής. Του δε τ και των επομένων ραψωδιών οι ποιηταί φαίνονται αγνοούντες ότι η Αθηνά είχε μεταμορφώσει τον ήρωα εν τω ν εις παλαιόν γέροντα και ότι ούτος παρέμεινε γέρων μέχρι του τέλους του σ. Αλλά ψυχή της τοιαύτης κριτικής είναι η λεπτομερής ανάλυσις. Όθεν εκλέγομεν έν προς διασάφησιν παράδειγμα, την μνηστηροφονίαν.

Κατά την σωζομένην έκδοσιν ο Οδυσσεύς αρχίζει διά του τόξου, εξαντλεί όλα του τα βέλη, καταθέτει το τόξον και λαμβάνει δόρυ και ασπίδα και περικεφαλαίαν, άπερ εν τω μεταξύ εκόμισεν ο Τηλέμαχος. Αλλ' ενώ αυτός ήλλασσεν όπλα, τι έκαμνον τα ξίφη των οι 50 εκείνοι απηλπισμένοι άνδρες; Πάντες σχεδόν οι κριτικοί διακρίνουσιν εδώ συνδυασμόν παλαιοτέρας τοξομαχίας προς νεωτέραν δοριμαχίαν. Περί της πρώτης ας αρχίσωμεν από των νίπτρων του τ. Εκεί ο Οδυσσεύς ομιλεί μετά της Πηνελόπης, παρούσης της Ευρυκλείας και των αμφιπόλων. Ο Οδυσσεύς δεν τολμά ν' αναγνωρισθή αμέσως, επειδή γνωρίζει ότι αι αμφίπολοι δεν είναι πισταί. Λαλεί προς την γυναίκα του δι' υπαινιγμών, λέγει ότι είδε τον Οδυσσέα, ότι ο Οδυσσεύς είναι εν τη Θεσπρωτία και ότι αναμφιβόλως θα έλθη προ της λήξεως του έτους εκείνου. Θα ήθελε βεβαίως να αποπέμψη τας αμφιπόλους, αλλά, εννοείται, δεν ημπορεί. Ενθυμείται την Ευρύκλειαν, την παλαιάν τροφόν του· και ότε η Πηνελόπη διατάσσει τας αμφιπόλους ν' απονίψωσιν αυτόν, εκείνος ζητεί όπως η Ευρύκλεια και όχι άλλη πλύνη τους πόδας του. Τότε η γραία διά μιας (τ 392) τον αναγνωρίζει εκ της ουλής. Αλλά κατά την σωζομένην διασκευήν ο «πολύμητις» εκπλήσσεται διά τούτο· απειλεί την Ευρύκλειαν ίνα σιωπήση και δεν επακολουθεί τίποτε. Το δε σπουδαιότερον, η Πηνελόπη, ενώ προ μικρού έμαθε παρ' αξιοπίστου ανθρώπου, ότι ο Οδυσσεύς ζη και τάχιστα θα επανέλθη, αίφνης αποφασίζει ότι δεν ημπορεί πλέον ν' αναβάλη την μνηστείαν, φέρει κάτω το τόξον του ανδρός της, και δηλοί ότι θα υπανδρευθή εκείνον, όστις ήθελε περάσει το βέλος διά μέσου δώδεκα πελέκεων· ο δε Οδυσσεύς ακούει και ευχαριστείται. Δεν υπήρχεν άρα γε αρχικώς κάποιος λόγος της προτάσεως της Πηνελόπης και της χαράς του Οδυσσέως; Βεβαίως υπήρχε δολοπλοκία. Ο Οδυσσεύς ήθελε να τον αναγνωρίση η Ευρύκλεια, ν' αποπέμψη τας αμφιπόλους και ν' αποκαλύψη την είδησιν εις την Πηνελόπην. Κατόπιν οι δύο σύζυγοι εξύφαινον το τέχνασμα του τόξου. Τούτο βεβαίως μέχρι τούδε είναι απλή εικασία· αλλά παραδόξως πιστοποιεί αυτήν η εν τω ω διήγησις του φάσματος του Αμφιμέδοντος. Αύτη δεν είναι η της σωζομένης Οδυσσείας· είναι η παλαιά, η περί φόνου διά του τόξου, σκευωρηθέντος διά συνεννοήσεως των συζύγων (στ. 167).

Την δε δοριμαχίαν προαγγέλλει χωρίον του π (281-298) αθετηθέν υπό των αρχαίων γραμματικών, ως ανακόλουθον προς τα λοιπά. Εκεί ο Οδυσσεύς συνεννοείται μετά του Τηλεμάχου ν' αποκομίση πάντα τα άλλα όπλα εκ του μεγάρου και ν' αφήση μόνον δύο φάσγανα, δύο δόρατα και δύο ασπίδας προς ιδικήν των χρήσιν. Τούτο υπήρξεν αφορμή της διά δοράτων μνηστηροφονίας υπό του Οδυσσέως και του Τηλεμάχου, ήτις εν τη σωζομένη διασκευή συνεδυάσθη ως δεύτερον του φόνου μέρος. Τα ίχνη ταύτα της διά τόξου μάχης και της διά δοράτων (ήτις και πάλιν ετροποποιήθη) ανεζήτησεν ο Otto Seeck (76) καθ' όλα τα σχετικά της Οδυσσείας μέρη.

Περίεργον δε είναι ότι οσάκις δυνάμεθα να παραβάλωμεν τους μύθους των ημετέρων επών προς τους υπό άλλων ποιητών εκφραζομένους και προς την αγγειογραφίαν του πέμπτου π. Χ. αιώνος, πολλάκις — ίσως πάντοτε — τα ημέτερα έπη φαίνονται μάλλον επεξειργασμένα και νεωτερίζοντα. Ούτως εν ταις *Μεγάλαις Ηοίαις ο Αλκίνοος και η Αρήτη δεν είναι σύζυγοι αλλ' αδελφοί· η δε ημετέρα Οδύσσεια μετά προσοχής προσπαθεί να δείξη ότι ήσαν απλώς πρώτοι εξάδελφοι. Ότε δε ο ναυαγός Οδυσσεύς συναντά την Ναυσικάαν, αποσπά κλάδον δένδρου — διά τι; Προφανώς, διά να δειχθή ικέτης, ως ικέτην δε απεικονίζει αυτόν αγγείον του πέμπτου αιώνος. Αλλ' η ημετέρα Οδύσσεια παριστάνει αυτόν κρύπτοντα διά του κλάδου το γυμνόν σώμα, ομοίως δε και ταγγεία του τετάρτου αιώνος. Μία παράδοσις του φόνου του Έκτορος, ήν ηκολούθει ο Σοφοκλής εν τοις *Νίπτροις, παρίστανε τον Αχιλλέα σύροντα τον αντίπαλον ζωντανόν όπισθεν του άρματος. Αύτη είναι η ωμοτέρα και σκληροτέρα παραλλαγή. Η ημετέρα Ιλιάς δεν δύναται μεν ν' αποσιωπήση την αγρίαν ύβριν, αλλά παραλείπει την βάσανον. Πώς και πότε επήλθεν η φιλάνθρωπος αυτή τροπή; Δεν δυνάμεθα να είπωμεν, αλλά βεβαίως προεκρίθη μετά σκέψιν και θα εκανονίσθη ότε τα έπη διεσκευάζοντο χάριν της ιεράς τελετής των Αθηνών.

Η ηθική αυτή βελτίωσις είναι έν των σημείων της τελικής επεξεργασίας των επών. Αύτη παρέδωκεν εις ημάς τας εξαισίας μορφάς της Ελένης και της Ανδρομάχης, όχι ως ευτελών αντικειμένων αγοράς και αρπαγής οποία ποτε υπήρξαν, αλλ' ως γυναικών ετοίμων να εμφανισθώσιν επί της τραγικής σκηνής. Αύτη παρέδωκε τον ευγενή και λαμπρόν των Λυκίων ιπποτισμόν, του Σαρπηδόνος και του Γλαύκου· τον γλυκύν χαρακτήρα του χοιροβοσκού Ευμαίου· την πρόθυμον αυτού περιποίησιν προς τον ξένον, τον δυνάμενον να δώση πληροφορίαν τινά περί του Οδυσσέως, εφόσον εκείνος κρύπτεται· την μοναδικήν του τιμιότητα, ότι και αυτός τρώγει και εις τον ξένον και εις αυτόν τον Τηλέμαχον προσφέρει κρέας χοίρων κατωτέρων, φυλάττων τους καλυτέρους, καθόσον επιτρέπουσιν οι μνηστήρες, διά τον κύριόν του (ξ 3,80· π 49)· και την συγκινητικήν παράβασιν της αρχής του ταύτης, συνοδευομένην υπό πολλών δικαιολογιών, ότ' εχαροποίησεν αυτόν ο πλαστός του Οδυσσέως λόγος· «άξεθ' υών τον άριστον.» (ξ 414) {Bring forth the best of the hogs!}. Αλλ' υπέρ πάντας ο Έκτωρ διεμορφώθη προς το συμπαθέστερον. Η παλαιοτάτη ποίησις βεβαίως τον εμίσει και έχαιρε διά τον σπαραγμόν του, αν και αναμφιβόλως εκεί θα ήτο φοβερώτερος και θ' απεδεικνύετο μάλλον «ανδροφόνος» ή όσον παριστάνει αυτόν η Ιλιάς, όπου όχι μόνον ο Αχιλλεύς, αλλά και ο Διομήδης και ο Αίας και ο Ιδομενεύς και αυτός ο Μενέλαος πλέον ή άπαξ αντιτάσσονται προς αυτόν. Εκ της απόψεως ταύτης εζημιώθη ο Έκτωρ, αλλ' εξάλλου ωφελήθη. Διότι αι τελευταίαι ραψωδίαι τρέπουσι προς αυτόν την συμπάθειαν ημών. Αι δύο κυριώταται ηθικαί αποφάσεις του έπους κατακρίνουσι τον Αχιλλέα ότι έσυρεν αυτόν· οι θεοί φυλάττουσιν άθικτον τον νεκρόν του και αποδοκιμάζουσι την σκληρότητα του νικητού. Αι δε σκηναί του Ζ, ο αποχωρισμός αυτού από της Ανδρομάχης, η προς τον μικρόν Αστυάνακτα τον φοβηθέντα την πατρικήν περικεφαλαίαν συμβουλή, η ήρεμος αποδοχή πάλης κατ' αυτόν ολεθρίας και αγώνος κατ' αυτόν απεγνωσμένου, πάντα ταύτα είναι αληθώς πλήρη μεγάλης φαντασίας. Αλλά το τέλειον αριστοτέχνημα, έν των μεγίστων ποιητικών κατορθωμάτων, είναι η φυγή του Έκτορος εν τω Χ. Η φυγή εκείνη είναι καθαρός, απροκάλυπτος φόβος· και όμως όλοι αισθανόμεθα ότι ο φεύγων είναι ανήρ γενναίος. Μόνον ότι εστάθη έξω των πυλών είναι αρκετόν και δύναται να εμπνεύση θάρρος. Αλλ' ο τρόμος του μακρόθεν επερχομένου Αχιλλέως αυξάνεται καθ' όσον αναμένομεν αυτόν, μέχρις ού καταντά πλέον ακατάσχετος. Ο Έκτωρ τότε φεύγει κατ' ανάγκην και ουδείς δικαιούται να τον ονειδίση· διότι η φυγή εκείνη είναι απλώς νέα σταγών εις το ποτήριον της ειμαρμένης, ήτις απεφάσισεν όπως ο Έκτωρ φονευθή, καή η Τροία, ο Αστυάναξ κατασφαγή και η Ανδρομάχη συρθή δούλη. Εάν ο παλαιός ποιητής απέκλινε προς τον θριαμβευτήν και επέχαιρε διά την καταισχύνην του Έκτορος, ήλθε κατόπιν άλλος, όστις λαμβάνων πάντα τα περιστατικά, μεταστρέφει αυτά αντιθέτως, διότι αισθάνεται πόσον οξυτέρα είναι πάντοτε του ηττημένου η συμφορά και επομένως παθητικωτέρα.

Το δε θαυμαστόν είναι ότι ουδ' ο Αχιλλεύς παραβλάπτεται ενώπιον ημών. Παραμένει τρόπον τινά μέγας μέχρι τέλους· και θλιβόμεθα μεν διά τας ωμάς πράξεις, όπου τον εξωθεί η λύπη, αλλά δεν τον αντιπαθούμεν. Τούτο καταφαίνεται προ πάντων εν τω Ω, όπου ο Πρίαμος εισέρχεται εις την σκηνήν του Αχιλλέως. Ο είς σέβεται τον άλλον, και καθείς καταπνίγει τον πόνον του διά προσποιητής φιλοφροσύνης· αλλά το όνομα του Έκτορος μόλις δύναται να μνημονευθή και οι θεράποντες φυλάττουσι σκεπασμένον τον νεκρόν, μήπως εκ της θέας εκραγή η οδύνη του Πριάμου και θυμωθή ο Αχιλλεύς

και ε κατακτείνειε, Διός δ' αλίτηται εφετμάς

{and Achilles slay him and sin against God}

(Ω 586). Τούτο είναι το αληθινόν πάθος του πολέμου, η όψις των πραγμάτων εξ αμφοτέρων των μερών η αμέτρητος θλίψις, διά την οποίαν ουδείς ατομικώς είναι ορθόν να κατακριθή. Ενίοτε ο Όμηρος, καθό αρχαίος ποιητής, θεωρείται ως μη αβρός και ως μη βαθύς ακόμη. Αλλά δεν είναι τάχα θαύμα λεπτοτάτης φαντασίας ότι συμπαθούμεν προς τον φεύγοντα Έκτορα, τον ωμόν Αχιλλέα, την άπιστον Ελένην, χωρίς μηδ' επί στιγμήν να λησμονήσωμεν τα ιδανικά της ανδρείας, της φιλανθρωπίας και της αρετής;

Η δύναμις αύτη των Ελλήνων, όπως εισχωρώσι ζωηρώς εις τα αισθήματα αμφοτέρων των συγκρουομένων, είναι ίσως το κάλλιστον χάρισμα της ελληνικής μεγαλοφυίας· κατά τούτο συγγενεύουσιν ο Όμηρος, ο Αισχύλος, ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης και τούτο καθωδήγησε τας Αθήνας όπως εύρωσι το δράμα (77).

Β'

ΜΙΚΡΟΤΕΡΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ. ΟΡΦΕΥΣ. ΗΣΙΟΔΟΣ.

ΤΑ ΑΠΟΡΡΙΦΘΕΝΤΑ ΕΠΗ.


Αφού εκ των περιφερομένων πολυπληθών επών απεχωρίσθησαν και συνεπήχθησαν δύο πολυσύνθετα ποιήματα, πολλή και πάλιν απέμενεν ανώνυμος ποίησις, προτού μεν ισότιμος προς τα προτιμηθέντα δύο, αλλά κατόπιν καταμερισθείσα και εγκαταλειφθείσα. Η απορριφθείσα αύτη ποίησις δεν συνετάχθη εις σύνολα χωριστά, αλλ' αφέθη εις πάντα ραψωδόν να τροποποιή αυτήν και να εκλέγη ό,τι θέλει. Είναι δε σήμερον αναχρονισμός η κατάστρωσις σειράς επών, οία τα * Κύπρια, η Ιλιάς, η *Αιθιοπίς, η *Μικρά Ιλιάς, η *Ιλίου Πέρσις, οι *Νόστοι, η Οδύσσεια και η *Τηλιγόνεια, ως ποιημάτων χωριστών και συνεχών, συντεθέντων υπό διαφόρων ποιητών. Τα * Κύπρια π. χ., μέγας όγκος επών, εχόντων κέντρον τας προ του πολέμου πράξεις του Πάριδος και της Κυπρίας θεάς, αποδίδονται εις τον Όμηρον, τον Κρεώφυλον, τον Κυπρίαν, τον Ηγησίαν και τον Στασίνον· η δε *Πέρσις απονέμεται εις τον Όμηρον, τον Αρκτίνον και τον Λέσχην και εις άλλον ποιητήν ονομαζόμενον Ηγίαν, Αγίαν ή Αυγίαν, και καταγόμενον εκ της Τροιζήνος ή της Κολοφώνος. Τινά των ονομάτων τούτων ανήκον ίσως εις πραγματικούς ραψωδούς, άλλα δ' όμως ήσαν εντελώς πλαστά. Ο Κυπρίας π. χ. οφείλει την ύπαρξίν του εις την ανακάλυψιν ότι εν τη φράσει «τα Κύπρια έπη» θα υπήρχεν η δωρική γενική του ονόματος Κυπρίας, ούτω δ' ελύετο το πρόβλημα της πατρότητος των επών.

Αφού δε απέθανεν η προφορική ποίησις — ίσως κατά τον τέταρτον π. Χ. αιώνα — , οι λόγιοι ήρχισαν να συνάγωσι τα λείψανα αυτής. Αλλ' η συναγωγή εκείνη των αρχαίων επυλλίων ολίγους ηύρεν αναγνώστας και ταχέως εξηφανίσθη. Ό,τι δε γινώσκομεν περί των απορριφθέντων επών προέρχεται σχεδόν ολόκληρον εκ των μυθολογικών εγχειριδίων, όσα κατέγραφον την μυθικήν ιστορίαν εις κεφάλαια ή «κύκλους». Έχομεν δε λιθίνους πίνακας, παριστώντας την επικήν ιστορίαν εις σειράν εικόνων. Γνωστοτέρα τούτων είναι η Tabula Iliaca του Καπιτωλίνου Μουσείου, χαραχθείσα ολίγον π. Χ. [και φέρουσα την επιγραφήν

[ω φίλε παι, Θεοδώρειον μάθε τάξιν Ομήρου]

{ the arrangement of Homer }

ήτοι την κατά τινα Θεόδωρον κατάταξιν (78). Είς των πινάκων αναφέρει «Τρωικόν κύκλον» και «Θηβαϊκόν κύκλον». Αλλά μνημονεύεται και ιστορικός κύκλος, όν έγραψε Διονύσιος ο Σάμιος (79) κατά τον γ' ή τον β' π. Χ. αιώνα. Η φράσις λοιπόν «επικός κύκλος» σημαίνει κυρίως μέρος επικής ιστορίας περιλαμβανόμενον εντός μιας επιτομής. Κατά συνήθη δε κατάχρησιν ελέγοντο «κύκλος» και αυτά τα αρχαία έπη, τα γνωστά μόνον ως πηγαί των εγχειριδίων. Ούτω σφάλλεται ο Αθηναίος παραπέμπων (εν βιβλ. ΙΑ' σ. 477 e και 481 e) εις τον ιστορικόν Κύκλον του Διονυσίου διά των λέξεων «εν τοις περί του Κύκλου», ήτοι εκλαμβάνων τον κύκλον ως σημαίνοντα τα έπη.

Κυριωτάτη ημών πηγή είναι κάποιος Πρόκλος, πιθανώς Βυζαντινός (80), εξ ού αντλούμεν περίληψίν τινα του Τρωικού κύκλου, φερομένην εν τω ενετικώ κώδικι Α και εν τη Μυριοβίβλω του Φωτίου. Εάν παν ό,τι λέγει ο Πρόκλος ήτο αληθινόν, θα ήτο σπουδαιότατον. Αλλ' όχι μόνον αναχωρεί από ψευδούς αντιλήψεως της συστάσεως των επών — ταύτα πιθανώς εξηφανίσθησαν αιώνας όλους προ του Παυσανίου — αλλά και φαίνεται ότι έγραψε παραλαβών το κείμενον εξ επιτομής τινος, συμφωνούσης ενίοτε κατά λέξιν προς την του Απολλοδώρου — έπειτα δε είτ' εξ εικασίας είτε άλλως πως παρενέβαλε τας φράσεις «Εξής δε εστιν Ιλιάδος μικρής βιβλία τέσσαρα Λεσχέω Μυτιληναίου περιέχοντα τάδε» «Έπεται δε τούτοις Ιλίου Πέρσιδος βιβλία δύο Αρκτίνου Μιλησίου, περιέχοντα τάδε». Διότι γνωστόν εκ της μνείας παλαιοτέρων συγγραφέων είναι ότι τα έπη εκείνα είχον έκτασιν πολύ περισσοτέραν ή όσην ο Πρόκλος παραχωρεί. Π. χ. η *Μικρά Ιλιάς αρχίζει κατ' αυτόν εκ της περί των όπλων του Αχιλλέως φιλονικίας του Αίαντος και του Οδυσσέως και καταλήγει εις την παραδοχήν του Δουρείου ίππου. Αλλά πολύ απωτέραν αρχήν μηνύει αυτό το σωθέν προοίμιον του έπους

Ίλιον αείδω και Δαρδανίην εΰπωλον,
ης πέρι πολλά πάθον Δαναοί θεράποντες Άρηος·

{ I sing of Ilion and Dardania, land of chivalry, for which the Danaoi, henchmen of Ares, suffered many things; }

απώτερον δε τέλος αποδεικνύουσι τα εξ αυτού αποσπάσματα τα περιγράφοντα την άλωσιν. Εκείθεν πηγάζουσι π. χ. οι στίχοι του Βεργιλίου [Aen. II 575] περί του Αινείου, όστις εσκόπει να φονεύση την Ελένην, αλλά συνεκρατήθη υπό της Αφροδίτης· εν τη Μικρά Ιλιάδι αυτή της Ελένης η καλλονή παρέλυε τον Μενέλαον. Αλλ' εν γένει ο Βεργίλιος, καθώς και η πηγή του Πρόκλου, προτιμά την πληρεστέραν παραλλαγήν, την προερχομένην εκ του κυρίου περί της αλώσεως έπους, του «Αρκτίνου του Μιλησίου», ενώ ο Θεόδωρος απορρίπτων αμφότερα τα έπη, ακολουθεί την λυρικήν Πέρσιν του Στησιχόρου.

Επίσης ο Πρόκλος παριστάνει την * Αιθιοπίδα και την *Πέρσιν ως δύο χωριστά έπη, έχοντα μεταξύ μέγα χάσμα. Η κατ' αυτόν *Αιθιοπίς αρχίζει αμέσως από του τέλους της Ιλιάδος, περιγράφει τους άθλους της Αμαζόνος Πενθεσιλείας και του Αιθίοπος Μέμνονος και λήγει εις την περί των όπλων του Αχιλλέως φιλονικίαν. Η δε *Ιλίου Πέρσις αρχίζει από της εισαγωγής του Δουρείου ίππου. Η *Αιθιοπίς είχε πέντε βιβλία, η δε *Πέρσις δύο, ήτοι εν όλω επτά. Είς όμως των πινάκων παριστά και τα δύο ποιήματα ως έν συνεχές εξ 9500 στίχων, τόσοι δε θ' απετέλουν δέκα τουλάχιστον βιβλία. Εξάλλου ο Πρόκλος αναφέρει τους *Νόστους, οι οποίοι θα ήσαν σειρά χωριστών ραψωδιών καθώς περίπου αι *Ηοίαι, (βλ. κατωτέρω), ως έν έπος.

Περί δε της χρονολογίας των επών τούτων λέγομεν ότι την τελικήν των μορφήν προσέλαβον πολύ βραδύτερον ή τα σωζόμενα Ομηρικά και τότε, καθώς φαίνεται, μάλλον χάριν της ιστορικής ύλης ή της ποιητικής αξίας. Περιέχουσι φράσεις της Ιλιάδος, της Οδυσσείας και της Θεογονίας· παραμελούσι δε οικτρώς το δίγαμμα και νεωτερίζουσιν εις την γλώσσαν. Εξ άλλου όμως είναι σφάλμα να εκλάβωμεν τας περί προγονολατρείας, μαγικής, καθαρμών και των τοιούτων μαρτυρίας αυτών ως μεταγενέστερα σημεία. Ταύτα πάντα είναι παμπάλαια έθιμα, άπερ ο Όμηρος αφήκεν αμνημόνευτα, όπως και άλλα πολλά, εξ οιαςδήποτε είτε φυλετικής, είτε κοινωνικής, είτε και άλλης αντιπαθείας προς αυτά. Και η ύλη των απορριφθέντων επών είναι συχνά παλαιοτάτη. Είδομεν ήδη την σχέσιν του δ της Οδυσσείας προς την *Μικράν Ιλιάδα. Εν δε τοις *Κυπρίοις ο Αλέξανδρος επιφαίνεται εν όλη τη παλαιά του δόξη, ως κατακτητής της Σιδώνος· υπάρχει δε κατάλογος των Τρώων, όστις αδύνατον ήτο ν' αντιγραφή εκ του σωζομένου ισχνού του Β, είναι δε μάλλον πηγή αυτού· υπάρχει μία διήγησις του Νέστορος φαινομένη μάλλον ως το πρωτότυπον της Νεκυίας· Η δε φράσις «Διός δ' ετελείετο βουλή» είναι βεβαίως ολιγώτερον φυσική εκεί όπου ευρίσκεται εν τη Ιλιάδι ή εν τοις *Κυπρίοις, όπου αναφέρεται εις το όλον σχέδιον της διά του Τρωικού πολέμου ανακουφίσεως της γης από του ανθρωπίνου βάρους. Έχομεν 125 διάφορα των *Κυπρίων αποσπάσματα, εξ ών το έπος φαίνεται χωριστόν και ανεξάρτητον από της άλλης επικής παραδόσεως.

Και η *Τηλεγόνεια, αν και καθ' ύλην ήτο απλώς συνέχεια της Οδυσσείας, παριστάνουσα τον υιόν του Οδυσσέως και της Κίρκης Τηλέγονον πλέοντα προς αναζήτησιν του πατρός του, ακριβώς όπως έπραξε και ο Τηλέμαχος, είναι πλήρης γνησίως αρχαϊκού μύθου. Ο Οδυσσεύς επαναλαμβάνεται εν τω υιώ, καθώς ο Αχιλλεύς, και καθώς ο Λανσελώτος και ο Τριστάνος. Υιός του «μακράν περιπλανωμένου» είναι ο «μακράν μαχόμενος» (Τηλέμαχος) και άλλος εκ της Καλυψούς ο «μακράν δαμάζων» (Τηλέδαμος). Ο τοξότης είχε τοξότην υιόν και ο υιός πλανάται, διότι και ο πατήρ επλανήθη. Το δε τέλος της *Τηλεγονείας φέρει τον απλούστατον μυθικόν τύπον. Ο Τηλέγονος ακουσίως πληγώνει θανασίμως τον πατέρα του, εκείνος δε του δίδει την Πηνελόπην ως γυναίκα. Αυτός φέρει πάντας εις την μαγικήν νήσον της Κίρκης, εκείνη καθαρίζει αυτόν του φόνου και καθιστά τον Τηλέμαχον και την Πηνελόπην αθανάτους· εντέλει δε οι δύο υιοί νυμφεύονται τας μητρυιάς των· αλλ' ο Οδυσσεύς μένει, ως φαίνεται, νεκρός. Τούτο δεν είναι μεταγενέστερον ή διεσκευασμένον έπος. Ο ποιητής αυτού, ο Κυρηναίος Ευγάμων (ο καλούς γάμους ποιών) εθεωρείτο ίσως τραχύς υπό των Ελλήνων του πέμπτου αιώνος· αλλά θα ήτο αγαπητός μεταξύ των παλαιών μυθοποιών, οίτινες εποίουν τον Ηρακλή αρμόζοντα την Δηιάνειραν μετά του Ύλλου, και τον Οιδίποδα νυμφευόμενον την χήραν του αποθανόντος βασιλέως ως μέρος της βασιλείας.

Τα κριτικά ζητήματα, τα γεννώμενα εκ των απορριφθέντων επών, είναι πολλά. Πώς π.χ. μόνη η *Μικρά Ιλιάς αφέθη φέρουσα το γλωσσικόν του έπους ένδυμα τόσον λεπτόν, ώστε να διαφαίνεται πανταχού το αιολικόν ιδίωμα; Ο στίχος

νυξ μεν έην μέσσα, λαμπρά δ' επέτελλε σελάνα

παρέχει το μακρόν αιολικόν α και πιθανώς τα διπλά σύμφωνα, άλλοι δε στίχοι ετροποποιήθησαν μόνον επιπολαίως. Πιθανώς έπη τινά εξηκολούθησαν να άδωνται μόνον εν τη Λέσβω κατά την επιχώριον διάλεκτον μέχρι του χρόνου των αρχαϊκών συλλογών του τετάρτου π. Χ. αιώνος ή και κατόπιν· και ίσως εάν ποτε το ποίημα τούτο ανεκαλύπτετο εξ αιγυπτιακού τινος τάφου, θα είχομεν δείγμα του κοινού και δημοτικού έπους, πριν τορνευθή υπό της ιωνικής ευφυίας. Καθόλου το ύφος αυτού φαίνεται άκαμπτον, παραβαλλόμενον προς την γλώσσαν, ήν εμφαίνουσιν η μιλησιακή Αιθιοπίς και η * Ιλίου Πέρσις.

Μεταξύ των άλλων απορριφθέντων επών ήσαν καί τινα ανήκοντα εις «κύκλον» δυνάμενον να ονομασθή κοσμικόν, ως η [υπό του Αθηναίου μνημονευομένη] *Τιτανομαχία. Ο δε Θηβαϊκός κύκλος, ο θεωρούμενος υπό των γραμματικών ως εισαγωγή εις τον Τρωικόν, περιελάμβανεν *Οιδιπόδειαν, *Θηβαΐδα και *Επιγόνους, έπος πραγματευόμενον περί των απογόνων των Επτά, οίτινες εκυρίευσαν τας Θήβας. Παρασιωπώμεν την *Μινυάδα, την *Οιχαλίας Άλωσιν, την *Δαναΐδα, την *Ατθίδα και άλλα (81).

ΥΜΝΟΙ Ή ΠΡΟΟΙΜΙΑ


Έθιμον των ραψωδών ήτο «από θεού άρχεσθαι» ήτοι συνήθως εκ «Διός» ή από των Μουσών. (82) Τούτο έδωκεν αφορμήν εις ανάπτυξιν του προοιμίου, ως χωριστού είδους ποιήσεως, ής δείγματα παρέμειναν οι λεγόμενοι Ομηρικοί ύμνοι· η λέξις «ύμνος» δεν είχεν ακόμη την έπειτα θρησκευτικήν χροιάν. Τα βραχύτατα των προοιμίων τούτων απλώς επικαλούνται τον θεόν διά των οικείων επιθέτων, αναφέρουσί τινα των κατορθωμάτων αυτού και καταλήγουσι συνήθως εις τον στίχον

αυτάρ εγώ και σείο και άλλης μνήσομ' αοιδής.

{ Beginning from thee, I will pass to another song }
 
Οι πέντε μακρότεροι ύμνοι είναι, όπως και οι Πινδαρικοί επίνικοι, παραδείγματα του πού δύναται να φθάση λογοτεχνικόν είδος, απομακρυνόμενον του αρχικού σκοπού του, μέχρις κατανοηθή ότι υπερέβη τα όριά του. Το προοίμιον ανεπτύχθη ως κάτι χωριστόν, μέχρις ού δεν ήτο πλέον προοίμιον.

Η σωζομένη συλλογή περιλαμβάνει 34 ποιήματα διαφόρων χρόνων και τόπων, η δε παράδοσις του κειμένου είναι σφόδρα συγκεχυμένη Π. χ. οι πρώτοι 546 στίχοι φέρονται ως είς ύμνος, εις τον Απόλλωνα. Αλλά πάντως περιλαμβάνουσι δύο ύμνους, τον μεν πρώτον (1-178) υπό Ίωνος ποιητού περί της γεννήσεως του ιωνικού θεού επί της τραχείας Δήλου, τον δε δεύτερον υπό ποιητού της Στερεάς Ελλάδος περί του φόνου της δρακαίνης [στ. 300] και της εν Δελφοίς εγκαταστάσεως του δωρικού θεού. Αλλά και πάλιν τα δύο ταύτα μέρη δεν είναι απλά, αλλ' αποτελούνται υπό χωριστών, πράγματι δε ο Αθήναιος [Α' σ. 22 β] λέγει «εν τοις εις Απόλλωνα ύμνοις». Το ιωνικόν μέρος του ύμνου είναι πιθανώτατα το παλαιότερον μέρος της σωζομένης συλλογής. Και αναφέρεται μεν ως Ομηρικόν υπό του Θουκυδίδου (Γ' 104,4) και του Αριστοφάνους (Όρν. 575), αλλ' αποδίδεται εις τον Ομηρίδην Κύναιθον τον Χίον υπό του γραμματικού Διδύμου· τούτο σημαίνει ότι δεν ήτο νεώτερον των απορριφθέντων επών. Ο δε εις Ερμήν ύμνος παρέχει χρονολογικόν τεκμήριον, περιγράφων την επτάχορδον φόρμιγγα ως αμέσως ευρεθείσαν υπό του θεού, εγράφη δηλαδή αφού η αρχική τετράχορδος είχεν όχι μόνον παλαιωθή, αλλά και λησμονηθή. Το ωραίον απόσπασμα (ζ') το περί της συλλήψεως του Διονύσου υπό Τυρσηνών πειρατών, φαίνεται ως αττικόν έργον του πέμπτου ή και του τετάρτου π. Χ. αιώνος. Το δε εις Πάνα προοίμιον (ιθ') είναι πιθανώς των Πτολεμαϊκών χρόνων. Τέλος δε ο εις Άρη (η') ύμνος φαίνεται μάλλον του τετάρτου μ. Χ. αιώνος.

Όσον εφθαρμένοι και αν είναι οι σωθέντες ύμνοι, αναγινώσκονται πάντοτε λίαν ευαρέστως. Ο εις Αφροδίτην, περιγράφων μόνον την επίσκεψιν της Αφροδίτης εις τον Αγχίσην, βόσκοντα τους βους επί της Ίδης, εκφράζει κάλλιον παντός άλλου ελληνικού έργου την άνετον εκείνην χαράν του φυσικού βίου, ήτις κοινώς νομίζεται ως ελληνικόν γνώρισμα. Ο εις Δήμητρα, όστις ανευρέθη [κατά τα 1780] εν Μόσχα (83) «μεταξύ χοίρων και ορνίθων», είναι πιθανώτατα ο κάλλιστος πάντων. Είναι δε περίεργος καθό πρώιμον αττικόν ή ελευσινιακόν έργον. Μέρη τινά είναι ίσως υδαρά και αδύνατα, αλλά το πλείστον είναι άξιον του μεγαλοπρεπούς μύθου, εξ ού εβλάστησεν, ως λ. χ. το εν αρχή μέρος, το παριστών την Περσεφόνην

παίζουσαν κούρησι συν Ωκεανού βαθυκόλποις 5
άνθεά τ' αινυμένην, ρόδα και κρόκον ηδ' ία καλά
λειμών' αμ μαλακόν και αγαλλίδας ηδ υάκινθον
νάρκισσόν θ' όν φύσε δόλον καλυκώπιδι κούρη
Γαία, Διός βουλήσι, χαριζομένη Πολυδέκτη,
θαυμαστόν γανόωντα, σέβας δε τε πάσιν ιδέσθαι . . .
Η δ' άρα θαμβήσασ' ωρέξατο χερσίν αμ' άμφω 15
καλόν άθυρμα λαβείν· χάνε δε χθων ευρυάγυια
Νύσιον αμ πεδίον, τη όρουσεν άναξ πολυδέγμων
ίπποις αθανάτοισι, Κρόνου πολυώνυμος υιός.
Αρπάξας δ' αέκουσαν επί χρυσέοισιν όχοισιν
ήγ' ολοφυρομένην . . .

{ Okeanos' 'deep-breasted daughters, and plucking flowers, roses and crocus and pretty pansies, in a soft meadow, and flags and hyacinth, and that great narcissus that Earth sent up for a snare to the rose-face maiden, doing service by Gods will to Him of the Many Guests. The bloom of it was wonderful, a marvel for gods undying and mortal men; from the root of it there grew out a hundred heads, and the incensed smell of it made all the wide sky laugh above, and all the earth laugh and the salt swell of the sea. And the girl in wonder reached out both her hands to take the beautiful thing to play with ; then yawned the broad-trod ground by the Flat of Nysa, and the deathless steeds brake forth, and the Cronos-born king, He of the Many Names, of the Many Guests ; and He swept her away on his golden chariot.}

Αυτό το επίθετον του Αϊδωνέως «πολυσημάντωρ Πολυδέγμων» { Him of the Many Thralls, of the Many Guests, } απεικονίζει το μεγαλείον αυτού επαξίως του όλου μύθου (84).

ΚΩΜΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Των εις τον Όμηρον αποδιδομένων κωμικών ποιημάτων το μόνον σωζόμενον παράδειγμα είναι η Βατραχομυομαχία, καλή παρωδία του πολεμικού έπους. Πρόδηλον μύθευμα, παραδόξως πιστευόμενον υπό του Α. Ludwig εν τη μεγάλη αυτού εκδόσει, απέδιδεν αυτήν εις τον Κάρα Πίγρητα, όστις επολέμησε κατά τα Μηδικά. Η μάχη ήρχισε διότι ο μυς Ψιχάρπαξ, ελθών εις λίμνην, διά να σβήση την δίψαν του, επείσθη υπό του βασιλέως των βατράχων Φυσιγνάθου, υιού του Πηλέως (ο ήρως του Πηλίου κατήντησεν εδώ του πηλού!) να καθίση εις την ράχιν του, διά να ίδη τα βασίλειά του. Δυστυχώς ύδρος τις — συνήθως σημαίνει νεροφείδι, αλλ' εδώ ίσως νοείται άλλο είδος υδροβίου ζώου — έδειξε την κεφαλήν του έξω του νερού και ο βάτραχος αμέσως εχώσθη εις το βάθος. Ο ποντικός επνίγη, αλλ' όχι ανεκδίκητος. Κάποιος συγγενής τον είδεν εκ της όχθης, και ήρχισε φοβερός πόλεμος, όπου διέπρεψαν οι ποντικοί. Τέλος η Αθηνά παρεκάλεσε τον Δία να προλάβη τον όλεθρον των βατράχων. Ο Ζευς κατέπεμψε πρώτον κεραυνούς, έπειτα δε καρκίνους, οίτινες έτρεψαν τους ποντικούς, και ούτως έληξεν ο πόλεμος (85).

Τοιαύτα κωμικά περί μαχών ποιήματα φέρονται πολλά· Αραχνομαχία, *Γερανομαχία, *Επάκτιον. Τινά τούτων ήσαν ιαμβικά και επομένως ξένα της Ομηρικής ποιήσεως. Ονομαστότατον δε πάντων των κωμικών επών ήτο ο *Μαργίτης, επονομαζόμενος ούτως εκ του ήρωος, όστις ήτο μάργος, κενοδόξος και ανίκανος κατά τον αθάνατον στίχον

Πόλλ' ηπίστατο έργα, κακώς δ' ηπίστατο πάντα.

και πάλιν

Τον δ' ούτ' αρ σκαπτήρα θεοί θέσαν, ούτ' αροτήρα
ούτ' άλλως τι σοφόν πάσης δ' ημάρτανε τέχνης
.

{ He was not meant by the gods for a digger or a ploughman, nor generally for anything sensible; he was deficient in all manner of wisdom. }

Μεταγενέστεροι μετρικοί συγγραφείς λέγουσιν ότι το ποίημα ήτο μείγμα ηρωικών και ιαμβικών στίχων, τούτο δ' εμφαίνει μεταγενεστέραν νοθείαν παλαιού έργου, αδύνατον δε ν' αληθεύη περί του ποιήματος, όπερ ο Αριστοτέλης ενόμιζεν ως Ομηρικόν (86). Ο Μαργίτης θα ήτο κωμικώτερος του Σχολαστικού του Ιεροκλέους, του ήρωος των Αστείων, βιβλίου, εξ ού ελήφθησαν και πολλοί αστεϊσμοί του αγγλικού Joe Millers. Ο Σχολαστικός ήτο εντελώς μωρός μετά τινος αγαστής μετριοφροσύνης.

Αλλά τι εννοούσιν οι καλούντες τα ποιήματα ταύτα Ομηρικά; Τούτο μόνον, ότι προέρχονται εκ χρόνων, ότε το όνομα των ποιητών ενομίζετο ανάξιον μνείας και ίσως και τούτο, ότι, προκειμένου περί κωμικής μάχης, αστειότερον ήτο να παρασταθή αυτή ως έργον του θείου Ομήρου.

ΗΣΙΟΔΟΣ


Ως το περί πολέμων και περιπλανήσεων έπος επροσωποποιήθη, αποδοθέν εις τον «Όμηρον», τον αοιδόν των βασιλέων, ούτω το απλώς διδακτικόν έπος επροσωποποιήθη, αποδοθέν εις τον αγροτικόν ποιητήν «Ησίοδον». Είναι αλήθεια ότι τα Ησιόδεια ποιήματα περιέχουσι προσωπικάς τινας μνείας και έν αυτών, τα Έργα συχνότατ' αποτείνεται προς τον «Πέρσην», υποτιθέμενον ως φίλον του ποιητού, άπαξ δε ως αδελφόν του. Αλλ' είδομεν ότι αι μνείαι είναι πλασταί, πιθανώς δε και ο Πέρσης είν' επίσης πλάσμα. Διότι αν πραγματικός άνθρωπος είχεν αρπάσει την κληρονομίαν του Ησιόδου διά διαφθοράς των «δωροφάγων βασιλέων», ο Ησίοδος δεν θ' απέμενε φίλος του. Ο Πέρσης είναι πρόσωπον πλασθέν, όπως ακούη το διδακτικόν έπος και πράγματι εκτελεί το καθήκον τούτο. Αφού ο Ησίοδος θέλει να επαινέση την φιλεργίαν και να ψέξη τας αδικίας των ανθρώπων και ιδίως των δικαστών, ο «Πέρσης» πρέπει να είναι οκνηρός ως σκύλος, άπειρος του κόσμου και φιλόδικος. Αφού δε ο Ησίοδος θέλει να εγκωμιάση την δικαιοσύνην, ο Πέρσης πρέπει να φαίνεται φίλος πάσης λαθροχειρίας. Δεν έχομεν λοιπόν πληροφορίαν τι ήτο ο Ησίοδος, αλλά μόνον παράδοσιν ποίος εικάζετο ότι ήτο. Κατ' αυτήν εγεννήθη εν Κύμη της Αιολίδος· ο πατήρ του μετοικήσας εις Βοιωτίαν, ήλθεν εις την Άσκραν, κώμην εύμορφον και εύφορον, ήτις κείται επί των προπόδων του Ελικώνος, αλλ' υπό του ποιητού περιγράφεται ως

χείμα κακή, θέρει αργαλέη, ουδέποτ' εσθλή.

{ bad in winter, insufferable in summer }

Εκεί έβοσκε ποίμνια επί του Ελικώνος, μέχρις ού μίαν ημέραν αι Μούσαι τον εχαιρέτισαν ως εξής [Θεογ. 26]

«Ποιμένες άγραυλοι, κάκ' ελέγχεα, γαστέρες οίον,
ίδμεν ψεύδεα πολλά λέγειν ετύμοισιν ομοία
ίδμεν δ' εύτ' εθέλωμεν, αληθέα γηρύσασθαι
»·

{Boors of the wild fields, by-words of shame, nothing but belly! We know how to tell many false things true-seeming, but we know how to speak the real truth when we will. }

τούτο έκαμε τον Ησίοδον ποιητήν. Αλλ' ουδέν άλλο πληροφορούμεθα περί αυτού μέχρι του θανάτου του, πλην μόνον ότι διέβη ποτέ το μεταξύ Αυλίδος και Χαλκίδος στενόν, όπως αγωνισθή και αυτός εις τον κατά την ταφήν του βασιλέως της Ευβοίας Αμφιδάμαντος ποιητικόν αγώνα και ότι ουδέποτε επέρασε θάλασσαν, καίτοι πολλά συμβουλεύει περί ναυτικών πραγμάτων. Απέφευγε δε την Πελοπόννησον, διότι χρησμός προείπεν ότι θ' απέθνησκεν εν Νεμέα· αλλ' εφονεύθη εν τω ιερώ του Νεμείου Διός παρά την Οινόην και ερρίφθη εις την θάλασσαν υπό των αδελφών της Κλυμένης ή Κτιμένης, ήτις ελέγετο ότι εγέννησεν υιόν εις τον ογδοηκοντούτη ποιητήν· αλλ' οι δελφίνες εκόμισαν το σώμα εις την ξηράν και επίσημος τάφος ανηγέρθη εν Ορχομενώ. Ο υιός ήτο ο πολύς λυρικός Στησίχορος!

Αλλά τούτο δεν είναι ουδέ μύθος γνήσιος· είναι πλαστόν μύθευμα των αρχαίων γραμματικών. Αλλ' ίσως εκ των μυθευμάτων τούτων δυνάμεθα να πορισθώμεν ιστορικήν τινα είδησιν. Τα περί των επών λεγόμενα μαρτυρούσι πάντα ότι εν Βοιωτία υπήρχε παλαιά αγροτική ποίησις, πιθανώτατα απότοκος των παλαιών αιολικών ραψωδιών των Αχαιών, εξ ών ανεπτύχθη ο «Όμηρος»· και ότι η ποίησις εκείνη επλουτίσθη ποτέ και ενισχύθη διά του υψηλού έπους της Ιωνίας. Ότι δηλαδή πιθανώς Ίωνες ποιηταί εγκατεστάθησαν εις την Βοιωτίαν και παρέλαβον την επιχώριον ποίησιν. Εάν δε είς εξ αυτών ωνομάζετο Ησίοδος, τούτο είναι σχεδόν ασήμαντον· το όνομα δεν φαίνεται πλαστόν (87). Οπωςδήποτε η βοιωτική ποίησις ήνθησεν ως χωριστόν επικόν είδος, καταγόμενον μεν εκ του ιωνικού «Ομήρου», αλλά φέρον και πολλά εντόπια χαρακτηριστικά.

Ο δε θάνατος του Ησιόδου; Γινώσκομεν ότι η Ησιόδειος ποίησις εξετείνετο εις τε την Λοκρίδα και την Βοιωτίαν, ιδίως δε οι κατάλογοι των γυναικών ήσαν λοκρικοί. Ο περί Κλυμένης λόγος επλάσθη βεβαίως εκ της επιθυμίας όπως η καταγωγή του Στησιχόρου δειχθή ποιητική και ένδοξος. Το επίλοιπον του μύθου σημαίνει άρα γε ότι η Λοκρίς εθεώρει τον Ησίοδον ως ιδικόν της, ενώ οι Βοιωτοί έλεγον ότι ήτο Βοιωτός, ως εξήγησιν δε του τάφου εύρισκον ότι οι Λοκροί εφόνευσαν αυτόν; Η κατά την ταφήν του Αμφιδάμαντος νίκη του Ησιόδου είναι προςθήκη μεταγενεστέρα, φαίνεται δε ότι μεταξύ των ανταγωνιστών κατελέγετο και ο Όμηρος. Ο λόγος όμως περί αγώνος μεταξύ Ομήρου και Ησιόδου, και νίκης του Ησιόδου δύναται, καθώς είδομεν, να αναχθή μέχρι του πέμπτου τουλάχιστον αιώνος.

Των ποιημάτων του Ησιόδου έχομεν κατ' όνομα τρία διασωθέντα, αλλά ταύτα δύνανται να θεωρηθώσι και δώδεκα· τόσον μικράν ενότητα έχει έκαστον — η Θεογονία, τα Έργα και η Ασπίς του Ηρακλέους.

Τα «Έργα και Ημέραι» είναι ποίημα περί των έργων, δηλαδή των γεωργικών, μετά παραρτήματος περί των αισίων και απαισίων ημερών του μηνός και παρεμβολής ηθικών προς τον Πέρσην συμβουλών. Είναι δε μονότονον, απέριττον και ταπεινόν, δηλ. κάπως άξεστον και τραχύ, λαλιά εκείνων των Μουσών, όσαι αγαπώσι ταληθέα· οι στίχοι ουδεμίαν έχουσιν έξαρσιν· φαίνονται τρόπον τινά λεγόμενοι υπό ανθρώπου κουρασμένου και σκυμμένου κατά το τέλος του ημερινού καμάτου, ανθρώπου, όστις αγαπά την αγροτικήν ζωήν, αλλά θα την ηγάπα περισσότερον, αν είχε περισσοτέραν τροφήν και ολιγωτέραν εργασίαν. Το αίσθημα είναι ολιγοστόν. Το πικρόχολον της πρώτης γνώμης είναι χαρακτηριστικόν

25] και κεραμεύς κεραμεί κοτέει και τέκτονι τέκτων
        και πτωχός πτωχώ φθονέει και αοιδός αοιδώ
.

{ Potter is wroth with potter, and carpenter with carpenter; aye, beggar is envious of beggar, and minstrel of minstrel! }

Πικρά είναι και η γνώμη περί των δικαστών, όσοι ληστεύουσι τους πτωχούς

40] νήπιοι, ουδέ ίσασιν όσω πλέον ήμισυ παντός
        ουδ' όσον εν μαλάχη τε και ασφοδέλω μέγ όνειαρ
.

{ Fools, they know not how the half is more than the whole, nor the great joy there is in mallow and asphodel. }

Η μολόχα και ο ασφόδελος ήσαν τροφή των πτωχών. Αι ηθικαί γνώμαι γίνονται βαθύτεραι κατά το μέσον του έργου, και δεικνύουσιν αληθινήν και αγαστή του καθήκοντος αντίληψιν·

311] Έργον δ' ουδέν όνειδος, αεργίη δε τ' όνειδος.
349] Ευ μεν μετρείσθαι παρά γείτονος, ευ δ' αποδούναι
        αυτώ τω μέτρω, και λώιον, αι κε δύνηαι.
356] Δως αγαθή, άρπαξ δε κακή, θανάτοιο δότειρα.
695] Ωραίος δε γυναίκα τεόν ποτί οίκον άγεσθαι
701] πάντα μάλ' αμφίς ιδών, μη γείτοσι χάρματα γήμης.
        Ου μεν γαρ τι γηναικός ανήρ ληίζετ' άμεινον
        της αγαθής, της δ' ούτε κακής ου ρίγιον άλλο,
        δειπνολόχης, ήτ' άνδρα και ίφθιμόν περ εόντα,
        εύει άτερ δαλοίο και ωμώ γήραϊ δώκε.

{ " Hard work is no shame ; the shame is idleness." " Help your neighbour, and he will help you. A neighbour matters more than a kinsman." " Take fair measure, and give a little over the measure — if you can." " Give willingly; a willing gift is a pleasure!' " Give is a good girl, and Snatch is a bad girl, a bringer of death! " " It is best to marry a wife; but be very careful, or your neighbours may be merry at your expense. There is no prize like a good wife: nothing that makes you shudder like a bad; she roasts you without fire, and brings you to a raw old age!' “

Αι γνώμαι αύται, κατά το τέλος εκπίπτουσιν εις δημώδεις δεισιδαιμονίας·

744 Μη ποτ' οινοχόην τιθέμεν κρατήρος ύπερθεν
        πινόντων· ολοή γαρ επ' αυτώ μοίρα τέτυκται
.

{not to put the jug on the mixing-bowl when drinking; that means death!}
 
Μία δε συμβουλή

737 Μηδέποτ' αιενάων ποταμών καλλίρροον ύδωρ
        ποσσί περάν πριν γ' εύξη ιδών ες καλά ρέεθρα

{ not to cross a river without washing your hands and your sins }

όζει Ορφισμού.

Τα γεωργικά μέρη των Έργων φαίνονται γνήσια και αληθώς αγροτικά· δύνανται δε να θεωρηθώσιν ως το κέντρον του έργου, τα δε λοιπά ως παρεμβολαί και προσθήκαι. Τοιούτος είναι ο μύθος,

42] κρύψαντες γαρ έχουσι θεοί βίον ανθρώποισι

{ the gods had "hidden away his life from man" }

μέχρις ού ο Προμηθεύς έκλεψε το «πυρ» και το διέδωκε· τότε ο Ζευς κατεσκεύασεν είδος ωραίας παρθένου και έκαστος θεός της εχάρισε χωριστόν χάρισμα, τελευταίος δε ο Ερμής της ενέβαλε

78] ψεύδεα δ' αιμυλίους τε λόγους και επίκλοπον ήθος

{ the heart of a clog and the ways of a thief. }

και οι θεοί την ωνόμασαν Πανδώραν και την έδωσαν εις τον Επιμηθέα, ο οποίος την εδέχθη εκ μέρους των ανθρώπων. Άλλος μύθος είναι ο περί τεσσάρων γενών — τουλάχιστον έπρεπε να είναι τέσσαρα, ήτοι χρυσούν, αργυρούν, χαλκούν και σιδηρούν. Αλλά χάριν του Ομήρου οι πολεμισταί της Τροίας καταλαμβάνουσι θέσιν τινά τασσόμενοι μετά το χαλκούν γένος και προ του ημετέρου. Ημείς είμεθα το σιδηρούν και κινδυνεύομεν να καταντήσωμεν και χειρότεροι. Διότι μας αφήκαν πάντες οι θεοί, εκτός της Αιδούς και της Νεμέσεως — των δύο ερασμίων ιδεών, άς ο σοφιστής Πρωταγόρας εθεώρει ως βάσεις της κοινωνικής ηθικής. Αλλ' ο Ησίοδος φρονεί ότι εν τέλει θαποδιώξωμεν και αυτάς και τότε θαφανισθώμεν. Δύο δε μόνον χωρία επιτρέπουσι την ελπίδα αισιωτέρου μέλλοντος·

260]       όφρ' αποτείση δήμος
ατασθαλίας βασιλέων, οι λυγρά νοεύντες
άλλη παρκλίνωσι δίκας, σκολιώς ενέποντες (πρβ. 175)

{all may be well when the Demos at last arises and punishes the sins of the princes}

Αξιοπαρατήρητος είναι η διαφορά της προς τους αρχαίους βασιλείς νομιμοφροσύνης του ευτυχούς ιωνικού έπους από της πίκρας εναντίον των ευγενών αδημονίας του αγροτικού έπους της Βοιωτίας.

Τα Έργα είναι δροσερώτατα εις τας περιγραφάς των ωρών του έτους — θέματος αγαπητού εις το ελληνικόν αίσθημα μέχρι των ημερών του Λόγγου. Π. χ.

Μήνα δε ληναιώνα, κάκ' ήματα, βουδόρα πάντα,
505] τούτον αλεύασθαι και πηγάδας, αίτ' επί γαίαν
πνεύσαντος Βορέαο δυσηλεγέες τελέθουσιν,
όςτε διά Θρήκης ιπποτρόφου ευρέι πόντω
εμπνεύσας ώρινε· μέμυκε δε γαία και ύλη·
πολλάς δε δρυς υψικόμους ελάτας τε παχείας
510] ούρεος εν βήσσης πιλνά χθονί πουλυβοτείρη
εμπίπτων, και πάσα βοά τότε νήριτος ύλη, κτλ.

{ bad days, enough to flay an ox, when the north wind rides down from Thrace, and earth and the plants shut themselves up ; and he falls on the forest and brings down great oaks and pines; and all the wood groans, and the wild beasts shiver and put their tails between their legs. Their hides are thick with fur, but the cold blows through them, and through the bull's hide and the goat's thick hair; but it cannot blow through to the gentle little girl who sits in the cottage with her mother, }

Πόσον δε ωραίον είναι το θέρος, διά το οποίον πολλοί έψεξαν την αισθητικήν του Ησιόδου, ότι αγαπά να κάθηται εις την σκιάν, τρώγων κρέας τράγου και πίνων γάλα και οίνον.

Η Θεογονία είναι δοκίμιον, εννοείται όλως ασύμμετρον, περί θεών, της καταγωγής και της συγγενείας αυτών· αλλά μέρη τινά είναι πλέον ή παλαιά· είναι ωγύγια· διότι απαντώσι διάφοροι δημώδεις θεοί, ών τα ονόματα ανευρίσκονται εν τη σανσκριτική και επομένως δύνανται να θεωρηθώσιν ως αναγόμενοι εις τους ιαπετικούς χρόνους, αν και οι θεοί ούτοι, ως λίαν οικείοι, δεν μνημονεύονται υπό του ηρωικού έπους· η Εστία, η Ρέα, ο Όρθρος, ο Κέρβερος. Αλλ' όσον παλαιούς και αν ευρίσκωμεν εν τη Θεογονία μύθους, η γλώσσα, δηλαδή η παρούσα του έπους μορφή, και ίσως αυτή η επίνοια της συστηματοποιήσεως των θεών, είναι σχετικώς μεταγενεστέρα. Μίαν φράσιν των Έργων (στ. 702) δανείζεται ο Σημωνίδης (περί τα 650 π. Χ.), αλλ' είναι αδύνατον να ορισθή η χρονολογία των επών. Είδομεν ότι φράσεις της Θεογονίας περιλαμβάνονται εις την Ιλιάδα — και τανάπαλιν η Θεογονία παραλαμβάνει φράσεις της Ιλιάδος και της Οδυσσείας, εν τέλει δε αναφέρεται εις την υπόθεσιν πολλών των απορριφθέντων επών. Η κατάστασις του κειμένου είναι αθλία· πολλάκις είναι δύσκολον να εύρωμεν τον ειρμόν ή την έννοιαν, φαίνεται δε σχεδόν ως να ήσαν σημειώσεις ραψωδού, δυνάμεναι να επεκταθώσι κατά την απαγγελίαν. Υπάρχουσι δε λείψανα πραγματικής, όχι απλώς ποιητικής θρησκείας. Ο Έρως κατέχει θέσιν εξέχουσαν (στ. 120) διότι ελατρεύετο εν Θεσπιαίς, ήτις ήτο η πλησιεστάτη εις την Άσκραν πόλις. Η δ' Εκάτη έχει ύμνον (στ. 411-452) τόσον περιπαθή, ώστε φαίνεται ότι προέρχεται πάντως εκ τοπικής τινος λατρείας. Πολλά μέρη του ποιήματος, ο ακρωτηριασμός του Ουρανού και ο «καννιβαλισμός» του Κρόνου, τότε μόνον δεν προξενούσιν αηδίαν, όταν μελετηθώσιν ως αληθή λείψανα θρησκείας αγρίας. Όθεν εις εκείνους των μεταγενεστέρων Ελλήνων, όσοι σοβαρώτερον εξήταζον αυτά, εφαίνοντο, εννοείται, ανυπόφορα. Αλλά τα περί της μάχης των Τιτάνων έχουσιν αληθινήν μεγαλοπρέπειαν, ήτις θα ήτο βεβαίως ευεξήγητος, εάν είχομεν την Ομηρικήν *Τιτανομαχίαν. Αληθινή δε αγάπη της θαλάσσης χαρακτηρίζει τον κατάλογον των Νηρηίδων (στ. 347 κεξ.).

Η Θεογονία λήγει διά καταλόγου των θεαινών, όσαι «θνητοίσι παρ' ανδράσιν ευνηθείσαι» εγέννησαν ανθρώπους ομοίους προς θεούς. Κατά δε τους τελευταίους στίχους ο ποιητής αλλάσσει θέμα·

Νυν δε γυναικών φύλον αείσατε, ηδυέπειαι Μούσαι,

{ Now, sweet Muses, sing the race of mortal women!}

εννοείται δε ότι αι Μούσαι υπήκουσαν, αλλά το ποίημα εχάθη· υπό αρχαίων μνημονεύεται διά διαφόρων ονομάτων, Γυναικών κατάλογος, Γυναικών ηρωινών κατάλογος, μέρη δε αυτού μνημονεύονται ως Ηοίαι, (εκτενέστερα δε και χωριστά Μεγάλαι Ηοίαι].

Αλλά διατί εγράφοντο κατάλογοι γυναικών; Διά δύο λόγους. Πρώτον μεν λέγεται ότι οι Λοκροί εμέτρουν τας γενεαλογίας αυτών από των γυναικών αλλά και αν τούτο, τοιουτοτρόπως λεγόμενον, θεωρηθή απαράδεκτον, υπάρχει αξιόπιστος μαρτυρία, εκτός της Νοσσίδος και των άλλων ποιητριών, περί της εν Λοκρίδι μεγάλης σημασίας των γυναικών. Έπειτα δε πλείστα βασιλικά γένη της Ελλάδος ελέγοντο καταγόμενα εκ θεών· τούτο δε κατά τους χρόνους της τοπικής τρόπον τινά μονοθεϊστικής θρησκείας εξοικονομείτο ως εξής· ο τοπικός βασιλεύς εγίνετο απόγονος του τοπικού θεού. Ότε όμως οι γεωγραφικοί φραγμοί κατερρίφθησαν και επομένως επληθύνθησαν οι γνωστοί θεοί, αι γενεαλογίαι εκείναι έπρεπε να συστηματοποιηθώσι και πολλαχού να διορθωθώσι. Παραδείγματος χάριν, θεσσαλικοί τινες βασιλείς κατήγοντο εκ της Τυρούς και του ποταμού Ενιπέως· τούτο βεβαίως εντός της πεδιάδος αυτών ήτο αρκετόν· αλλ' όμως ότ' εξήλθον πέραν αυτής, ανεκάλυψαν ότι τα γένη των ανήγοντο εις τον Ποσειδώνα, τον βασιλέα του «ευρέος πόντου» και ίσως πάντων των υδάτων, και δεν ηρκούντο πλέον εις τον τοπικόν ποταμόν. Εν δε τη Νεκυία της Οδυσσείας ευρίσκομεν τον δεύτερον του μύθου σταθμόν· πραγματικός πρόγονος ήτο ο Ποσειδών αλλ' επλησίασε την Τυρώ μεταμορφωθείς εις ποταμόν! Όθεν αι σχετικώς μόνιμοι πρόγονοι, αι θνηταί γυναίκες, απετέλουν την ασφαλεστέραν βάσιν προς απαρίθμησιν των μεταβαλλομένων θείων προπατόρων. Η εν Αλεξανδρεία έκδοσις είχε πέντε βιβλία *Γυναικών καταλόγου, τα δε δύο τελευταία ήσαν αι καλούμεναι *Ηοίαι. Η περίεργος αύτη επιγραφή είναι νόστιμος πληθυντικός της φράσεως ή οίη, «ή καθώς η . . . .», ήτο δε τρόπος μεταβάσεως εις νέαν ηρωίνην.

Η οίη Φθίη, Χαρίτων από κάλλος έχουσα
Πηνειού παρ' ύδωρ καλή ναίεσκε Κυρήνη.

Or like her who dwelt in Phthia, with the Charites' own loveliness, by the waters of Pênêus, Cyrene the fair.

Υπάρχουσιν 124 αποσπάσματα του *Καταλόγου και 26 των *Ηοιών. Εάν δε κάποτε αντιφάσκουσιν, τούτο δεν είναι παράδοξον, ουδέ δύναται να βεβαιωθή ότι τα πέντε βιβλία της εν Αλεξανδρεία εκδόσεως περιείχον πάσας τας γυναίκας των Ησιοδείων καταλόγων. Αφού άπαξ ο τύπος ή οίη καθιερώθη, ευκολώτατον ήτο να παρεντεθή εις τον κατάλογον και άλλη πρόγονος. Εξίσου δ' εύκολον ήτο να επεκταθή μία ηοίη εις επύλλιον, και πράγματι τοιαύτη είναι η γένεσις του τρίτου σωθέντος Ησιοδείου ποιήματος, της Ασπίδος του Ηρακλέους, όπου πρόγονος, εννοείται, είναι η μήτηρ του ήρωος, η Αλκμήνη.

Η Ασπίς αρχίζει

. . . ή οίη, προλιπούσα δόμους και πατρίδα γαίαν
ήλυθεν εις Θήβας μετ' Αρήιον Αμφιτρύωνα | Αλκμήνη

{ Or like Alcmênê, when she fled her home and fatherland, and came to Thebes }

προχωρεί δε εις την γέννησιν του Ηρακλέους, όστις, λέγει, εφόνευσε τον Κύκνον, έπειτα δε διηγείται τον φόνον τούτον. Προκειμένου δε περί του οπλισμού του Ηρακλέους, ακολουθεί μακρά της ασπίδος περιγραφή (88).

Υπήρχον και Ησιόδεια έπη αποδοκιμασθέντα. Γνωστότατα τούτων ήσαν τα *Ναυπάκτια, σειρά μακρών γενεαλογιών αλλά και αι αργείαι και κορινθιακαί συλλογαί, αι αποδιδόμεναι εις τον «Εύμηλον» περιείχον Ησιόδεια στοιχεία. Ο δε κύριος αυτού αντίζηλος έφερε κωμικώς το πλαστόν όνομα Κέρκωψ (πιθηκοειδής) Μιλήσιος. Τα Έργα είναι η Ιλιάς του Ησιόδου, ήτοι το μόνον ομοφώνως εις αυτόν αποδιδόμενον έπος. Οι περί τον Ελικώνα οικούντες έδειξαν εις τον Παυσανίαν (ή τον υπ' αυτού αντιγραφόμενον Θ' 31,4) μολίβινον πίνακα των Έργων άνευ του προοιμίου και του είπον ότι ουδέν άλλο εποίησεν ο Ησίοδος παρά τα Έργα.

Ο *Κήυκος γάμος αναφερόμενος εις Τραχίνιον ηγεμόνα, όστις εφιλοξένησε τον Ηρακλή, ήτο πιθανώς εκτεταμένη Ηοίη όπως η Ασπίς· το αυτό ήτο πιθανώς και ο *Αιγίμιος, επύλλιον δύο βιβλίων διηγούμενον την μάχην του προγόνου εκείνου των Δωριέων εναντίον των Λαπιθών. Η *εις Άδου κατάβασις είχεν ήρωα τον Θησέα. Η δε * Μελαμπόδεια ήτο πιθανώς αφήγησις περί ονομαστών μάντεων. Περιεργότερα φαίνονται τα ολιγοστά λείψανα των *Χείρωνος υποθηκών προς τον μαθητήν του Αχιλλέα. Ο σοφός Κένταυρος παρήγγελλε θυσίας εις τους θεούς κατά την πρώτην είσοδον εις οικίαν και διώριζεν αρχήν της παιδείας την επτά ετών ηλικίαν.

Των Έργων ήτο γνωστή και μακροτέρα έκδοσις, τα *Μεγάλα Έργα. Yπήρχον δε και έπη περί *Αστρονομίας και *Οιωνοσκοπίας και *Γης περίοδος και *Ιδαίοι Δάκτυλοι, — οι εν Κρήτη αναθρέψαντες τον Δία. Τα ονόματα ταύτα δεικνύουσιν οπόσος όγκος βοιωτικής ποιήσεως υπήρχε το πάλαι. Καθώς πας ηρωικός μύθος έτεινε να διαμορφωθή εις έπος, ούτω και παν μόριον τέχνης ή γνώσεως ή ηθικής αρχής, όπερ εξήγειρεν είτε την περιεργίαν του λαού είτε του ποιητού την φαντασίαν (89).

ΟΡΦΕΥΣ. — ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ


Εξετάζοντες την κοινωνικήν και την λογοτεχνικήν ιστορίαν της Ελλάδος, παρατηρούμεν μεγίστην μεταξύ αυτών αντίθεσιν. Η μεν κοινωνική ιστορία δεικνύει τους Ελληνας κατ' εξοχήν ευσεβείς, ως οι Αθηναίοι ενόμιζον εαυτούς, ή κατά την φράσιν του αποστόλου Παύλου «δεισιδαιμονεστέρους» [Πράξ. 17, 22], η δε σωθείσα λογοτεχνία είναι εντελώς άθρησκος. Ο Όμηρος και ο Ησίοδος έχουσιν ανά στόμα τους θεούς, αλλ' ο μεν Όμηρος μεταχειρίζεται αυτούς ως στοιχεία διηγήσεως, ο δε Ησίοδος ως άρθρα προς κατάταξιν. Πού λοιπόν είναι τα θρησκευτικά συγγράμματα των Ελλήνων, τα ποιήματα τα πραγματευόμενα περί θεών ως θεών; Βεβαίως υπήρχον. Το έθνος, όπερ είχε βωμόν εις εκάστην καμπήν των ορεινών ατραπών, και είχε θρησκευτικήν τελετήν διά πάσαν πράξιν του καθημερινού βίου, θεούς παντός δάσους και ποταμού και κρήνης και ήρωας παντός μεγάλου γεγονότος ή μεγάλης ιδέας, αληθινής ή φανταστικής· όπερ προετίμησε να θυσιάση την άμυναν των Θερμοπυλών παρά την τέλεσιν μιας εορτής· του οποίου η πρώτη ως προς την παιδείαν πόλις κατά την ήκιστα ευσεβή περίοδον επέτρεψε ν' αφεθή ολόκληρος στρατός να καταστραφή ένεκεν εκλείψεως της σελήνης (90) και εξεμάνη διότι απεκόπησαν τα άσεμνα άκρα ολίγων αρχαίων αγαλμάτων — το έθνος τούτο δεν αντιπροσωπεύεται επαρκώς διά μόνης της μη θρησκευτικής λογοτεχνίας. Πράγματι δε δυνάμεθα να διακρίνωμεν ότι τα θρησκευτικά συγγράμματα των Ελλήνων ήσαν και παλαιά και πολυάριθμα.

Ανάλογοι προς εκείνα φαίνονται οι Βεδικοί ύμνοι των Ινδών. Δηλαδή θα υπήρχον όμοιοι προς αυτούς ελληνικοί ύμνοι, καθόσον τα επίθετα των Ομηρικών θεών «εκαεργός Απόλλων, πότνια Ήρη, εκατηβελέταο άνακτος» είναι προδήλως αρχαία και συνετέθησαν συμφώνως προς το δακτυλικόν μέτρον. Γινώσκομεν δε ότι οι παλαιοί χρησμοί ήσαν έμμετροι· ότι υπήρχον ιεροί ύμνοι χάριν των ναών όλως διόλου διάφοροι των σωζομένων Ομηρικών ύμνων. Έχομεν δε και μαρτυρίας ότι κατά τα μυστήρια της Ελευσίνος εψάλλοντο και άσματα ιερά.

Τα μυστήρια ταύτα δεν αναφέρονται υπό του Ομήρου. Αλλά τούτο δεν σημαίνει βεβαίως ότι ήσαν μεταγενέστερα· σημαίνει μάλλον ότι ήσαν είτε λίαν ιερά, είτε πάγκοινα. Αι ανθρωπολογικαί ανακαλύψεις υποδεικνύουσιν ότι τα Ελευσίνια μυστήρια είναι μορφή της πρωτογόνου εκείνης θρησκείας, της μόλις διακρινομένης από της λεγομένης «συμπαθητικής μαγείας», ήτις εκράτησε μεταξύ πολλών και διαφόρων φυλών. Τα Ελευσίνια ήσαν δράμα· δηλαδή ο μύθος της Μητρός (του σίτου) και της Κόρης (του νέου σίτου), ήτις αναβαίνει εκ των μυχών της γης και σκορπίζει τον πλούτον, παριστάνετο δραματικώς. Κατά τους πρώτους γνωστούς εις ημάς χρόνους το δράμα περιελάμβανε τον θεόν των αμπέλων ή γενικώτερον των δένδρων, τον Διόνυσον. Τούτο είναι σιτολατρεία και βλαστολατρεία, δεν είναι δε απλώς αρχαϊκή, είναι πρωτόγονος.

Πλην των Ελευσινίων υπήρχον και άλλα μυστήρια, Ορφικά ή Βακχικά. Κοινή δε των αρχαίων και των σημερινών γνώμη είναι ότι τα Βακχικά όργια ήσαν επείσακτα, δηλαδή ότι ο θεός των Θρακών παρά πάσαν αντίστασιν κατήλθεν εις την Ελλάδα. Αν αληθεύη τούτο, θα ήλθεν ενωρίτατα. Αλλά φαίνεται πιθανώτερον ότι ο Διόνυσος ήτο μάλλον «νέηλυς» {new-comer} ή αλλοδαπός· ομοιάζει τον νέον ενιαυτόν, την άνοιξιν, το θέρος, τον τρυγητόν. Είναι παν έτος εν πάση χώρα, ξένος ερχόμενος και γινόμενος δεκτός ως ξένος κατά δε το τέλος του ωρισμένου χρόνου εξορίζεται, εξορκίζεται κατακόπτεται εις μικρά ή αποδιώκεται. Οπωςδήποτε είναι παλαιότατος και διά την πραγματικήν θρησκείαν της Ελλάδος εξαιρέτως σημαντικός. Πραγματική δε θρησκεία είναι η λαϊκή θρησκεία. Ο πολυπλόκως συνδυαζόμενος Διόνυσος και Βάκχος ήτο κοινός λαϊκός θεός ή μάλλον είχεν εντός εαυτού συνηνωμένου αναριθμήτους ομοίους θεούς, λατρευομένους υπό του κοινού λαού καθ' όλην την Ελλάδα. Περί αυτού μανθάνομεν κυρίως εξ αλεξανδρεωτικών και ρωμαϊκών πηγών, όλως αθρήσκων, όπου φαίνεται απλώς ως θεός του οίνου και των δένδρων, αλλά προ πάντων είναι προσωποποιία του πνεύματος της εκστάσεως, της έξω φρενών ορμής, ήτις εξαίρει τον άνθρωπον υπεράνω εαυτού, παρέχει εις αυτόν δύναμιν και «χάριν» και αφήνει την ψυχήν ελευθέραν των δεσμών του σώματος. Το αυτό πνεύμα κατά τρόπον ημερώτερον, υγιέστερον και καλλιτεχνικώτερον διεπλάσθη εις την όλως αλλοίαν ιδέαν του Απόλλωνος. Η θρησκεία αύτη είχε βεβαίως μορφάς ποικιλωτάτας, διότι οι θεοί ούς ελάτρευεν, είχον ποικίλα ονόματα και ιδιότητας, καθόσον διέφερον εν ταις χώραις της καταγωγής αυτών. Αλλά αι σπουδαιόταται αυτής απόψεις φαίνεται ότι περιελαμβάνοντο κατά το μάλλον ή ήττον εις τας αποκαλύψεις του «Ορφέως».

Πλείστα των παλαιών θρησκευτικών ποιημάτων ανήγοντο εις τον Ορφέα ή τον συγγενή αυτού Μουσαίον, όπως τα ηρωικά εις Όμηρον και τα διδακτικά εις τον Ησίοδον. Αλλά δεν είναι τίποτε γνωστόν περί της τύχης αυτών προ της μεγάλης θρησκευτικής αναγεννήσεως του έκτου αιώνος, της συνδεομένης προς το όνομα του Ονομακρίτου. Αι παλαιαί χωρισταί λατρείαι της φυλής και της οικογενείας διεταράχθησαν υπό της αυξανομένης επικοινωνίας των ανθρώπων. Χωνευθείσαι δε εις την Ομηρικήν θεολογίαν, απέβαλον την αγιότητα αυτών· ουδέ ηδύναντο να επιζήσωσι μετά τον Ησίοδον και τους καταλόγους αυτού. Κατόπιν ήλθεν αφ' ενός μεν η απιστία της ιωνικής φιλοσοφίας και η εξήγησις του κόσμου διά της φυσικής, αφ' ετέρου δε άλλη, βαθυτέρα και περιπαθεστέρα πίστις. Ο Θαλής ηδύνατο κάλλιστα να ελπίζη εις την γνώσιν, αλλ' ο κοινός άνθρωπος επίστευεν εις άλλα. Μεταξύ των ατυχημάτων του έκτου αιώνος, της παρακμής των αποικιών, των εμφυλίων πολέμων, της πτώσεως της Συβάρεως και της ιεράς Νινευί επήλθε και η μεταστροφή από της παρούσης εις την μέλλουσαν ζωήν, η πεποίθησις εις ευτυχίαν υπερφυσικήν, κειμένην πέρα των ατυχιών και των πολέμων.

Έκτοτε υψώθη μέγα θρησκευτικόν κύμα, μόλις μεν διακρινόμενον εντός των σωθέντων έργων, αλλά συγκινήσαν πάντα τα μαντεία και τους δημώδεις ναούς από της Καρίας μέχρι της Iταλίας. Η κυρία εκδήλωσις του κινήματος εκείνου ήτο η Ορφική. Αύτη επιφαίνεται κατά πρώτον ως προσωπική θαυματοποιός θρησκεία, σχετιζομένη προς την λατρείαν του Διονύσου. Πολλά δε των κυριωτέρων αυτής δογμάτων είν' ευδιάκριτα. Επίστευεν εις την αμαρτίαν και εις τον θρησκευτικόν καθαρμόν αυτής, εις την αθανασίαν και την θεότητα της ψυχής, εις αιωνίαν πέραν του τάφου ανταμοιβήν των αγνών και των εναγών, — εννοείται δε ότι ουδείς εκτός των μεμυημένων ήτο εντελώς αγνός — και τέλος εις την ενσάρκωσιν και τα πάθη του Διονύσου του Ζαγρέως. Ο Ζαγρεύς ήτο υιός του Διός και της Κόρης· κατεσπαράχθη δε υπό των Τιτάνων, οίτινες εκεραυνώθησαν διά τούτο. Και από μεν της νεκράς τέφρας αυτών επλάσθη το άνθρώπινον σώμα, εκ δε του ζώντος αίματος του Ζαγρέως η ψυχή. Ο Ζαγρεύς εγεννήθη και πάλιν εκ του Διός και της θνητής Σεμέλης και έζησε μεν ως άνθρωπος, αλλ' ήτο θεός· ανέβη δε εις τον ουρανόν και κατέστη ο μέγιστος και υπό μίαν έποψιν ο μόνος θεός. Έκαστος λάτρις του Βάκχου ηδύνατο να επαυξήση το αθάνατόν του κεφάλαιον μέχρις ού γίνη «Βάκχος» και αυτός, πραγματοποιών την δυνάμει θεότητά του.

Τοιουτοτρόπως λάτρις της εν Φρυγία Κυβήβης έγινε Κύβηβος και πολλοί Ορφικοί μάντεις κατήντησαν Ορφείς. Τα μυθικά όργια των Μαινάδων ουδέποτ' ενεφανίσθησαν πράγματι εν Ελλάδι. Η προς τον οίνον σχέσις απεκρούετο υπό των εκλεκτών, και ήτο δευτερεύουσα. Ο Διόνυσος ήτο κυρίως ο έσω θεός, το πνεύμα της λατρείας και της ανεξηγήτου χαράς· εμφανίζεται δε κάλλιστα επικοινωνών προς τας αγνάς ψυχάς και προς τα άγρια πλάσματα της φύσεως, επί των αβάτων βουνών κάτωθεν των άστρων.

Οι Ορφικοί ύμνοι εκχειλίζουσιν εκ της χαράς ταύτης· είναι πλήρεις επαναλήψεων και μεγαληγορίας και διεγείρουσι την συγκίνησιν. Ο πρώτος ύμνος — πολύ μεταγενέστερος, αλλά χαρακτηριστικός — λέγει·

Εινοδίην Εκάτην κλήζω, τριοδίτιν εραννήν,
ουρανίην, χθονίην τε και ειναλίην κροκόπεπλον,
τυμβιδίην, ψυχαίς νεκύων μέτα βακχεύουσαν —
λισομένοις κούρην τελεταίς οσίησι παρείναι.

{ I call Hecatê of the Ways, of the Cross-ways, of the darkness, of the Heaven and the Earth and the Sea; saffron-clad goddess of the grave, exalting amid the spirits of the dead, Perseia, lover of loneliness, Queen who holdest the Keys of the World, . . . be present at our pure service with the fulness of joy in thine heart! }

Ο ύμνος ούτος είναι του τετάρτου μετά Χριστόν αιώνος όπως και τα πλείστα των σωθέντων ακεραίων Ορφικών ποιημάτων. Τοιουτοτρόπιος έχομεν αυτά μόνον υπό την εσχάτην αυτών μορφήν, ότε η θρησκεία εξέπνεε (91) Αλλά σπουδαίον είναι το γεγονός ότι κατά πάντας τους αιώνας τους από του τετάρτου μ. Χ. μέχρι του έκτου π. Χ. υπάρχουσιν Ορφικοί διδάσκαλοι, μάλλον ή ήττον επιφανείς. Κατά τους ενδοξοτάτους χρόνους, λόγου χάριν, πολλά παρέχουσιν Ορφικά σημεία ο Πίνδαρος, ο Εμπεδοκλής, Ίων ο Χίος, Κρατίνος ο κωμικός, Πρόδικος ο σοφιστής, ίσως δε και ο Ευριπίδης. Ο δε Πλάτων (92) παραπονείται ότι βίβλων όμαδον παρέχονται Μουσαίου και Ορφέως, Σελήνης τε και Μουσών εκγόνων. { crowd of books by Orpheus and Musæus }. Εκτός του πλήθους τούτου — τα του Μουσαίου ήσαν τουλάχιστον ένδεκα σειραί ποιημάτων και πολυάριθμοι χρησμοί — υπήρχον έργα παντοδαπών άλλων ολιγώτερον επισήμων μάντεων και καθαρτών. Υπήρχεν ο καλούμενος «Βάκις» — πας οπωςδήποτε αγνός ηδύνατο πιθανώς να γίνη Βάκις — ού οι χρησμοί ήσαν εμπόρευμα της αθηναϊκής αγοράς (93). Ο Επιμενίδης, ο εκ Κρήτης ιατρός, ο καθαρίσας τας Αθήνας από του Κυλωνείου άγους, ήτο διάσημος ποιητής *Αργούς ναυπηγίας, *Καθαρμών και *Χρησμών. Αν και εκοιμήθη 57 έτη εντός σπηλαίου, δύναται να θεωρηθή πραγματικώτερος παρά κάποιον άλλον όμοιον, τον Υπερβόρειον Άβαριν, όστις περιήλθε τον κόσμον μετά χρυσού — ή κατ' άλλους επί χρυσού — οϊστού { golden arrow } (94), όν έδωκεν εις αυτόν ο Απόλλων. Ο Άβαρις ενομίζετο ως προομηρικός· αλλά τα περίφημα αυτού ποιήματα εστηρίζοντο εις έργον ανθρώπου ιστορικού, Αριστέου του Προκοννησίου, το περί Αριμασπών έπος, το περιέχον αποκαλύψεις περί των Υπερβορείων και των γρυπών, γενομένας εν εκστάσει. Ο Αριστέας ενεφανίσθη εν Μεταποντίω, ενώ δις είχεν αποθάνει εν Προκοννήσω (95).

Και αυτοί μεν ήσαν οι παράσιτοι των Ορφικών· κύριον δε πρόσωπον φαίνεται ότι υπήρξεν ο Ονομάκριτος. Ούτος αφιερώθη εις την διεύθυνσιν της θρησκευτικής πολιτικής του Πεισιστράτου και του Ιππάρχου και την παραποίησιν ή έκδοσιν αρχαίων Ορφικών ποιημάτων. Και ουδέποτε μεν μνημονεύεται ως ποιητής αυτός, ουδ' ετιμάτο υπό των μεταγενεστέρων, ελέγετο δε ότι εφωράθη πλαστογραφών χρησμούς του Μουσαίου και εξωρίσθη κακός κακώς υπό του Ιππάρχου. Αλλ' όμως ο Ηρόδοτος (Ζ, 6) μαρτυρεί και τούτο, ότι κατόπιν ήτο φίλος [των Πεισιστρατιδών] κατά την εξορίαν των, ουδείς δε αρνείται ότι υπήρξε των σημαντικωτάτων ανδρών του έκτου π. Χ. αιώνος.

Προ του έκτου αιώνος ουδέν έχομεν καθαρώς Ορφικόν ποίημα, αλλά νομίζομεν ότι ανευρίσκομεν ίχνη της επιδράσεως ή ίσως του πνεύματος, εξ ού επήγασαν αυτά. Ο περίεργος εις την Εκάτην την μοννογενή ύμνος της Θεογονίας (στ. 411 κεξ.) δεν δύναται να ονομασθή ασφαλώς Ορφικός, αλλ' είναι αλλότριος της θρησκείας των Ησιοδείων επών. Αι παρ' Ομήρω μνείαι του Διονύσου φαίνονται νόθαι ή ουχί Ομηρικαί και τα περί αμαρτήματος και της τιμωρίας του Λυκούργου λεγόμενα μηνύουσι την ύπαρξιν Ορφικών θρύλων (96). Η αιωνία ποινή των αμαρτωλών εν τη Νεκυία φαίνεται Ορφική. Τοιούτο φαίνεται και το άλλο, ότι ο ήρως ουδένα των μακάρων είδε· και τούτο διότι δεν ήτο μεμυημένος. Ο εις τον Άρη και ο εις την Αθηνάν Ομηρικός ύμνος, ίσως δε και ο εις τον Ποσειδώνα, ενέχουσιν ίχνη μυστηρίων. Εκ δε των παλαιών επών η * Αλκμεωνίς έλεγε πολλά περί καθαρμών και περιείχε και επίκλησιν εις τον Ζαγρέα (97). Τα δε *Κορινθιακά του Ευμήλου δεικνύουσιν ομοίας τάσεις. Ο Εύμηλος ήτο των Βακχιαδών, η δε *Ευρωπία αυτού ανεφέρετο εις τον Διόνυσον, και επραγματεύετο τα Ορφικά θέματα της Μηδείας και της Τιτανομαχίας. Άλλα δε έπη, καθώς η *Μινυάς, είχον αποκαλύψεις περί του Άδου (98). Το σπουδαίον γεγονός είναι ότι η μυστική και «οργιαστική» του κόσμου ερμηνεία είχε πάντοτε υποφήτας εν Ελλάδι, καίτοι το κύριον ρεύμα της απιστίας, το διευθυνόμενον εξ Αθηνών, εχώρει πάντοτε αντιθέτως, τείνον να καταλάβη την έννοιαν των πραγμάτων διά μόνης της σκέψεως.

Γ'

ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ, ΤΟΥ ΗΣΙΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΡΦΕΩΣ.

ΕΠΟΣ.


Το τέλος του παλαιού έπους επήλθεν ότ' εγεννήθη η ιδέα της συγγραφικής ιδιοκτησίας. Ραψωδός ως ο Κύναιθος θα ηδύνατο να διασκευάζη τον Όμηρον, όν απήγγελλε, χωρίς να έχη ανάγκην να δημοσιεύση τα έπη ως ιδικά του. Ο δε Ονομάκριτος ηδύνατο να καταλογίζη την ιδικήν του θεολογίαν εις τον Ορφέα χωρίς να διανοήται μήτε ν' απατήση κανένα, μήτε ν' αρνηθή τα εαυτού. Τοιαύτη συνιδιοκτησία των λογοτεχνημάτων διήρκεσε μακρότερον επί του έπους ή του μέλους. Αλλά κατά τον έκτον και πέμπτον αιώνα ο Όμηρος, ο Ησίοδος και ο Ορφεύς παρεμερίσθησαν υπό ζώντων αυθυπάρκτων ποιητών.

Πρώτος επικός ποιητής εν τη πραγματική ιστορία φέρεται ΠΕΙΣΑΝΔΡΟΣ ο εκ Καμείρου της Ρόδου, ο γράψας την * Ηράκλειαν. Η παράδοσις αναβιβάζει αυτόν εις παμπαλαίους χρόνους, αλλά πράγματι φαίνεται ότι ήτο ο «Όμηρος» της Ρόδου. Αυτά ταποσπάσματα φέρουσι την σφραγίδα του έκτου αιώνος, δηλαδή την ομολογίαν της αμαρτίας και την επίκλησιν του καθαρμού. Ο Πείσανδρος δεν μνημονεύεται κατά τους ενδόξους χρόνους· ίσως «ανεκαλύφθη» κατά την αρχαΐζουσαν τάσιν του τρίτου αιώνος, ως η παλαιοτάτη πηγή των δώδεκα του Ηρακλέους άθλων, της λεοντής και του ροπάλου (99). Τον Ηρακλή έλαβεν επίσης ως ήρωα και ο μάντις και ποιητής ΠΑΝΥΑΣ(Σ)ΙΣ ο Αλικαρνασσεύς. Το όνομα τούτο ήτο καρικόν, αλλ' ο Πανύασις ήτο θείος του Ηροδότου, εφονεύθη δε κατά τινα στάσιν εναντίον του Λυγδάμιδος, του Καρός τυράννου της πατρίδος του. Κατά τινα των Αλεξανδρέων κριτικών ο Πανύασις ήρχετο αμέσως μετά τον Όμηρον ως επικός ποιητής· κατ' άλλους δε τέταρτος, ήτοι μετά τον Ησίοδον και τον Αντίμαχον. Παρά Κοϊντιλιανώ [Χ, 1,56] φέρεται μεταξύ των δύο τούτων ποιητών — υπερτερών του μεν Ησιόδου κατά την υπόθεσιν, του δε Αντιμάχου κατά την πλοκήν. Τα αποσπάσματα δεν ομοιάζουσι προς Ομηρικά, αλλ' είναι δυνατά και εύμορφα. Κατά τύχην διεσώθησαν τρία τεμάχια, φέροντα κάπως τον τόνον της τότε συμποτικής ελεγείας. Κατά το έν τούτων το πρώτον κύπελλον ανήκει εις τας Χάριτας και τας Ώρας και τον Διόνυσον, το δεύτερον εις την Αφροδίτην και το τρίτον εις την Ύβριν και την Άτην.

6,10] Αλλά, πέπον, μέτρον γαρ έχεις γλυκεροίο ποτοίο,
   στείχε παρά μνηστήν άλοχον, κοίμιζε δ' εταίρους.

{ and so you had better go home to your wedded wife!}

Μερικοί στίχοι δυσκόλως διαφεύγουσι την μνήμην του αναγνώστου

15] Τλη μεν Δημήτηρ, τλη δε κλυτός Αμφιγυήεις,
τλη δε Ποσειδάων, τλη δ' αργυρότοξος Απόλλων
ανδρί παρά θνητώ θητευέμεν εις ενιαυτόν.

{ Demeter bare, and the great Craftsman bare, Silver Apollo and Poseidon bare, To serve a year, a mortal master's thrall. }

ΧΟΙΡΙΛΟΣ ο Σάμιος ήτο επίσης φίλος του Ηροδότου και εμιμήθη αυτόν και τον Αισχύλον [ποιήσας *Περσηίδα ή Περσικά] ήτοι λαβών θέμα την περσικήν επιδρομήν και εγκωμιάσας τας Αθήνας. Μανθάνομεν δε ότι ηκολούθησε τον Λύσανδρον τον Σπαρτιάτην στρατηγόν — πιθανώς ως οικιακός ποιητής — και κατόπιν ότι μετέβη εις την αυλήν Αρχελάου του Μακεδόνος. Το έπος του Χοιρίλου ήτο το πρώτον «ιστορικόν», ως ημείς εννοούμεν την λέξιν ταύτην· σωζόμενον αυτού απόσπασμα παραπονείται ότι πάντα τα μυθικά θέματα είχον εξαντληθή (100). Ο δε νεώτερος Χοιρίλος, ο εγκωμιάσας τον Αλέξανδρον δι' αθλίων στίχων και διαβοηθείς ότι έλαβεν ένα χρυσούν Φίλιππον δι' έκαστον αυτών (101) — το αυτό ανέκδοτον λέγεται και περί άλλων — θα ήτο εγγονός εκείνου. Εάν δε πράγματι εποίησε το επιτύμβιον του Σαρδαναπάλλου, δεν ήτο κακός ποιητής, αν και το πρωτότυπον πεζόν ήτο καλύτερον.

Αντίζηλος Χοιρίλου του πρεσβυτέρου ήτο ΑΝΤΙΜΑΧΟΣ ο Κολοφώνιος, ο λόγιος ποιητής της *Θηβαΐδος, ο προςποιούμενος ότι περιφρονεί την δημοτικότητα και υπό πολλάς επόψεις Αλεξανδρεύς γεννηθείς προώρως. +Εννοείται ότι η Αλεξάνδρεια τον εθαύμαζε, θεωρούσα αυτόν, όπως και τον Εμπεδοκλή, διδάσκαλον της «αυστηράς αρμονίας» { the austere style, } και γενικώς έτασσεν αυτόν παρά τον Όμηρον, αν και ο Κοϊντιλιανός [Χ, Ι,53] αναφέρων την κρίσιν ταύτην παρατηρεί ότι άλλο σημαίνει να είναι τις εγγύς και άλλο δεύτερος. Τον Αντίμαχον συνδέει προς τον Πλάτωνα το ακόλουθον αόριστον ανέκδοτον. Ο Πλάτων έπεμψε τον μαθητήν του Ηρακλείδην να συλλέξη τα έργα του Αντιμάχου ή κατ' άλλους αυτός παρέμεινεν ακούων του Αντιμάχου, ενώ οι λοιποί ακροαταί αφήκαν το δωμάτιον κενόν· τότε ο Αντίμαχος είπε «Πλάτων είς εμοί χίλιοι» (102). { Plato to me is worth a thousand.} Περί τούτου συνέβησαν κατόπιν πολλαί φιλολογικαί συζητήσεις. Οι μεν φίλοι του σοφού έπους, όπως ο Απολλώνιος, εθεώρουν αυτό ως εγκώμιον του Αντιμάχου, ο δε Καλλίμαχος και ο Δούρις ως απλήν απόδειξιν του ισχυρισμού των, ότι ο Πλάτων ήτο αναρμόδιος της ποιήσεως κριτής. Τα πλείστα των αποσπασμάτων του Αντιμάχου είναι τόσον μικρά, ώστε δεν έχουσι διαφέρον, τα δε μακρότερα ή είναι γραμματικά ή αναφέρονται υπό του Αθηναίου μόνον εξ αφορμής διαφόρων αγγείων. Το ύφος εις ημάς τους νεωτέρους φαίνεται πενιχρόν και άκαμπτον, αλλά η ακαμψία αυτή και αι παράδοξοι λέξεις είναι τεχνηταί. Ο Αντίμαχος την αληθινήν του δόξαν ώφειλε μάλλον εις την ελεγείαν *Λύδην παρά την *Θηβαΐδα (103).

Ο Παυσανίας εν τέλει του έργου του [Ι' 38, 13] διηγείται, ότι ενώ Φαλύσιός τις εκινδύνευε να τυφλωθή, «ο εν Επιδαύρω πέμπει θεός Ανύτην την ποιήσασαν τα έπη, φέρουσαν σεσημασμένην δέλτον» προς αυτόν { the god sent to him Anyte, the epic poetess, with a sealed tablet }. Ο Φαλύσιος αναγνώσας την δέλτον, ανέλαβεν, αλλ' ημείς ουδέν άλλο γνωρίζομεν περί της ΑΝΥΤΗΣ ει μη μόνον ότι ήτο Τεγεάτις, και ότι ωνομάσθη θήλυς Όμηρος υπό του Αντιπάτρου του Θεσσαλονικέως (104) όστις παρέδωκε πολλά των επιγραμμάτων αυτής, αλλά πιθανόν και να μη ανέγνωσε τα έπη της.

Και ούτοι μεν είναι οι απόγονοι του Ομήρου. Οι δε του Ησιόδου είναι ποικιλώτεροι και αφανέστεροι. Το γενεαλογικόν έπος αναπτυσσόμενον εδιχάσθη· και ο μεν συνήθης αυτού τύπος εξηκολούθησε να ζη πολλαχού της Ελλάδος· τοιαύτα ελέγοντο τα Ναυπάκτια έπη, τα Κορινθιακά, τα Σαμιακά, τα Φωκαϊκά· αλλ' είτε φέρονται ανωνύμως, είτε αποδίδονται εις τοπικούς μυθώδεις ποιητάς, παραλλήλους του Ησιόδου, «Καρκίνον» τον Ναυπάκτιον, «Εύμηλον» τον Κορίνθιον, «Άσιον» τον Σάμιον (105). Ο δε τύπος Ηοίη εδημιούργησε την «ρωμαντικήν» ή ερωτικήν ελεγείαν. Η τοιαύτη ποίησις διαπλασσομένη υπό καλλιτεχνών ως ο Μίμνερμος, ο Αντίμαχος και ο Ερμησιάναξ, λαμβάνει την μορφήν καταλόγων παλαιών εραστών, ών τα τέκνα άλλοτε μεν αναφέρονται, άλλοτε δε όχι. Τα ποιήματα ταύτα είναι Ηοίαι άλλης απόψεως. Η δε διδακτική ποίησις του Ησιόδου αφ' ενός μεν ανεπτύχθη εις το ηθικόν ή γνωμικόν έπος του Φωκυλίδου, τα αποφθέγματα των Επτά σοφών και τας ελεγείας του Σόλωνος και του Θεόγνιδος, έπειτα δε τους ιάμβους Σημωνίδου του Αμοργίνου, του Αρχιλόχου και του Ιππώνακτος (βλ. κατωτ.). Αφ' ετέρου δ' έδωκεν αφορμήν εις την λογίαν περί φυσικής και γεωγραφίας ποίησιν. Αυτός ο Ησίοδος ελέγετο ποιήσας Αστρονομίαν και *Γης Περίοδον· αλλά τοιαύτα επικά θέματα δεν αποδίδονται εις ωρισμένους ποιητάς προ του τετάρτου αιώνος και δεν ήσαν αρεστά προ του Αράτου του Σολέως (περί τα 276 π. Χ.). Ο πρώτος αναφερόμενος αστρονομικός ποιητής Κλεόστρατος ο Τενέδιος, όστις παρετήρει τα άστρα εκ της Ίδης, φέρεται ότι έζη κατά την έκτην εκατονταετηρίδα. Πρώτον δε ιατρικόν ποίημα είναι ίσως το του Περιάνδρου κατά την τετάρτην. Τα δε περί μαγειρικής έπη, όσα αναφέρει ο Αθήναιος, ήσαν μάλλον παρωδίαι. Ο φοβερός γαστρίμαργος Αρχέστρατος ο εκ Γέλας ήτο σύγχρονος του Αριστοτέλους· επίσης δε ο Μάτρων. Ήτο τότε ο καιρός της μέσης κωμωδίας, ότε τα όψα και η μαγειρική ήσαν ανεγνωρισμένα ως θέματα τερπνά.

Αλλά το κύριον ρεύμα του διδακτικού έπους ενωρίς ήδη απέβη θρησκευτικόν. Ο Ησίοδος έπεσεν υπό την επήρειαν του Ορφέως· και αυτά δε τα παραδεδομένα έπη επηρεάσθησαν. Ο Κέρκωψ, ο λεγόμενος ως ο πραγματικός ποιητής Ησιοδείων τινών επών, έγραψε θρησκευτικόν βιβλίον και εκαλείτο Πυθαγόρειος· τούτο δε κατ' εκείνους τους χρόνους, ότε ο Πυθαγόρας ήτο αγέννητος, εσήμαινεν Ορφικός. Ο δε Εύμηλος εγίνωσκε τόσα περί του κόσμου, όσα θα ηδύνατο να μάθη μόνον παρά του Ονομακρίτου. Και αυτό δε το έπος του Αριστέου, όπερ ηδύνατο να λογισθή ως γεωγραφικόν, πρόδρομος των ποικίλων «Περιηγήσεων», είλκυε βεβαίως την προσοχήν διά των θαυμάτων και της θεολογίας.

Η Ορφική θεοσέβεια συνεκίνει κυρίως τον κοινόν λαόν και δεν επιφαίνεται εν τη λογοτεχνία· αλλά διακρίνομεν αυτήν οσάκις υποκινεί την φιλοσοφίαν. Αύτη εξηγεί τον Πυθαγόραν, τον σοφόν και ευσεβή άνδρα, όστις αποχαιρετίσας τον κόσμον, έγινεν ιερεύς ασκητικής αδελφότητος, πιστευούσης εις καθαρμόν και εις μυστήρια.

Η ανάδειξις χωριστού φιλοσοφικού έπους οφείλεται αμέσως εις την περίεργον πνευματικήν επανάστασιν του ΞΕΝΟΦΑΝΟΥΣ του Κολοφωνίου, μαθητού του Αναξιμάνδρου. Ο Ξενοφάνης διωχθείς υπό της περσικής επιδρομής του 546 π. Χ., ηναγκάζετο να πορίζεται τον άρτον ως ραψωδός· αλλά παρά του Αναξιμάνδρου είχε διδαχθή ότι όσα ερραψώδει ήσαν ψεύδη.

7] Πάντα θεοίσ' ανέθηκαν Όμηρος θ' Ησίοδός τε
όσσα παρ' ανθρώποισιν ονείδεα και ψόγος εστίν,
κλέπτειν μοιχεύειν τε και αλλήλους απατεύειν.

{ Homer and Hesiod fastened on the gods all that is a shame and a rebuke to man, thieving and adultery and the cheating one of another. }

Μετέβαλε το «άπειρον» του διδασκάλου του εις θεόν·

1] είς θεός εν τε θεοίσι και ανθρώποισι μέγιστος . . .

{ there is one God most high over men and gods }

2] ούλος ορά, ούλος δε νοεί, ούλος δε τ' ακούει.

{ all of him sees, thinks, and hears }

Έγραψε λοιπόν αληθινήν ποίησιν ιδικήν του — το μέγα διδακτικόν έπος *Περί φύσεως, ιστορικόν έπος *Κολοφώνος κτίσιν και Αποικισμόν εις Ελέαν εαυτού και των συνεξορίστων. Οι δ' 67 ενιαυτοί, ούς αναφέρει ότι παρήλθον,

24] βληστρίζοντες εμήν φροντίδ' αν' Ελλάδα γην,

{ tossed his troubled thoughts up and down Hellas }

φαίνεται ότι περιελάμβανον πολλούς χαλεπούς αγώνας κατά ωργανωμένης αντιδράσεως, της οποίας ηχώ έχομεν εν τοις *Σίλλοις. Ο Ξενοφάνης ούτε μέγας φιλόσοφος, ούτε μέγας ποιητής ήτο· αλλά το γεγονός, ότι κατ' αυτήν την επικράτησιν της επικής παραδόσεως εκήρυξε το ευαγγέλιον της ελευθέρας φιλοσοφίας και διελάλησε τολμηρώς όσα καθείς ησθάνετο κρυφίως, ανέδειξεν αυτόν μεγάλην δύναμιν εν τη ζωή και τη λογοτεχνία της Ελλάδος. Κίναι ίσως ο μόνος απροκάλυπτος θρησκευτικός επικριτής ο σωθείς εκ των αρχαίων χρόνων. Οι κατόπιν σκεπτικοί ή αδιάφοροι επροσποιούντο ότι εθεώρουν την περί θρησκείας ελευθεροστομίαν ως σκιαμαχίαν ή και ακαλαισθησίαν.

Το παράδειγμα του Ξενοφάνους ωδήγησε τον μέγαν εν τη φιλοσοφία μαθητήν αυτού να στιχουργήση τας αφηρημένας του δοξασίας. Το *Περί φύσεως έπος του ΠΑΡΜΕΝΙΔΟΥ ήτο διηρημένον εις δύο βιβλία, το μεν πρώτον περί αληθείας, το δε δεύτερον περί ψεύδους· είχε δε μυθολογικόν τέλος· η ανάβασις του ποιητού μετά των θυγατέρων του Ηλίου, αίτινες οδηγούσιν αυτόν διά των πυλών της Νυκτός και της Ημέρας εις το ιερόν της Σοφίας, προξενεί δυνατήν εντύπωσιν· το όλον όμως έργον θα ήτο προτιμότερον αν εγράφετο εις πεζόν λόγον.

Αλλ' αληθής ποιητής ήτο ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ ο Ακραγαντίνος, ίσως τόσον μέγας, όσον ο θαυμαστής αυτού Λουκρήτιος (106), ειργάζετο δε και ωραιοτέραν ύλην. Διέπρεψε και ως πολίτης, πρωταγωνιστήσας υπέρ ελευθερίας κατά των τυράννων Θήρωνος και Θρασυδαίου. Αλλ' ο βίος του, καθώς και των συγγενών αυτού πνευμάτων, του Πυθαγόρου και κατόπιν Απολλωνίου του Τυανέως, εκαλύφθη διά θαυμάτων· εσταμάτησε τους ανέμους· απεξήρανε τεράστιον έλος· ανέστησε γυναίκα νεκράν· προείπε την ώραν ότε θ' ανεκαλείτο υπό των θεών και εξηφανίσθη χωρίς ν' αποθάνη. Οι αντίζηλοί του έλεγον ότι εξ απλής κενοδοξίας ερρίφθη εις την Αίτναν, όπως αφανίση παν ίχνος του και πιστευθή ως αθάνατος (107). Αλλά πώς λοιπόν εγνώσθη τούτο; Εφόρει χαλκάς «κρηπίδας» και το ηφαίστειον έρριψεν έξω μίαν! Υγιεστέρα παράδοσις έλεγεν ότι απέθανεν εξόριστος εν Πελοποννήσω· ο δε χαρακτήρ αυτού αφήκε βαθείαν εντύπωσιν εις το πνεύμα των Ελλήνων και των Αράβων. Περί του συστήματος αυτού λαλούμεν κατόπιν· αλλ' αληθής της ποιήσεως αυτού ζωή είναι η θαυματουργία· ιδού τι λέγει εξόριστος θεός [εν τω *Περί φύσεως 1]·

Έστιν ανάγκης χρήμα, θεών ψήφισμα παλαιόν
αΐδιον, πλατέεσσι κατεσφραγισμένον όρκοις
εύτε τις αμπλακίησι φόνω φίλα γυία μιήνη
αύτως ή επίορκον αμαρτήσας επομόσση
(δαίμων οίτε βίοιο λελόγχασι μακραίωνος)
τρις μεν μυρίας ώρας από μακάρων αλάλησθαι
γεινόμενον παντοία διά χρόνου είδεα θνητών.

{ There is an utterance of Fate, an ancient decree of the gods, everlasting, sealed with broad oaths ; when any being stains his hand with sin of heart or swears an oath of deceiving, aye, though he be a Spirit, whose life is for ever, for thrice ten thousand years he wanders away from the Blessed, growing, as the ages pass, through all the shapes of mortal things, passing from one to another of the weary ways of life.}

32] Αιθέριον γαρ σφε μένος πόντονδε διώκει
   πόντος δ' ες χθονός ούδας απέπτυσε, γαία δ' ες αυγάς
   ηελίου ακάμαντος, ο δ' αιθέρος έμβαλε δίναις,
   άλλος δ' εξ άλλου δέχεται, στυγέονσι δε πάντες.

{The might of the Aether hunts him to the Sea, the Sea vomits him back to the floor of Earth, and Earth flings him to the fires of Helios the unwearied, and he to the whirlwinds of Aether. He is received of one after another, and abhorred of all. }

Ο Εμπεδοκλής ενεθυμείτο προηγουμένους βίους·

11] Ήδη γαρ ποτ' εγώ γενόμην κουρός τε κόρη τε
   θάμνος τ' οιωνός τε και είν' αλί έλλοπος ιχθύς·

{I have been a youth and a maiden and a bush and a bird and a gleaming fish in the sea.}

απεστρέφετο δε την σφαγήν των ζώων προς τροφήν των ανθρώπων·

440] Ου παύσεσθε φόνοιο δυσηχέος; ουκ εσοράτε
   αλλήλους δάπτοντες ακηδείησι νόοιο
;

{Will ye never cease from the horror of bloodshedding? See ye not that ye devour your brethren, and your hearts reck not of it ?}

Αλλά κατ' αυτόν και η κυαμοφαγία είναι επίσης φοβερά·

δειλοί, πάνδειλοι, κυάμων από χείρας έχεσθε.

{Wretched, thrice-wretched, keep your hands from beans. }

Όχι διότι τα «κουκκιά» είναι τροφή ερεθιστική, αλλά διότι θρησκευτικώς ενομίζοντο ως ακάθαρτα (108).

ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΙΑΜΒΟΣ


Η χρήσις της λέξεως «λυρική» προς δήλωσιν πάσης ποιήσεως μη επικής και δραματικής, είναι νέα και ανακριβής. Η λέξις σημαίνει ότι η ποίησις εψάλλετο προς λύραν ή κατά μικράν επέκτασιν προς άλλο τι όργανον. Αλλά και το έπος κατ' αρχάς εψάλλετο· ο «Όμηρος» εκράτει φόρμιγγα, ο δε «Ησίοδος» φόρμιγγα ή ράβδον. Εξ άλλου δε η «λυρική» ελεγεία και ο ίαμβος ενωρίτατα ήρχισαν να παραλείπωσι την μουσικήν. Πάσα ελληνική ποίησις επήγαζεν έκ τινος μορφής του μέλους, δηλαδή λέξεων αρμοζομένων προς μουσικήν· αλλά βαθμηδόν τα ποικίλα είδη της ποιήσεως ή απέρριψαν την μουσικήν, εφόσον εχρειάζοντο προσοχήν και σαφήνειαν ιδεών, ή έπεσον έτι μάλλον υπό το κράτος της μουσικής, εφόσον απέβλεπον εις την έκφρασιν αισθήματος αορίστου. Ώστε σπανίως δυνάμεθα να είπωμεν, εάν ωρισμένοι στίχοι απηγγέλλοντο ή εψάλλοντο. Αι ελεγείαι του Θεόγνιδος φαίνεται ότι εψάλλοντο κατά τα συμπόσια προς αυλόν. Αλλ' ο Πλάτων, λαλών περί του Σόλωνος, μεταχειρίζεται οτέ μεν το άδειν, οτέ δε το ραψωδείν· τα δύο κύρια διακριτικά του μέλους και του λόγου είναι η καλουμένη «στροφή» και η επί μιας συλλαβής παράτασις της φωνής. Λόγου χάριν, ο πεντάμετρος, όστις προήλθεν εκ του εξαμέτρου, λογιζομένης μιας μακράς συλλαβής ως δύο κατά το τέλος εκάστου ημιστιχίου, είναι «λυρικώτερος» του απλού εξαμέτρου· και η ελεγεία, ήν αποτελούσι ζεύγη εξαμέτρων και πενταμέτρων, είναι «λυρικωτέρα» του ομοιομόρφου εξαμέτρου έπους. Αι ιαμβικαί στροφαί παράγουσιν μεγαλοπρεπέστατον μέλος του Αισχύλου (109), ενώ ο κοινός ιαμβικός τρίμετρος είναι η εγγυτάτη προς τον πεζόν λόγον ποιητική μορφή.

Περί των αρχαίων ελληνικών μελών υπάρχουσιν όλως ανακόλουθοι και αόριστοι ειδήσεις. Τα «σκόλια» ή συμποτικά άσματα είχον εκ παραδόσεως ωραιότατον μέλος, αλλά είναι άδηλον τίνος ποιητού. Ποικίλα δε αθλητικά μέλη, καλούμενα «νόμοι», καθώς ο «πολυκέφαλος νόμος», ο «αρμάτειος νόμος» (110) αποδίδονται εις «Όλυμπον» τον Φρύγα, όστις ελέγετο υιός Μαρσύου του Σατύρου, [ζων επί Μίδα του β', ήτοι περί τα 700 π. Χ.] δύσκολον δε είναι να πιστοποιηθή ως ιστορικόν πρόσωπον, απλώς επειδή επικαλείται «Όλυμπος ο νεώτερος». Τα δε λυρικά μέλη κατά μέγα μέρος ανάγονται εις τον ΤΕΡΠΑΝΔΡΟΝ τον εξ Αντίσσης της Λέσβου. Περί τούτου φέρονται δύο θρύλοι, διδακτικοί· ελέγετο δηλ. ότι αφού ο Ορφεύς κατεσπαράχθη — καθό Βακχική ενσάρκωσις — υπό των γυναικών της Θράκης, η κεφαλή του και η λύρα του ερρίφθησαν υπό των κυμάτων εις την πατρίδα του Τερπάνδρου. Ούτως ο Τέρπανδρος είναι ο αναπτύξας την αιολικήν ή εγχώριον ελληνικήν μουσικήν. Επίσης όμως ελέγετο ότι διδάσκαλον είχε Χρυσόθεμιν τον Κρήτα. Αλλ' η Κρήτη ήτο μία των πρώτων δωρικών αποικιών. Ούτως ο Τέρπανδρος συνενώνει την ιθαγενή έγχορδον μουσικήν μετά της μουσικής των Δωριέων κατακτητών. Παν ό,τι παραδίδεται περί αυτού, και αυτό το όνομά του (ο τέρπων τους άνδρας) φέρει μυθικήν χροιάν (111). Ούτω π. χ. ηύξησε τας χορδάς της λύρας από τεσσάρων εις επτά· εποίησεν επτά κιθαρωδικούς νόμους· είς ιδίως, καλούμενος «Τερπάνδρειος νόμος» είχεν επτά μέρη (112) αντί των τριών απλών, αρχής, μέσου και τέλους. Ενίκησε δε τετράκις εν Δελφοίς, πριν ακόμη ιδρυθή οιοσδήποτε αγών! Ήτο και ο πρώτος νικητής κατά τα Κάρνεια της Σπάρτης. Αλλά πάντες οι τοιούτοι αγώνες δεν κατεγράφοντο κατ' αρχάς, ο δε πρώτος νικητής συνήθως ήτο μυθώδης (113).

Το πόρισμα είναι ότι καθώς υπήρχον έπη, ούτως υπήρχον και μέλη πολλαχού της Ελλάδος προ των αρχαιοτάτων ημών μνημείων. Οι τοπικοί ρυθμοί ήσαν ποικίλοι και η αρμονία γενικώς εταξινομείτο γεωγραφικώς, η δωριστί, η φρυγιστί, η λυδιστί, η αιολιστί, η ιαστί αρμονία και ούτω καθεξής. Η τοιαύτη διαίρεσις φαίνεται εις ημάς άτεχνος, εξ άλλου όμως δεικνύει ότι ωρμήθη εξ ωρισμένης γνώσεως εκάστου είδους. Οι μαθηταί του Σωκράτους, οίτινες έβλεπον τα πάντα ως ηθικολόγοι, εφιλοσόφησαν πολλά περί της ηθικής αξίας εκάστης αρμονίας. Κατ' αυτούς η δωριστί το ανδρώδες εμφαίνει και μεγαλοπρεπές, η φρυγιστί ήτο αγρία και διεγερτική, η λυδιστί θηλυπρεπής, η δε αιολίς είχε «το γαύρον και ογκώδες» { turbulent chivalry}. Αλλά ταύτα φαίνονται αυθαίρετα· διότι ενώ ο Πλάτων περιλαμβάνει την ιαστί αρμονίαν εις τας «μαλάκας τε και συμποτικάς» { effeminate and bibulous } (114) ο μαθητής αυτού Ηρακλείδης ο Ποντικός λέγει «το της ιαστί γένος αρμονίας . . . . . αυστηρόν και σκληρόν» { austere and proud. } (115). Η Σωκρατική παράδοσις ανεύρισκεν ιδίως ηθικήν έννοιαν εις τας διαφοράς εγχόρδων και εμπνευστών οργάνων, ενώ δε η λύρα και η κιθάρα εθεωρούντο χρήσιμοι εις τους αγαθούς πολίτας, ο αυλός ή ο πλαγίαυλος ή ό,τι άλλο αντιστοιχεί προς τα διάφορα του αρχαίου «αυλού» είδη, ενομίζετο αρμόζων εις γυναίκας ή βαρβάρους. Και όμως ο αυλός ήτο το αγαπητόν όργανον των Σπαρτιατών, των Βοιωτών και των Δελφών· όσον και αν ετάρασσε τους ευαισθήτους Αθηναίους, ήρεσκεν εις τους Δωριείς· αλλ' ίσως εις ημάς θα εφαίνετο εντελώς ανούσιος.

Τα τοπικά γένη της μουσικής είχον και αντίστοιχα μετρικά γένη. Λόγου χάριν τα μέλη της Λέσβου και της Τέω παρέμειναν απλά· η μουσική δηλαδή εκείνη έθελγε και αγύμναστα ωτία. Οι δε συνήθεις ιωνικοί ρυθμοί και άπαξ ακουόμενοι, εφαίνοντο εξαίσιοι, αλλ' οι δωρικοί κάπως ήσαν τραχύτεροι, οι δε πολλοί των αιολικών ήσαν αισθητοί μόνον εις ολίγους μουσικωτέρους. Καθόλου οι σταθεροί κανόνες, η υπήχησις της ρυθμικής κινήσεως και η συνεχής αλλ' υποτεταγμένη μουσική, κατέστησε τους Έλληνας ικανούς να παράγωσι διά του μέτρου εντυπώσεις, τας οποίας ουδέ ο τολμηρότατος και μελωδικώτατος των Άγγλων ποιητών ουδέποτε θα ωνειρεύετο να πλησιάση. Κανέν ίσως άλλο των αρχαίων κατορθωμάτων δεν ευρίσκεται τόσον μακράν ημών, όσον το υψηλότερον λυρικόν ποίημα. Ανεπτύξαμεν αληθώς οι νεώτεροι την μουσικήν ως χωριστήν τέχνην και υπερέβημεν κατά πολύ τους Έλληνας εις τούτο, αλλ' αντί ποίας φοβεράς θυσίας!

Η ετυμολογία της λέξεως «έλεγος» είναι σκοτεινή. Ίσως αρχικώς ήτο μέτρον πένθιμον, συνοδευόμενον, οπότ' εψάλλετο, υπό αυλού. Αλλ' απαντά πρώτον επί πολεμικών ωδών και συν τω χρόνω κατήντησεν ο ειδικός του έρωτος στίχος.

Ο πρώτος γνωστός ελεγειακός, ο ΚΑΛΛΙΝΟΣ, ήτο Εφέσιος και έγραψε διάλεκτον μικρόν απέχουσαν των ιωνικών μερών του Ομήρου. Επολέμησε κατά των εισβαλόντων Κιμμερίων (περί τα 650 π. Χ.) και κατά της πόλεως Μαγνησίας. Συνεχρόνησε δε περίπου μετά του μεγάλου Αρχιλόχου, αλλ' ο μεν Καλλίνος ελάλει περί της Μαγνησίας ως μαχομένης, ο δε Αρχίλοχος εγίνωσκε την άλωσιν αυτής (116). Ο δε ΤΥΡΤΑΙΟΣ ο Αφιδναίος έγραψε χάριν των Σπαρτιατών επί του δευτέρου μεσσηνιακού πολέμου πολεμικάς ελεγείας, όπου λαλεί ως Δωριεύς ευπατρίδης, ως Σπαρτιάτης. Αλλ' επειδή υπήρχεν Άφιδνα και εν τη Αττική, καθώς εν τη Λακωνική, η αθηναϊκή κακολογία, τροποποιούσα παλαιόν ανέκδοτον, έπλασεν ότι δήθεν η Σπάρτη, στενοχωρουμένη δεινώς εκ του πολέμου, εζήτησεν εξ Αθηνών αρχηγόν και ότι οι Αθηναίοι απέστειλαν ένα χωλόν γραμματοδιδάσκαλον, όστις έδωκε τόσον θάρρος εις τους απηλπισμένους, ώστ' ενίκησαν (117). Ομοίως οι Σάμιοι διηγούντο ότι εδάνεισαν εις τους Πριηνείς μίαν μάντιδα προς βοήθειαν εναντίον των Καρών· ότι δηλαδή και μία γραία της Σάμου έφθανε να διδάξη τους Πριηνείς το πολεμείν! Ο Τυρταίος κατά την μεταγενεστέραν παράδοσιν την μη σπαρτιατικήν, καταντά πρόσωπον σχεδόν κωμικόν — λόγου χάριν κατά τα Μεσσηνιακά του Ριανού (του τρίτου π. Χ. αιώνος). Αλλά το δωρικόν αυτού όνομα, το γεγονός ότι αι ελεγείαι του εψάλλοντο εν Κρήτη ως και εν Πελοποννήσω και αι προς αυτόν απονεμόμεναι κατά τας λακωνικάς εορτάς τιμαί υπεμφαίνουσιν ότι ήτο προσωποποιία του δωρικού πολεμικού ελέγου και ότι παν ανώνυμον δωρικόν πολεμικόν άσμα εγίνετο ιδικόν του — λόγου χάριν οι ολίγον αρχαϊκοί στίχοι, ούς διέσωσεν ο Λυκούργος (118). Τα ποιήματα πιθανώς ήσαν κατ' αρχάς δωρικά· αλλά τα σωθέντα αποσπάσματα φέρουσιν ιωνικόν ένδυμα και μάλιστα νεώτερον. Η συλλογή περιέχει και έν αναπαιστικόν εμβατήριον, προέρχεται ο εξ Αλεξανδρείας και επιγράφεται «Ευνομία». (119)

Μέγιστος των ελεγειακών ποιητών είναι ΜΙΜΝΕΡΜΟΣ ο Κολοφώνιος. Εδοξάσθη κυρίως διά την *Ναννώ, μακρόν ποίημα ή ποιητικήν συλλογήν περί έρωτος ή παλαιών ερωτικών μύθων, φέρουσαν το όνομα της ερωμένης του, ήτις ήτο αυλητρίς, όπως και αυτός ήτο αυλητής. Αλλά και οι πολεμικοί του στίχοι είναι τεχνικώτεροι των του Τυρταίου και του Καλλίνου (120). Ο Μίμνερμος πλην του έρωτος και της μάχης αισθάνεται βαθύτατα και την φύσιν. Ωραίον είναι λόγου χάριν το απόσπασμα [11]

Ηέλιος μεν γαρ πόνον έλλαχεν ήματα πάντα·
ουδέ κοτ' άμπαυσις γίγνεται ουδεμία
ίπποίσίν τε και αυτώ, επεί ροδοδάκτυλος Ηώς
Ωκεανόν προλιπούσ' ουρανόν εισαναβή.
Τον μεν γαρ διά κύμα φέρει πολυήρατος ευνή
κοιίλη, Ηφαίστου χερσίν εληλαμένη
χρυσού τιμήεντος υπόπτερος, άκρον εφ' ύδωρ
εύδονθ' αρπαλέως χώρου αφ' Εσπερίδων
γαίαν ες Αιθιόπων, ίνα δη θοόν άρμα και ίπποι
εκτάσ', όφρ' Ηώς ηριγένεια μόλη
.

{ Surely the Sun has labour all his days, And never any respite, steeds nor god, Since Êos first, whose hands are rosy rays, Ocean forsook, and Heaven's high pathway trod; At night across the sea that wondrous bed Shell-hollow, beaten by Hephaistos' hand, Of winged gold and gorgeous, bears his head Half-waking on the wave, from eve's red strand To the Ethiop shore, where steeds and chariot are, Keen-mettled, waiting for the morning star» }

Η επίδρασις του Μιμνέρμου εμεγαλύνετο συν τω χρόνω και το σχέδιον της *Ναννούς παρέμεινεν ως δημιουργόν σπέρμα της μεγάλης ελεγειακής ποιήσεως της Αλεξανδρείας και των Ρωμαϊκών αυτής απομιμήσεων (121). Παν ό,τι έγραψεν ο Μίμνερμος έχει χρώμα και μελωδίαν, αλλά και πνεύμα όπου χρειάζεται, καθώς εν τη περιγραφή της αλώσεως της Σμύρνης (122).

Μετά τους μη αττικούς τούτους ποιητάς, ούς μόλις βλέπομεν ως σκιάς, θαυμάζομεν ακούοντες όσα διηγείτο η Αττική παράδοσις περί του ΣΟΛΩΝΟΣ, του υιού του Εξηκεστίβου (639-559 π. Χ.). Η παράδοσις είναι θρύλος μάλλον ή ιστορία, και αναφέρεται εις τα εξής· τας περιηγήσεις, την μανίαν του, και τας προς τον Πεισίστρατον συμφωνίας. Αι περιηγήσεις ήσαν πιθανώς κοινά εμπορικά ταξείδια, αλλ' απετέλουν ωραίον πλαίσιον διά την ελληνικήν αντίληψιν του περιπλανωμένου σοφού. Ακούομεν, εναντίον πάσης χρονολογίας, πώς συνήντησε τον πλουσιώτατον των βασιλέων, τον Κροίσον, όστις του επέδειξε τους θησαυρούς του και κατόπιν τον ηρώτησεν αν είδε κανένα «πάντων ολβιώτατον» { most fortunate } (123). Ο Σόλων ωνόμασε μερικούς αφανείς ανθρώπους, οίτινες αφού έπραξαν το καθήκον των, αγαπώμενοι υπό των πολιτών απέθανον άριστα. Και τότε μεν τα λόγια εκείνα εφάνησαν ανόητα, αλλά κατόπιν ωμολογήθη όλη των η αλήθεια υπ' αυτού του Κροίσου, ότε ο Κύρος ητοιμάζετο να τον καύση, και του Κύρου, όστις ακούσας το πράγμα, δεν εξετέλεσε την καταδίκην. Ο Σόλων ήτο στρατιωτικός και πολιτικός ανήρ, όστις νέος μεν έγραψεν ερωτικά ποιήματα, έπειτα δ' έστρεψε την στιχουργικήν του τέχνην εις πρακτικούς σκοπούς, κυκλοφορών πολιτικά ποιήματα, καθώς και οι μετά δύο αιώνας διάδοχοί του εκυκλοφόρουν πολιτικά φυλλάδια και λόγους. Άγνωστον είναι κατά πόσον το σύστημα τούτο ήτο δάνειον εκ των μεγάλων πόλεων της Ιωνίας ή ανεπτύχθη εκ της ιδίας αττικής πολιτικής ροπής. Του Σόλωνος σώζονται πολλά εκτενή αποσπάσματα ελεγειακά, ιαμβικά, και τροχαϊκά· πάντα βεβαίως έχουσι μεγάλην ιστορικήν σημασίαν, αλλά ως ποιήματα έχουσι την ακαμψίαν και την πεζότητα του πρακτικού ανθρώπου (124). Τούτων περιεργότατα είναι τα αναφερόμενα εις τον κατά των Μεγαρέων πόλεμον περί της κατοχής της Σαλαμίνος και εις την «σεισάχθειαν», την μεγάλην νομοθετικήν του Σόλωνος καινοτομίαν. Ως μεταρρυθμιστής ο Σόλων ηττήθη υπό των εκτάκτων του καιρού εκείνου δυσχερειών· επιζήσας είδε την πτώσιν του πολιτεύματος, όπερ ενομοθέτησεν, και την αύξησιν του Πεισιστράτου· αλλ' ο χαρακτήρ αυτού εφυλάχθη ζωηρός εν τη μνήμη των Αθηναίων, και παρέμεινεν ως τύπος αγαθού και μεγάλου νομοθέτου, όστις ηδύνατο, αλλ' ως τίμιος άνθρωπος, δεν ηθέλησε να τυραννεύση (125).

ΘΕΟΓΝΙΣ ο Μεγαρεύς (126), ο κάλλιστα σωζόμενος των ελεγειακών, χρεωστεί την αθανασίαν εις τα γνωμικά του, τα σύντομα αποφθέγματα πρακτικής φιλοσοφίας, άπερ οι αρχαίοι Έλληνες ωνόμαζον «γνώμας», οι δε Ρωμαίοι sententias. Τινά είναι απλώς ηθικά

255] Κάλλιστον το δικαιότατον λώστον δ' υγιαίνειν,
   πράγμα δε τερπνότατον, την τις ερά, το τυχείν
.

{ " Fairest is righteousness, and best is health, And sweetest is to win the heart's desire."}
 
Άλλα είναι πικρά·

575 οι με φίλοι προδιδούσιν, επεί τον γ' εχθρόν αλεύμαι,
   ώστε κυβερνήτης χοιράδας ειναλίας
.

{ " Few men can cheat their haters, Kyrnos mine; Only true love is easy to betray! " }

Άλλα εκφράζουσι δίψαν προς εκδίκησιν·

361 Ανδρός τοι κραδίη μινύθει μέγα πήμα παθόντος,
   Κύρν' αποτινυμένου δ' αύξεται εξοπίσω.
   Ευ κώτιλλε τον εχθρόν· όταν δ' υποχείριος έλθη,
   τείσαι μιν, πρόφασιν μηδεμίαν θέμενος.

{ " Drink while they drink, and, though thine heart be galled, Let no man living count the wounds of it: There comes a day for patience, and a day For deeds and joy, to all men and to thee! "}

Τα γνωμικά του Θεόγνιδος δεν είναι βρεφική τροφή. Ο Θέογνις είναι Δωριεύς ευπατρίδης, και σφοδρότατος φατριαστής πολιτείας ονομαστής διά τα κόμματα· πίνων αλύπητα, μισεί θανασίμως τους δημοκρατικούς, «των είη μέλαν αίμα πιείν» [349] { give him their black blood to drink } διότι εφόνευσαν τους φίλους του και τον εξώρισαν, συλήσαντες τα χρήματά του. Έκτοτε ο υπερήφανος ανήρ ηναγκάσθη να γράφη ποιήματα χάριν των ξενιζόντων αυτόν. Ούτω λέγεται ότι έγραψεν ελεγείαν «εις τους σωθέντας των Συρακοσίων εν τη πολιορκία». Τα σωζόμενα αποσπάσματα είν' εκρήξεις προσωπικού πάθους ή παραινέσεις, απευθυνόμεναι προ πάντων προς τον εταίρον αυτού Κύρνον. Η προς αυτόν σχέσις του Θεόγνιδος είναι χαρακτηριστική του Δωριέως στρατιώτου. Παραλαμβάνει μαζί του παίδα της αυτής κοινωνικής τάξεως, και τον διδάσκει «οία τε παιδί πατήρ» { like a father } (1049) όλα τα καθήκοντα του δωρικού ιπποτισμού· να πολεμή, να υπομένη σιωπών, να είναι πιστός εις την φιλίαν, να λέγη την αλήθειαν και να μη έχη σχέσεις προς κακούς [1164]. Είναι υπόχρεος να φέρη τον εταίρον οπίσω σώον ή ν' αποθάνη και αυτός· στενοχωρείται, ότι ο μικρός δεν ήλθεν εις ηλικίαν, ώστε να γίνη και αυτός καλός και άξιος Δωριεύς. Περί των λοιπών σχέσεων αυτού προς τον Κύρνον λέγομεν τόσον μόνον, ότι δεν υπήρχον γυναίκες εν τοις δωρικοίς στρατοπέδοις. Αληθώς, οι Δωριείς επιδρομείς εκόμισαν εις την Ελλάδα μείγμα τι αγαθού και πονηρού, όπερ ο γνήσιος Έλλην εθαύμαζεν ενίοτε υπέρ το δέον, καθόσον ήτο ξένον προς αυτόν — εγκράτειαν, αντοχήν, τραχύτητα, αλαζονείαν, αφοσίωσιν εις στενόν κύκλον φίλων και απολίτιστον ιδανικόν. Τα χειρόγραφα του Θεόγνιδος προέρχονται εκ συλλογής γενομένης χάριν των σχολείων κατά τον τρίτον αιώνα π. Χ. και φέρουσι παρεμβολάς χαρακτηριστικάς των διδακτικών βιβλίων. Ολόκληρα δηλαδή χωρία του Σόλωνος, του Μιμνέρμου, του Τυρταίου και άλλου ελεγειακού, του Ευήνου, κατ' αρχάς φερόμενα εν τη ώα χάριν παραβολής, παρεισέφρησαν εις το κείμενον· η δε τάξις των γνωμών συνεχύθη και ενίοτε έχομεν ηνωμένους δύο αρχικώς διαφόρους τύπους της αυτής γνώμης, ένα πρωτότυπον και ένα συντομώτερον. Αι γνώμαι πολλάκις έχουσι πολύ το αγέρωχον και δωρικόν, υπερβολήν μίσους και αγάπης και δόσιν συμβολισμού, ήτις αποδεικνύει τον Θέογνιν άξιον του ονόματος του ποιητού (127).

Η προς τας γνώμας τάσις κατέληξεν εις την δημιουργίαν των Επτά σοφών. Αυτοί ανέλαβον την πατρότητα των περιφερομένων παροιμιών και γνωμικών, του Γνώθι σαυτόν — όπερ επεγράφη επί του εν Δελφοίς ναού — του Μηδέν άγαν, του Εγγύη, πάρα δ' άτα { Surety; loss to follow } και των άλλων, όσα εφέροντο εις το στόμα του λαού. Αλλ' οι «σοφοί» εκείνοι δεν ήσαν πάντοτε και αγαθοί· το όνομα του τυράννου Περιάνδρου φέρεται επί τινων καταλόγων, το δε του αισυμνήτου Πιττακού επί πάντων· η δε σοφία των ήτο κυρίως φρόνησις. Των γνωμών τούτων ελέγετο ότι κατήρτισεν έκδοσιν Λόβων ο Αργείος, ρήτωρ του τετάρτου ίσως αιώνος. Αλλά και τα αινίγματα, καθώς αι γνώμαι, είναι είδος σοφίας· και πολλοί αρχαίοι γρίφοι αποδίδονται εις τον σοφόν Κλεόβουλον ή άλλως την Κλεοβουλίνην, λεγομένην θυγατέρα του Κλεοβούλου· ίσως είναι απλώς θηλυκή μορφή της σοφίας (128).

Την «γνώμην» έκαμαν δηκτικήν οι δύο συνηλικιώται, ΦΩΚΥΛΙΔΗΣ ο Μιλήσιος και ΔΗΜΟΔΟΚΟΣ ο Λέριος (περί τα 550 π. Χ.) Τα μόνα σωζόμενα τούτων έργα είν' επιγράμματα εν ελεγειακώ μέτρω. Ο Δημοδόκος αξιοί ότι ανεκάλυψε το εξής γονιμώτατον σκώμμα·

Και το δε Δημοδόκου· Χίοι κακοί· ουχ ο μεν, ός δ' ου,
πάντες πλην Προκλέους· και Προκλέης δε Χίος.

{ This, too, is of Demodocus : The Chians are bad; not this man good and that bad, but all bad, except Procles. And even Procles is a Chian! }

Του επιγράμματος τούτου υπάρχουσι πολλαί, ελληνικαί και λατινικαί απομιμήσεις, τελευταία δε είναι η του Πόρσωνος καταδίκη των Γερμανών φιλολόγων «πάντων, πλην του Hermann, αλλά και ο Hermann είναι Γερμανός!» Ο δε τρόπος της εισαγωγής «και τόδε Φωκυλίδεω» ή «Δημοδόκου», φαίνεται ότι εχρησίμευεν εις τους δυο ποιητάς, ως η μνεία του Κύρνου εις τον Θεόγνιν· ήτο δηλαδή σφραγίς, αποτυπούσα το όνομα του ποιητού. Υπό το όνομα του Φωκυλίδου έχομεν ποίημα 239 εξαμέτρων, περιέχον ηθικά παραγγέλματα, αλλ' ο Bernays (129) απέδειξεν αυτό έργον ελληνίζοντος Ιουδαίου, διότι λαλεί περί αναστάσεως και συμφωνεί προς το Δευτερονόμιον (κβ', 6) περί μη λήψεως των νεοσσών εκ των φωλεών (130).

ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ ο Αμοργίνος οφείλει την ιδιάζουσαν ορθογραφίαν του ονόματός του εις τους γραμματικούς, τους θέλοντας να διακρίνωσιν αυτόν από του ενδοξοτέρου ομωνύμου, Σιμωνίδου του Κείου (131). Αι ελεγείαι του, μεταξύ των οποίων υπήρχε και αρχαιολογία των Σαμίων, δεν υπάρχουσι πλέον, αλλ' ο Στοβαίος διέσωσεν εν τη Ανθολογία του ιαμβικόν ποίημα περί γυναικών — πιθανώς απάντησιν εις τα εξ αμάξης ποιήματα, όσα κατά τινας εορτάς αι χωρικαί γυναίκες απέτειναν αφόβως προς τους άνδρας. Ο Σημωνίδης παραβάλλει την αγαθήν γυναίκα προς την μέλισσαν, την φιλάρεσκον και σπάταλον προς «ίππον αβρήν» { like a mare} και ούτω καθεξής. Η «εξ υός τανύτριχος» { The pig-woman } είναι η άλουτος και άπλυτος (132).

Τρεις ήσαν οι ιαμβικοί ποιηταί οι καταριθμούμενοι εις τον Αλεξανδρεωτικόν κανόνα — ο Σημωνίδης, ο Αρχίλοχος και ο Ιππώναξ. Αλλ' εξαιρουμένου ίσως του Ιππώνακτος, ουδείς ποιητής έγραψε μόνον ιάμβους. Η δ' εσωτερική συγγένεια, λόγου χάριν, του Θεόγνιδος και του Αρχιλόχου προς τον Ησίοδον αποδεικνύει ότι η μετρική κατάταξις δεν είχε μεγάλην σημασίαν. Πολλά δε των έργων του Σόλωνος εκ της υποθέσεώς των ηδύναντο aδιαφόρως να γραφώσιν είτε εις ελεγειακούς στίχους είτε εις ιαμβικούς. Το ιαμβείον φαίνεται συνδεόμενον προς λαϊκούς και οικογενειακούς θεούς, τον Διόνυσον και την Δήμητρα, καθώς το μεγαλοπρεπές εξάμετρον προς τον Απόλλωνα και τον Δία. Είναι δε το ιαμβείον το πλησιέστερον εις τον συνήθη λόγον μέτρον· ελληνικός ρητορικός λόγος, ως και αγγλική εφημερίς, έχει πολλούς ιαμβικούς στίχους εν μια στήλη. Τοιουτοτρόπως το ιαμβείον εξυπηρέτησε τον ελληνικόν δραματικόν διάλογον και άλλον αδιακόπως ευρυνόμενον κύκλον θεμάτων, όπου βαθμηδόν εισήλθεν. Ο Ευριπίδης, λόγου χάριν, όστις έβλεπε ποίησιν και έννοιαν υπό πάσαν πέτραν των οδών, εύρισκε το ιαμβικόν τρίμετρον ευχερέστερον και αυτού του πεζού λόγου. Αλλ' ότε κατά πρώτον εστιχουργήθη τούτο, είχε σκωπτικήν χροιάν.

ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ ο Πάριος (περί τα 650 π. Χ;) επεσκίασε πάντας τους προγενεστέρους ιαμβογράφους και εθεωρείτο κοινώς ως ο άριστος, τασσόμενος πλησίον του Ομήρου. Η τοιαύτη δόξα είχε δύο λόγους· πρώτον, ένα φιλολογικόν πόλεμον εν Αλεξανδρεία, και δεύτερον, ότι ο Αρχίλοχος εν τω κύκλω του δεν είχεν αντιπάλους. Και τα ολιγοστά του αποσπάσματα (133) δικαιολογούσι την κρίσιν του Κοϊντιλιανού, [Χ,1,16] «βραχείαι και ισχυραί αι γνώμαι, πλήρεις αίματος και νεύρων, ώστε τινές νομίζουσιν ότι και οσάκις ελαττούται, το σφάλμα είναι της ύλης (των ποιημάτων) ουχί της ευφυίας αυτού». Τούτο έχει, εννοείται, άλλον λόγον. Ο Αρχίλοχος ήτο των δυνατών εκείνων ανδρών, όσοι δεν ανέχονται την ήτταν. Δεν αγαπά την μεγαλοπρέπειαν των πραγμάτων, θέλει θέματα τοιαύτα, ώστε να αισθάνεται την υπεροχήν του. Πλην των λυσσαλέων ιάμβων, και οι μικρότατοί του στίχοι έχουσιν αγρίαν καλλονήν·

κρύπτωμεν δ' ανιηρά Ποσειδάωνος άνακτος δώρα

{ Oh, hide the bitter gifts of our lord Poseidon! }

λέγει, εννοών «ας θάψωμεν τους πνιγμένους μας συντρόφους»·

Εν δορί μεν μοι μάζα μεμαγμένη, εν δορί ο οίνος
Ισμαρικός, πίνω ο εν δορί κεκλιμένος·
τούτο είναι καύχημα ληστού.

{ In my spear is kneaded bread, in my spear is wine of Ismarus ; and I lie upon my spear as I drink! }

Επτά γαρ νεκρών πεσόντων, ούς εμάρψαμεν ποσίν,
χίλιοι φονήες ειμέν.

{ There were seven dead men trampled under foot, and we were a thousand murderers! }

Τι σημαίνει άρα γε τούτο; δύναται να εικάση τις πολλά. Αλλ' οι ολίγοι ερωτικοί του στίχοι δεικνύουσι την μεγάλην από της Σαπφούς διαφοράν. Το φλογερόν και ωχρόν πάθος, όπερ εκφράζεται σχεδόν όλον εις γλώσσαν φυσικήν, ημπορεί να φαίνεται ωραίον εντός καρδίας όπως η ιδική της· αλλά τι άγριον και απροσπέλαστον πράγμα καταντά εντός της ψυχής του πικραμένου τούτου μισθοφόρου! Η φοβερά έντασις του αισθήματος και του νου του παριστάνουσιν ενίοτε αυτόν ως τον αθλιώτατον των αθλίων αυτού συντρόφων. Περί του βίου του ολίγα μανθάνομεν. Ηναγκάσθη ν' αφήση την Πάρον — δύναται να υποθέση τις και άλλους σπουδαιοτέρους λόγους εκτός της φερομένης αυτού πενίας — και αποκατεστάθη εις την Θάσον μετ' άλλων τυχοδιωκτών·

ως Πανελλήνων οϊζύς ες Θάσον συνέδραμον

{ a wretched island, bare and rough as a hog's back in the sea}

Κατά τινα μάχην προς τους κατοίκους της απέναντι στερεάς έρριψε την ασπίδα τρεπόμενος εις φυγήν, και κατόπιν έλεγε κωμικούς αστεϊσμούς διά το πάθημά του. Είχε μνηστευθή μετά της Νεοβούλης, θυγατρός σεβαστού πολίτου της Πάρου, του Λυκάμβου. Αλλ' ο Λυκάμβης διέλυσε την μνηστείαν, ο δε Αρχίλοχος ελύσσα καθ' όλην του την ζωήν εναντίον του πατρός και της κόρης. Οι μεταγενέστεροι έλεγον ότι και οι δύο εκρεμάσθησαν. Ο Αρχίλοχος δεν ηδύνατο να μείνη πλέον εν τη Πάρω· η εν Θάσω αποικία είχεν αποτύχει· εδίωκε λοιπόν την τύχην, ζων πότε ως στρατιώτης και πότε ως πειρατής, μέχρις ού εσκοτώθη πολεμών κατά της Νάξου.

Ειμί δ' εγώ θεράπων μεν Ενυαλίοιο άνακτος
και Μουσέων ερατόν δώρον επιστάμενος.

{ I am a servant of the lord god of war, and I know the lovely gift of the Muses! }

Ο Αρχίλοχος επολέμει και έγραφε στίχους εξαισίους. Αλλά φαίνεται ότι ουδέν άλλο καλόν ηδύνατο να κάμη (134).

Πολύ κατώτερος του Αρχιλόχου ήτο ΙΠΠΩΝΑΞ ο Εφέσιος. Η παράδοσις παρίστανεν αυτόν επαίτην, χωλόν, στρεβλώσαντα εαυτόν και ευρόντα τον σκάζοντα ίαμβον { halting iambic}, ήτοι τρίμετρον διάστροφον, έχοντα τον τελευταίον πόδα παρά πάσαν του αναγώστου προςδοκίαν σπονδείον ή τροχαίον. Πάντα τα έργα του Ιππώνακτος ήσαν υβριστικά. Εμαστίγωσε δε προ πάντων τους καλλιτέχνας Βούπαλον και Άθηνιν, επειδή τον είχον γελοιογραφήσει· επετέθη δ' εννοείται, και κατά των γυναικών.

Δυ ημέραι γυναικός εισιν ήδισται,
Όταν γαμή τις κακφέρη τεθνηκυίαν
(135).

{ A woman gives a man two days of pleasure: the day he marries her, and the day he carries out her corpse! }

Οι αρχαιότεροι ιαμβογράφοι δεν είχον πολύ πνεύμα, έδιδον μόνον δυνατά κτυπήματα διά λέξεων αντί ράβδων και πετρών (136). Οι δε των ενδόξων χρόνων, ο Έρμιππος, ο Κερκιδάς και ο Αισχρίων, δεν εθαυμάζοντο, καθώς φαίνεται, εν Αλεξανδρεία.

Άλλο είδος ιαμβικής ποιήσεως, ο αίνος, ο περί ζώων μύθος, ανεπτύχθη κυρίως υπό το όνομα του Αισώπου. Ο ΑΙΣΩΠΟΣ φαίνεται μάλλον μυθικός, όπως ο Κέρκωψ και ο Κρεώφυλος, επινοηθείς διά ν' αποκτήσωσι πατέρα και οι μύθοι. Ήτο ξένος δούλος — εκ της Θράκης, της Φρυγίας ή της Αιθιοπίας — δουλεύων εις του αυτού κυρίου τον οίκον, όπου και η Ροδώπις, η εταίρα, η καταστρέψασα της Σαπφούς τον αδελφόν· εφονεύθη δε ο Αίσωπος εν Δελφοίς. Οι Δελφοί αναφέρονται συχνά προκειμένου περί τάφων ή θανάτων επιφανών ανδρών· είχον τους τάφους του Νεοπτολέμου και του Ησιόδου, οίτινες είλκυον πολλούς θεατάς· διά δε τον φόνον του εμπνευσμένου του Απόλλωνος λειτουργού, του Αρχιλόχου, εζήτουν αποζημίωσιν παρά του φονέως. Αλλά, προκειμένου περί του Αισώπου, κάποιος απόγονος του κυρίου του, Ιάδμων, έλαβε τον φόνον αυτού ως βάσιν, όπως αξιώση αποζημίωσιν παρά των Δελφών· είναι λοιπόν δύσκολον να εννοήσωμεν, πώς αντεστράφη το διήγημα. Κατά την παράδοσιν ο Αίσωπος ωμίλησε μετά του Κροίσου και των Επτά σοφών· ο δε Αριστοφάνης λέγει κωμικώς [Όρν. 471] «ουδ' Αίσωπον πεπάτηκας». { a jocular reproach, not to have 'trodden well' your Aesop}. Οπωςδήποτε ο Αίσωπος δεν ήτο ποιητής, αλλ' ο μυθικός ευρετής ιδίου τύπου διηγήματος, όπερ οιοςδήποτε ηδύνατο να στιχουργή, καθώς έκαμεν ο Σωκράτης (137), ή να συλλέξη εν πεζώ λόγω, καθώς ο Δημήτριος ο Φαληρεύς. Αι παλαιοτάται των ημετέρων συλλογών είναι οι ίαμβοι του Φαίδρου, αι λατινικαί ελεγείαι του Αβιανού και οι σκάζοντες του Βαβρίου, και οι τρεις χριστιανικών χρόνων.

Δ'

ΤΟ ΜΕΛΟΣ

ΣΑΠΦΩ, ΑΛΚΑΙΟΣ, ΑΝΑΚΡΕΩΝ.


Το κυρίως άσμα, το μέλος, των αρχαίων διαιρείται εις δύο, α') το ίδιον του ποιητού άσμα και β') το χορικόν άσμα, δηλαδή των υπ' αυτού διδαχθέντων χορευτών. Υπάρχουσι λείψανα παλαιών δημοτικών μελών, όλως αδεσπότων εις ποικίλους ήχους· π. χ. το άσμα του μύλου — καθαυτό τραγούδι διά να περνά η ώρα —

Άλει, μύλε, άλει
Και γαρ Πιττακό άλει, μεγάλας
Μυτιλάνας βασιλεύων

{ Grind, Mill, grind; Even Pittacus grinds; Who is king of the great Mytilene }

και το Χελιδόνισμα όπερ έψαλλον κατά την άνοιξιν περιερχόμενα τα παιδία της Ρόδου. Κάπως υψηλότερα τούτων ήσαν τα Σκόλια, άσματα συμποτικά, εξ ών εμορφώθη χωριστή μελωδία εις τέσσαρας στίχους κατά την Λεσβίαν μετρικήν. Τούτων περιφημότατατον είναι το εις Αρμόδιον και Αριστογείτονα σκόλιον, αλλά πάντα σχεδόν τα σωζόμενα λείψανα είναι ωραία έργα, το δε

Αιαί, Λειψύδριον προδωσέταιρον,
οίους άνδρας απώλεσας, μάχεσθαι
αγαθούς τε και ευπατρίδας
οί τότ' έδειξαν οίων πατέρων έσαν·

{ Ah, Leipsydrion, false to them who loved thee, . . .}

το άσμα των εξορίστων, οίτινες ήλθον εις τον βράχον εκείνον φεύγοντες τον Πεισίστρατον, είναι καθαυτό θελκτικόν (138).

Το Λέσβιον μέλος κατά το τέλος του εβδόμου αιώνος εκορυφώθη εις δύο ονόματα, τον Αλκαίον και την Σαπφώ (139). Αλλ' η γυνή ενίκησε τον άνδρα, αν μη κατ' αλήθειαν, τουλάχιστον κατά την αντίληψιν των επιγενομένων. Μετ' αυτήν ολόκληρος εσμός ποιητριών εξεχύθη εκ διαφόρων της Ελλάδος μερών, η Κόριννα και η Μυρτίς εκ Βοιωτίας, η Τελέσιλλα εξ Άργους, η Πράξιλλα εκ Σικυώνος, η δε Ήριννα, [η κατά Σουίδαν «εταίρα Σαπφούς και ομόχρονος» κατά τον Ευσέβιον ήκμαζε] περί τα μέσα του τετάρτου αιώνος (140).

Ο ΑΛΚΑΙΟΣ κατέτριψε την ζωήν πολεμών, πρώτον μεν κατά των Αθηναίων περί της κατοχής του Σιγείου, όπου και αυτός, καθώς ο Αρχίλοχος, έρριψε την ασπίδα, ήν οι εχθροί αφιέρωσαν εις την Αθηνάν, έπειτα δε κατά του δημοκρατικού τυράννου Μελάγχρου και του διαδόχου αυτού Μυρτίλου. Αλλ' εν τέλει οι Μυτιληναίοι έθεσαν πέρας εις τον εμφύλιον σπαραγμόν, αναδείξαντες «αισυμνήτην» τον «σοφόν» Πιττακόν, τότε δε ο Αλκαίος εξωρίσθη. Έκτοτε υπηρέτει ως μισθοφόρος εν Αιγύπτω και αλλαχού, ο δε αδελφός του Αντιμενίδας εν Βαβυλώνι, οπόθεν και επανήλθε

λάβαν του ξίφεος χρυσοδέταν έχων,

αφού παλαίσας εφόνευσεν ένα Ιουδαίον ή Αιγύπτιον γίγαντα. Κατόπιν ο ποιητής έτυχεν αμνηστίας και ανεκλήθη. Τα έργα του εν Αλεξανδρεία διηρούντο εις δέκα βιβλία· ήσαν δε πάντα ποιήματα χάριν ευκαιριών, ύμνοι, στασιωτικά (δηλαδή φατριαστικά), συμποτικά και ερωτικά. Την κυρίαν του Αλκαίου δύναμιν φαίνεται ότι απετέλουν αι πολιτικαί και προσωπικαί αναμνήσεις, τα βάσανα των πλανών της εξορίας και των εκστρατειών, η gravis militia, καθώς λέγει Ο Οράτιος [Carm. Ι,18,5]. Η Σαπφώ και ο Αλκαίος απεικονίζονται ομού επί πολλών αγγείων και ο θρύλος περί ειδυλλίου μεταξύ των ήτο αναπόφευκτος. Η παράδοσις εφύλαξεν ωραίαν αυτού φράσιν εν μέτρω Σαπφικώ «Ιόπλοκ' άγνα, μελλιχόμειδε Σάπφοί», { Thou violet-crowned, pure, softly-smiling Sappho, } και απάντησιν της Σαπφούς εν Αλκαϊκώ μέτρω — λεπτόν αμοιβαίον φιλοφρόνημα (141). Πας του Αλκαίου στίχος έχει χάριν περισσήν, η δ' εξ αυτού ονομασθείσα στροφή είν' εξαίσιον μετρικόν επινόημα. Ο λόγος του ρέει αυτομάτως και μελωδικώς και φαίνεται πηγάζων αμέσως από καρδίας εκχειλιζούσης ως η του Αρχιλόχου, αλλά πολύ ευγενεστέρας. Ο Αλκαίος είναι υπερήφανος Αιολεύς ευπατρίδης, ελευθέριος, φιλοπότης, ελευθερόστομος, περιπαθής· καίτοι δ' επολέμησεν αντί μισθού κατά τας ημέρας της δυστυχίας, ουδέποτε φαίνεται και ότι έγραψεν αντί μισθού (142).

Η νεωτέρα αυτού ΣΑΠΦΩ — το όνομα φέρεται διαφόρως Ψάπφα, και Ψάπφω (143), — γεννηθείσα εν Ερέσω της Λέσβου, διαμένουσα δε εν Μυτιλήνη, συνεμερίσθη τας πολιτικάς τύχας της φατρίας του Αλκαίου [κατά το Πάριον χρονικόν φυγούσα εις Σικελίαν]. Μανθάνομεν ότι είχε σύζυγον εξ Άνδρου, — το όνομά του Κερκώλας δεν είναι βέβαιον, — και θυγατέρα Κληίδα, ής η ύπαρξις ίσως υπετέθη σφαλερώς εκ των στίχων [84 (76)]

Έστι μοι κάλα πάις, χρυσίοισιν ανθέμοισιν
εμφέρην έχοισα μόρφαν, Κλήις αγαπάτα
.

{ I have a fair little child, with a shape like a golden flower, Kle4is, my darling! }

Η Σαπφώ φαίνεται προϊσταμένη ομίλου ποιητριών και μαθητριών, συνδεομένων διά ισχυράς φιλίας και αγάπης, κύκλου κατά Μάξιμον τον Τύριον ομοίου προς τους μαθητάς του Σωκράτους. Έγραψε δε εις ποικιλωτάτους ρυθμούς, αλλά πάντα τα σωζόμενα ολίγα αποσπάσματά της φέρουσι βαθύν προσωπικόν τύπον. Όταν τεθή παραπλεύρως του Αλκαίου, αμέσως αισθανόμεθα την γυναίκα. Ο μεν Αλκαίος παθαίνεται χάριν του πολέμου, του πότου, των κινδύνων, και της πολιτικής· η δε Σαπφώ χάριν προσωπικής αγάπης τρυφεράς και ενδομύχου· οι υποβλητικοί στίχοι, όπου διαγράφει την φύσιν, η θαυμασία σύγκρισις [κόρης, ήτις έμενεν άγαμος, προς το μήλον το επί της κορυφής του δένδρου]

οίον το γλυκύμαλον ερεύθεται άκρω επ' ύσδω
άκρον επ' ακροτάτω, λελάθοντο δε μαλοδρόπηες·
ου μάν εκλελάθοντ' αλλ' ουκ εδύναντ' επίεσθαι
·

{ Like the one sweet apple very red, up high on the highest bough, that the apple-gatherers have forgotten; no, not forgotten, but could never reach so far }

είναι ίσως ευμορφότερα και αυτών των ερωτικών ασμάτων, όσα ανέδειξαν αθάνατον το όνομα της Σαπφούς. Και δεν πρέπει μεν να υπερτιμώμεν τα παραδιδόμενα περισσά προς την Σαπφώ φιλοφρονήματα — ωνομάζετο κατ' εξοχήν «ποιήτρια», ως ο Όμηρος «ποιητής», «δεκάτη μούσα», «Πιερία μέλισσα», ο δε σοφός Σόλων ηύχετο να μάθη έν άσμα της Σαπφούς και κατόπιν ν' αποθάνη — αλλά βέβαιον είναι ότι η Σαπφώ αμέσως μετά θάνατον εγνωρίζετο και εθαυμάζετο καθ' όλην την Ελλάδα· πάσα δε απαθής κρίσις πρέπει να oμολογήση ότι η ερωτική αυτής ποίησις, έστω και περιωρισμένη, έχει απαράμιλλον λαμπρότητα εις την έκφρασιν του πάθους, όπερ είναι εντονώτερον ή ώστε να περιέχη και χαράν, σοβαρώτερον ή ώστε να δεχθή μεταφοράν ή διακόσμησιν (144). Αλλά δυστυχώς η απαθής κρίσις είναι σπάνιον φυτόν. Ακόρεστος ήτο η περιεργία των μεταγενεστέρων περί της γυναικός, ήτις, ενώ δεν ήτο «εταίρα», εν τούτοις εδημοσίευσε περιπαθείς ερωτικούς στίχους· η Σαπφώ λοιπόν κατήντησε μυθιστορική ηρωίνη· λόγου χάριν, ανέφερε κάπου τον βράχον της Λευκάδος· τούτο έφθανεν· εκ του βράχου εκείνου εκρημνίσθησαν άλλοι μυθικοί ήρωες· και αυτή λοιπόν εκρημνίσθη εξ άπαντος ένεκεν ανεκπληρώτου πάθους! Κατόπιν επήλθεν η προς τα ερωτικά κλίσις, η απερίσκεπτος ευθυμία της αττικής κωμωδίας και η διεφθαρμένη της Ρώμης φαντασία. Αλλά σήμερον ημείς ματαιοπονούμεν συζητούντες περί της τιμιότητος γυναικός, ήτις έζη προ 2500 ετών εν κοινωνία, περί της οποίας δεν έχομεν καμμίαν σχεδόν είδησιν. Είναι φανερόν ότι η Σαπφώ ήτο «σεβαστόν πρόσωπον» εν Λέσβω· δεν υπάρχει δ' ενωρίς αξιόπιστος μαρτυρία, ότι τα Λεσβία ήθη ήσαν έκλυτα. Είναι αλήθεια, ότι τα ποιήματά της αποτείνονται προς τας φίλας λίαν περιπαθώς, αλλά πριν να δεχθώμεν αυτά ως βασίμους μαρτυρίας, έχομεν να λύσωμεν δωδεκάδας ζητημάτων. Π. χ. είναι η δείνα λέξις ορθή; η Σαπφώ λαλεί αφ' εαυτής, ή δραματικώς; χάριν ποίας ευκαιρίας εγράφησαν οι στίχοι και δεν είναι άρα γε απλά ποιητικά πλάσματα κατά τον τρόπον των προς τον Λύκον ωδών του Αλκαίου ή, κατόπιν, του Θεόγνιδος προς τον Κύρνον; (145).

Ουδεμίαν επιζητεί του χαρακτήρος του υπεράσπισιν ΑΝΑΚΡΕΩΝ ο Τήιος· καίτοι, αφού έζησε μετά καλών συντρόφων μέχρι των 85 ετών, ήτο αδύνατον να ήτο τόσον έκλυτος, όσον αυτός θέλει να πιστεύσωμεν. Η ποίησίς του επήγαζεν εκ των Λεσβίων ποιητών και των σκολίων του συμπολίτου του Πυθέρμου. Τω 545 π. Χ. έφυγεν εκ της πατρίδος του ένεκα της περσικής επιδρομής, και εγκατεστάθη εις τα Άβδηρα, την εν Θράκη αποικίαν των Τηίων· εκεί είδεν ολίγην μάχην, όπου, καθώς επιμελώς διηγείτο, έπαθεν ό,τι και ο Αρχίλοχος και ο Αλκαίος· τέλος εκολλήθη εις πολλούς ηγεμονικούς φίλους, τον Πολυκράτη εν Σάμω, τον Ίππαρχον εν Αθήναις, Εχεκράτη τον Αλευάδην εν Θεσσαλία. Των έργων αυτού, ελεγειών, επιγραμμάτων, ιάμβων και ωδών, εν Αλεξανδρεία υπήρχον πέντε βιβλία· ημείς έχομεν έν απόσπασμα σαρκαστικόν [το κατά του πονηρού Αρτέμωνος] και πολλάς βακχικάς και ερωτικάς ωδάς, αποτεινομένας ιδίως προς τον εταίρον αυτού Βάθυλλον. Πάντα ήσαν δημοτικώτατα και εγέννησαν πλείστας απομιμήσεις κατά πάσας τας περιόδους ελληνικής λογοτεχνίας· ούτως έχομεν Ανακρεόντεια ποικίλων χρόνων από του τρίτου αιώνος π. Χ. μέχρι της αναγεννήσεως. Τα Ανακρεόντεια είναι αθώα πάσης νοθείας· λ. χ. έν παριστάνει τον Ανακρέοντα φαινόμενον εις το όνειρον του ποιητού του· άλλων ο ποιητής απλώς λαμβάνει την λύραν του Ανακρέοντος, ίνα ψάλη τον έρωτά του προς «νεώτερον Βάθυλλον». Η διάλεκτος, η παράστασις του Έρωτος ως ανησύχου παιδαρίου, αι προσωποποιίαι, αι περιγραφαί καλλιτεχνημάτων, πάντα είναι μαρτύρια μεταγενεστέρων χρόνων. Αλλ' όμως αναμφίβολος είναι η σπανία χάρις των ποιημάτων τούτων, αληθινών και ψευδών. Ο Ανακρέων διακρίνεται μεταξύ των Ελλήνων διά την ρέουσαν ευκολίαν του ρυθμού, της σκέψεως και της φράσεως. Τον κατανοεί και παιδίον, είναι δε μουσικώτατος. Αλλά τα μη γνήσια ποιήματα είναι πλέον Ανακρεόντεια ή αυτός ο Ανακρέων. Συγκρινόμενος προς αυτά ο γνήσιος Ανακρέων έχει πολλήν ποικιλίαν θεμάτων και ρυθμών, ακόμη δε και αρκετήν μεγαλοπρέπειαν και εγκράτειαν της έκτης εκατονταετηρίδος. Πιθανώτατα δε η όλη περί του ανθρώπου έννοια ημών θα ήτο υψηλοτέρα, εάν έλειπον αι αδιάκοποι απομιμήσεις, αίτινες καθώρισαν τον Ανακρέοντα ως τύπον γέροντος ευθύμου και ερωτύλου (146).

Οι τρεις ούτοι ποιηταί παριστώσι την προσωπικήν λυρικήν ποίησιν της Ελλάδος. Ο Αλκαίος περικλείει πάσαν εκδήλωσιν ανησύχου και ίσως πατριωτικού βίου. Η Σαπφώ εκφράζει μετά φλεγούσης αγωνίας την εσωτερικήν ζωήν, τα συνήθως σιωπηλά πάθη. Ο Ανακρέων σκορπίζει ελαφρά τεμάχια ωδών, αναφερόμενα εις απλήν διασκέδασιν των αισθήσεων ή της φαντασίας. Αλλ' η προσωπική ωδή δεν έφθασε ποτέ το καλλιτεχνικόν μεγαλείον, τα θρησκευτικά και φιλοσοφικά ύψη του χορικού άσματος. Είναι δε δηλωτικόν της ημετέρας αδυναμίας προς εντελή κατανόησιν της ελληνικής ποιήσεως τούτο, ότι συνήθως ημείς προτιμώμεν μάλλον εκείνο το είδος, όπερ ολόκληρος η αρχαιότης εθεώρει ως ευκολώτερον και υποδεέστερον.

ΤΟ ΧΟΡΙΚΟΝ ΑΣΜΑ


Πλην της προσωπικής λυρικής υπήρχε βεβαίως εν Ελλάδι κατά χρόνους αρχαιοτέρους των παλαιοτάτων σωζομένων ποιημάτων η συνήθεια του εορτασμού σπουδαίων περιστάσεων διά του χορού και του άσματος ολοκλήρου ομίλου. Η περίστασις ηδύνατο, εννοείται, να είναι δημοσία ή ιδιωτική, αλλά κατά τους πρώτους χρόνους ήτο μάλλον ή ήττον θρησκευτική, π. χ. νίκη, θέρος, εορτή, γέννησις, θάνατος ή γάμος. Κατά δε τους χρόνους, ότε πρώτον ημείς γνωρίζομεν τα χορικά, ταύτα πάντοτε μηνύουσιν εξ επαγγέλματος ποιητήν και όμιλον εξ επαγγέλματος χορευτών, και συνήθως κάτι νέον, — δηλαδή νέον χορόν, νέαν μουσικήν, νέα λόγια — διά πάσαν νέαν περίστασιν. Είναι δε τούτο καθολικόν. Οι μεγάλοι λυρικοί είναι Λέσβιοι, Ιταλιώται, Ρηγίνοι, Κείοι, Βοιωτοί, ο δε αρχαιότατος λέγεται ότι ήτο Λυδός. Ο ποιητής ηδύνατο να στείλη προς εκτέλεσιν το έργον του και αλλού, βέβαιος ότι εκεί θα ευρεθώσι δόκιμοι εκτελεσταί, δυνάμενοι να νοήσωσι και τον χορόν και το άσμα. Και η διάλεκτος είναι τρόπον τινά καθολική. Έχει δηλαδή αιολικά, «επικά» και δωρικά στοιχεία, και μόνον η αναλογία τούτων ποικίλλει κατά τους διαφόρους ποιητάς. Τα γεγονότα ταύτα αρκούσι να δείξωσιν ότι τα χορικά και αυτού του Αλκμάνος, πολύ δε μάλλον τα του Σιμωνίδου είναι υψηλώς ανεπτυγμένα έργα. Τα δε άριστα των σωζομένων ειδών, οι επίνικοι του Πινδάρου, παριστώσι την τελείαν ανάπτυξιν άνθους, όπου αρχίζει πλέον η παρακμή.

Τι σημαίνει άρα γε η μείξις αύτη των διαλέκτων; Η αιολική είναι η γλώσσα του άσματος ένεκα της Σαπφούς και του Αλκαίου· διότι πας ψάλτης, ακολουθών αυτούς, επηρεάζετο υπ' αυτών. Το δε επικόν στοιχείον απορρέει εκ του Ομήρου, όστις τότε περίπου διεδόθη ως κοινόν κτήμα της Ελλάδος (147). Αλλά το δωρικόν είναι ανάγκη να εξηγηθή.

Οι ποιηταί, καθώς είδομεν, δεν ήσαν μόνον Δωριείς· αλλ' οι προστάται της ποιήσεως ήσαν, δωρικόν δε κατά μέγα μέρος ήτο και το πνεύμα αυτής. Διότι της μεν ιωνικής και αιολικής παιδείας σκοπός ήτο η ελευθερία του ατόμου· η δε δωρική υπέτασσεν αυτόν προκειμένου και περί αυτής της ποιήσεως, εις κοινόν ευρύτερον και αδιαφορούσα περί των αισθημάτων ενός εκάστου, εζήτει παρ' αυτού να εκφράση τα αισθήματα του συνόλου. Οι πρώτοι χορικοί ποιηταί, ο Αλκμάν και ο Στησίχορος, ήσαν πιθανώς δημόσιοι υπάλληλοι, εργαζόμενοι έκαστος χάριν της ιδίας πόλεως. Τούτο είναι έν δωρικόν στοιχείον των χορικών ασμάτων. Άλλο δε είναι, ότι ευθύς ως έπαυσε να εκτελήται υπ' αυτού του κοινού ως δημόσιον καθήκον, απέβη διασκέδασις κατά παραγγελίαν ενός προστάτου, δαπανώντος. Οι μη χορικοί ποιηταί, Αλκαίος, Σαπφώ, Αρχίλοχος, έγραφον προς ιδίαν ευχαρίστησιν και ήσαν κατά την Αριστοτελικήν φράσιν «εαυτών» και ουχί «άλλου». Ο Ανακρέων έζησεν εν αυλαίς και θα συνετηρείτο βεβαίως εκ της αυλικής προστασίας, αλλά τα ποιήματά του προφανώς εγράφησαν προς ιδίαν τέρψιν και όχι κατ' εντολήν του Πολυκράτους. Αλλ' η άσκησις χορού εξ επαγγέλματος σημαίνει δαπάνην, και η δαπάνη σημαίνει προστάτην δαπανώντα. Όθεν ο Πίνδαρος και ο Σιμωνίδης μετά των εξησκημένων αυτών χορευτών ηδύναντο να υπάρχωσι μόνον διά της προστασίας πλουσίων ολιγαρχικών.

Το πλουσιώτατον ιωνικόν κράτος, αι Αθήναι, δυσαρέστως έβλεπον την ανάπτυξιν ταύτην του χορού. Οι αθηναϊκοί διθύραμβοι και αι τραγωδίαι δεν εγράφοντο κατ' εντολήν ενός, ουδέ παριστάνοντο υπό εμμίσθων υποκριτών, αλλ' εδιδάσκοντο πανηγυρικώς υπό ελευθέρων πολιτών, ως υπηρετών του μεγάλου Δήμου. Και ενίοτε μεν πλουσιώτατός τις πολίτης ηδύνατο να παρασκευάζη, καθώς Δωριεύς ευπατρίδης, διδασκαλίαν ιδίου διθυράμβου· αλλά και αυτός ο Μεγακλής, όστις παρήγγειλε διθύραμβον εις τον Πίνδαρον, φαίνεται μέτριος και φειδωλός παραβαλλόμενος προς τους Αιγινήτας και προς τους τυράννους. Ο Αλκιβιάδης παρήγγειλε διθύραμβον εις τον Ευριπίδην, αλλά τούτο ήτο δείγμα της επιδεικτικής του σπατάλης. Εν γένει δ' αι ιωνικαί πολιτείαι ήσαν είτε πτωχοτέραι είτε δημοκρατικώτεραι ή ώστε ν' αναπτύξωσιν επαγγελματικά χορικά άσματα.

Το χορικόν άσμα απετέλει χωριστόν είδος, έχον ιδίαν ενότητα, αλλά δεν είχεν έν όνομα. Όθεν ο Αριστοτέλης συχνά μεταχειρίζεται το ειδικόν όνομα «διθύραμβος» προς δήλωσιν του όλου γένους· τούτο είναι λαϊκή επέκτασις της εννοίας, επελθούσα μετά την ανάπτυξιν του νεωτέρου αττικού διθυράμβου υπό του Τιμοθέου και του Φιλοξένου. Και αυτά δε τα ονόματα των διαφόρων ειδών των χορικών ασμάτων είναι όλως αόριστα. Δηλαδή ότε οι γραμματικοί της Αλεξανδρείας συνήθροισαν τα διεσπαρμένα έργα του Πινδάρου και του Σιμωνίδου εχρειάζοντο βάσιν τινά προς διαίρεσιν και κατάταξιν. Ούτω κατά τα θέματα έχομεν συμποτικά, επιθαλάμια, θρήνους, επινίκια· κατά δε την σύστασιν του χορού, παρθένια, παιδικά, ή πάλιν εξ άλλης απόψεως, στάσιμα, εμβατήρια, χορικά. Κατόπιν έρχονται ίδια ονόματα, εις ουδεμίαν υπαγόμενα τάξιν· παιάν είναι ύμνος εις τον Απόλλωνα· διθύραμβος εις τον Διόνυσον (148) ιάλεμος είναι ίσως θρήνος δι' ασθένειαν και όχι θάνατον. Η σύγχυσις είναι φανερά· οι κατ' ιδίαν συλλέκται έκαμνον καθείς άλλην διαίρεσιν· μετεχειρίζοντο δε και τοπικά ονόματα διά τοπικάς ποικιλίας ασμάτων, αρχικώς ασχέτων π. χ. εάν ιάλεμός τις πράγματι διέφερε θρήνου και θρήνος επικηδείου, τούτο εσήμαινε μόνον, ότι πάντα ταύτα ήσαν ονόματα τοπικά και ότι ο ρυθμός αυτών συνέβαινεν ακασταχού { in the different localities } να διαφέρη.

Ο καθαυτό διθύραμβος ήτο άσμα και χορός εις τιμήν του Διονύσου, έκπαλαι τελούμενος εν Νάξω, Θάσω, Βοιωτία και Αττική· το όνομα φαίνεται ως σύνθετον εκ του Δι (=Διο-, θεο-) και θρίαμβος, triumphus. Ήτο δε άγριον και χαροποιόν άσμα, επιφαινόμενον κατά πρώτον μετά στροφής και αντιστροφής, αλλά κατόπιν αποβάλλει ταύτας και μένει σχεδόν άμετρον. Συνωδεύετο δε πιθανώς υπό μεταμφιέσεων· οι χορευταί παρίστανον τους ακολούθους του Βάκχου, όν ευρίσκομεν εν μέσω τοιούτων θιάσων επί των παλαιοτέρων αττικών αγγείων. Συνήθως καλούμεν αυτούς Σατύρους· αλλ' ο Σάτυρος είναι δαίμων τραγογενής, αυτοί δ' έχουσιν ώτα και ουράν ίππου, καθώς οι Κένταυροι. Η διαφορά του αισθήματος δεν είναι μεγάλη· οι Κένταυροι είναι πάσαι αι άγριαι δυνάμεις, όσαι θορυβούσι και σοβούσι και μέλπουσιν εντός των θεσσαλικών δασών· οι δε Σάτυροι είναι οι αρκαδικοί ορεινοί τράγοι, η προσωποποιία της αγριότητος, όλα τα ένστικτα, κείμενα και υπεράνω και υποκάτω του ορθού λόγου· κύριος αντιπρόσωπος αυτών είναι ο Παν, ο Αρκάς ποιμενικός θεός, όστις λίαν έχει προς τον Διόνυσον συγγένειαν. Εάν δε λέγεται ότι ο Αρίων ηύρεν, εδίδαξε και ωνόμασε τον διθύραμβον εν Κορίνθω, τούτο σημαίνει, πιθανώς ότι πρώτος ήνωσε το παλαιόν Διονυσιακόν άσμα μετά της ιδέας του Πανός· ότι πρώτος μετημφίεσε τους χορευτάς εις Σατύρους. Η Κόρινθος, η μετάγουσα εκ της Αρκαδίας εις την θάλασσαν, θα ήτο ο φυσικός τόπος τοιαύτης μεταβάσεως. Ούτως ο διθύραμβος ήτο ωδή τράγου, ήτοι «τραγωδία» και πράγματι, εξ αυτού λέγει ο Αριστοτέλης ότι προήλθεν η τραγωδία. Είναι δε άξιοσημείωτον ότι ο διθύραμβος, αφού εγέννησε την τραγωδίαν, συνέζησεν επί πολύ μετ' αυτής και επέζησε. Κατά τους χρόνους του Αριστοτέλους η τραγωδία ήτο πράγματι νεκρά, ενώ η θυγάτηρ αυτής, η νέα κωμωδία, και ο πατήρ αυτής, ο αττικός διθύραμβος, έζων και εβασίλευον ακόμη.

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ. — ΑΛΚΜΑΝ, ΑΡΙΩΝ, ΣΤΗΣΙΧΟΡΟΣ.


Το όνομα ΑΛΚΜΑΝ είναι ο δωρικός τύπος του Αλκμέων, ο δε φέρων αυτό [κατά τον Σουίδαν] ήτο «Λάκων από Μεσσόας» (περί τα 650 π. Χ.)· αλλ' η αθηναϊκή φαντασία δεν ηδύνατο να χωνεύση την ιδέαν, ότι άνθρωπος Σπαρτιάτης υπήρξε ποιητής. Και περί μεν του Τυρταίου έπλασαν ότι ήτο Αθηναίος· περί δε του Αλκμάνος, εξ ολίγων τυχαίων λέξεων ενός των ποιημάτων του επενόησαν ότι αυτός ή οι πρόγονοί του ήλθον εκ της Λυδίας. Εντεύθεν εδημιουργήθη ολόκληρον μυθιστόρημα, ότι ήτο Λυδός, ότι υπήρξεν αιχμάλωτος των Κιμμερίων και επωλήθη κατόπιν πέραν της θαλάσσης εις την Σπάρτην, όπου τα χαριτωμένα του ποιήματα τού απέδωσαν την ελευθερίαν. Ο Αλκμάν πλησιάζει πολύ τους Λεσβίους ποιητάς· λαλεί εξ ιδίου ονόματος, μεταχειριζόμενος τον χορόν ως απλούν όργανον, διά δε τον προσωπικόν των ερωτικών του ασμάτων ήχον ο Αρχύτας (κατά τον δ' αιώνα π. Χ.) εθεώρει αυτόν ως ευρετήν της ερωτικής ποιήσεως. Γράφει δε ο Αλκμάν, όπως και η Σαπφώ, την δροσεράν διάλεκτον της κώμης του, ελευθέραν λογοτεχνικού ψιμυθίου· ο πολύς του ενθουσιασμός διά το έτνος της Σπάρτης [17 (23)] ομοιάζει τον του Καρλάιλ διά το σκωτικόν porridge. Τα δε μέτρα του είναι απλά και καθαρά· το απόσπασμα [8(12)] — όπερ εμιμήθη ο Τέννυσον εν τω In Memoriam — δεικνύει πού έφθανεν η ποίησίς του.

Ου μ' έτι, παρθενικαί μελιγάρυες ιμερόφωνοι,
γυία φέρειν δύναται· βάλε δη βάλε κηρύλος είην,
όςτ' επί κύματος άνθος άμ' αλκυόνεσσι ποτήται
νηδεές ήτορ έχων, αλιπόρφυρος είαρος όρνις
.

{ No more, oh, wild sweet throats, voices of love, will my limbs bear me; would, would I were a ceryl-bird, that flies on the flower of the wave amid the halcyons, with never a care in his heart, the sea-purple bird of the spring! }

Το μακρότατον απόσπασμα του Αλκμάνος είναι το επί αιγυπτιακού παπύρου, ευρεθέντος υπό του Mariette τω 1855, μέρος ωραίου παρθενίου, ήτοι χορικού άσματος παρθένων, περιέχον διαλόγους ημιχορίων. Όπου ακούομεν π. χ. ότι η Αγιδώ μεταξύ του λοιπού χορού είναι [στ. 46]

εκπρεπής τως, ώσπερ αίτις
εν βοτοίς στάσειεν ίππον
παγόν αεθλοφόρον

{ a race-horse among cows, }

και ότι [51] α δε χαίτα
τας εμάς ανεψιάς
Αγησιχόρας επανθεί
χρυσός ως ακήρατος,

{ the hair of my cousin Agesichora gleams like pure gold }

τούτο δεν σημαίνει ότι ο ποιητής εκφράζει «αγροίκως» και αναφανδόν τας ιδικάς του προτιμήσεις — αι αμνάδες του χορού θα εδέχοντο τότε να ψάλλωσι τοιούτους στίχους; — σημαίνει μόνον τα δύο ημιχόρια ανταλλάσσουσι φιλοφρονήματα. Το ποίημα τούτο, ανόμοιον προς τα λεσβιακά, έχει στροφικήν διαίρεσιν και είναι αξιόλογον ότι δεικνύει φανεράν τάσιν προς την ομοιοκαταληξίαν [στ. 4-5, 79-81]. Τοιαύτα ίχνη σκοπίμου ομοιοκαταληξίας ευρίσκονται και παρ' Ομήρω και Αισχύλω [Επτά, 778 κεξ. 785 κεξ.), ενώ οι ρήτορες και ο Σοφοκλής, παρά πάσαν την άλλην επιμέλειαν της ευφωνίας, δέχονται και οχληρά και πτωχά ομοιοκατάληκτα μετά τόσης ελευθερίας, όση σημαίνει απλώς ότι δεν ησθάνοντο την ιδιαιτέραν ταύτην σχέσιν των ήχων (149).

ΑΡΙΩΝ ο Μηθυμναίος είναι πολυθρύλητος ως ευρετής του διθυράμβου και διά την θαυμαστήν διάσωσίν του εκ της θαλάσσης· οι πειραταί του επέτρεψαν να παίξη τελευταίαν φοράν πριν τον ρίψωσιν εις την θάλασσαν· αλλ' οι δελφίνες, όσοι συναχθέντες ήκουον, τον εκόμισαν βαστακτόν εις το Ταίναρον. Τούτο είναι μύθος παλαιός, λεγόμενος περί [του Τάραντος] του υιού του Ποσειδώνος, του Ενάλου εν Λέσβω και των θαλασσίων δαιμόνων Παλαίμονος, Μελικέρτου, και Γλαύκου αλλαχού. Τα έργα του Αρίονος εχάθησαν ενωρίς· ήδη κατά τον β' π. Χ. αιώνα Αριστοφάνης ο Βυζάντιος δεν ηδύνατο να εύρη ουδέ έν· αλλ' αξιόλογον απόσπασμα διθυράμβου του τετάρτου αιώνος, όπου ο ποιητής παριστά τον Αρίονα, περιήλθεν εις ημάς ως ιδικόν του κατά παραδρομήν του Αιλιανού, [του διηγουμένου τον μύθον της διασώσεως του ποιητού. (Ζώων ιδιότ. ΙΒ' 45)] (150).

Μέγιστος της παλαιοτέρας χορικής ποιήσεως αντιπρόσωπος είναι ΤΕΙΣΙΑΣ, ο επονομαζόμενος ΣΤΗΣΙΧΟΡΟΣ, ο Ιμεραίος. Κυρίως ήτο Επιζεφύριος Λοκρός εκ Ματαύρου, εγράφη δε πολίτης της Ιμέρας κατά τους μακρούς εναντίον του εξακουστού τυράννου Φαλάριδος αγώνας. Μία των κατ' αυτού παρορμήσεων του Στησιχόρου ήτο ο μύθος ο περί του ίππου, όστις έγινε δούλος του ανθρώπου, διά να εκδικηθή την έλαφον. Ότε δε ο Φάλαρις κατίσχυσεν οριστικώς, ο Στησίχορος απεσύρθη εις την Κατάνην, όπου ο έξω της πύλης της πόλεως οκτάγωνος αυτού τάφος ήτο κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους έν των αξιοθεάτων της Σικελίας. Περί δε του ιδιωτικού του βίου πλην των κόκκων της γνησίας παραδόσεως, όσοι είναι δυνατόν να επιζώσιν εντός των πασιγνώστων εκείνων πλαστογραφιών, των Επιστολών του Φαλάριδος (151), γινώσκομεν έν μόνον γεγονός· ο ποιητής έπαθεν οφθαλμίαν, του εκολλήθη δε η ιδέα, ότι τούτο ήτο θεία οργή της Ελένης, την οποίαν είχε παραστήσει κατά τον συνήθη τρόπον πιθανώς εν τη Ελένη ή τη Ιλίου Πέρσει. Τας δε τύψεις της συνειδήσεως επέτεινον και ιστορικαί απορίαι· ο ποιητής δεν ηδύνατο να πιστεύση ότι όλη η Τροία αφέθη να καταστραφή απλώς διά να τέρπεται ο Πάρις. Εάν οι Τρώες δεν ηθέλησαν να παραδώσωσι την Ελένην, σημαίνει ότι ουδέποτε θα την είχον. Ο Στησίχορος λοιπόν εποίησε την διαβόητον εκείνην Παλινωδίαν·

Ουκ έστ' έτυμος λόγος ούτος,
ουδ' έβας εν ναυσίν ευσέλμοις,
ουδ' ίκεο πέργαμα Τροίας
.

{ That tale was never true! Thy foot never stepped on the benched galley, nor crossed to the towers of Troy! }

Αγνοούμεν ακριβώς ποία ήτο η παραλλαγή του Στησιχόρου· ίσως ήτο η παρά Ηροδότω και Ευριπίδη, η παριστάνουσα την Ελένην ως διαφυγούσαν εις την Αίγυπτον, και όχι την Τροίαν. Αλλ' όπωςδήποτε ο ποιητής ικανοποίησε την Ελένην και ανέκτησε την όρασιν· κάτι τοιούτο λέγεται και περί του Ισλανδικού Skald Thormod.

Η προς την ελληνικήν ποίησιν υπηρεσία του Στησιχόρου ήτο τριττή· εισήγαγε τον επικόν μύθον εις την Δύσιν· ηύρε το σοβαρόν διηγηματικόν ύφος της λυρικής ποιήσεως· εζωογόνησε και μετεμόρφωσε μετά της αυτής τόλμης και καλής πίστεως, όπως τον μύθον της Ελένης, πλείστους των μεγάλων κανονικών μύθων. Όθεν αποκαλείται λυρικός Όμηρος και περιγράφεται υπό του Κοϊντιλιανού (Χ 1,62), ως «βαστάσας επί της λύρας τα βάρη του έπους».

Τα μέτρα, τα συνήθως ονομαζόμενα Στησιχόρεια — αν και είχον μεταχειρισθή αυτά προ του Στησιχόρου και άλλοι — δεικνύουσι τον κατά το ήμισυ επικόν χαρακτήρα. Σύγκεινται εξ ημιστιχίων εξαμέτρου, κατεσπαρμένων διά συντόμων ποικίλων στίχων, — επιτρίτων, αναπαίστων, ή απλώς καταληκτικών — όσοι ακριβώς αρκούσι διά να συντρίψωσι την μονοτονίαν και να καταστήσωσι τον στίχον λυρικόν. Και η λέξις συμφωνεί προς το σοβαρόν τούτο διάγραμμα· δεν είναι παθητική ουδέ λίαν ασματική, αλλά παρακολουθείται ευκόλως και είναι μάλλον αφηγηματική. Τούτο εξηγεί διατί τοιούτος ποιητής αφήκε τόσον ολίγα λείψανα· διότι διά μεν τους γραμματικούς δεν ήτο αρκετά δύσκολος, διά δε τους έπειτα φιλομούσους δεν είχε στίχους λαξευτούς. Οι αρχαίοι κριτικοί επαινούντες κατά τάλλα τον Στησίχορον, παραπονούνται ότι ήτο διεξοδικός· μόνη η Ορέστεια εξετείνετο εις δύο βιβλία, και βεβαίως η Ιλίου Πέρσις δεν ήτο βραχυτέρα· τα δε άπαντα αυτού κατά τους Πτολεμαϊκούς χρόνους κατελάμβανον 26 βιβλία. Ο Στησίχορος είχε την αφθονίαν επικού ποιητού, όχι την λαμπρότητα, την οποίαν ο Πίνδαρος εσυνήθισε την Ελλάδα να προσδοκά παρά λυρικού· αλλ' όμως κατέλαβε θέσιν όλως εξαίρετον. (152) Ο Σιμωνίδης, όστις δεν θα υπερύψωνε ποιητήν, όν ήλπιζε να υπερβάλη, τον παρέζευξε μετά του Ομήρου·

ούτω γαρ Όμηρος ηδέ Στησίχορος άεισε λαοίς.

{ So sang to the nations Homer and St4esichorus. }

Εν Αθήναις κατά τον πέμπτον αιώνα ήτο πασίγνωστος· ο Σωκράτης τον επαινεί εν τω Φαίδρω, [243 Α] κωμωδεί δε αυτόν ο Αριστοφάνης. «Ουδέ τα τρία των Στησιχόρου γινώσκει» { Not to know three lines of Stesichorus } ήτο παροιμιώδης περιγραφή αγραμμάτου. Ουδείς δε σχεδόν υπήρχε τότε ποιητής, όστις έμεινεν ανεπηρέαστος υπό του Στησιχόρου, ουδέ ζωγράφος ή αγγειογράφος, όστις δεν παρέστησε, συνειδητώς ή μη, τας ποιητικάς αυτού αναπλάσεις των αρχαίων μύθων. Ο παρακολουθών την ιστορικήν ανάπτυξιν εκάστου μύθου πάντοτε σχεδόν ευρίσκει παρά Στησιχόρω την κυρίαν φάσιν, την μετάγουσαν από των παλαιοτέρων του μύθου λειψάνων εις την μορφήν ήν δεικνύει κατόπιν εν τη τραγωδία. Λόγου χάριν εν τω μύθω του Αγαμέμνονος η συγκέντρωσις της δράσεως εις την Κλυταιμήστραν, η δημιουργούσα αληθινήν τραγωδίαν εκ κοινού «φεουδαλικού» παραμυθίου, είναι ιδική του· το όνειρον της Κλυταιμήστρας, ότι εθήλαζεν όφιν, είναι ιδικόν του (153)· η προςποιητή παραφροσύνη του Ορέστου είναι πιθανώς ιδική του· ιδικά του είναι και πολλά επεισόδια της αλώσεως της Τροίας, μεταξύ δε τούτων, αν η παράδοσις αληθεύη, ήτο και η φυγή του Αινείου εις την Ιταλίαν.

Ταύτα αρκούσι προς απόδειξιν ότι ο Στησίχορος ήτο πρώτης τάξεως δημιουργική φαντασία — καίτοι, εννοείται, κανείς των μύθων εκείνων δεν ήτο εντελώς ιδικόν του εύρημα. Πλήρης μυθοπλαστία δεν ήτο δυνατή ειμή πολύ κατόπιν. Διά τους συγχρόνους του Στησιχόρου πας μύθος ήτο αληθινή ιστορία· ειδεμή, τι το όφελος της διηγήσεως αυτού; Η πρωτοτυπία έγκειται κατά μέγα μέρος εις την τόλμην, μεθ' ής ο αρχαίος εκείνος νους εξήταζε τους μύθους επικρίνων και μεταβάλλων ελευθέρως τας λεπτομερείας, αλλ' ουδ' επί στιγμήν υποπτεύων ότι ο όλος μύθος ήτο πλάσμα ή ότι αυτός έπλαττε. Και ο Πίνδαρος ήτο όμοιος· δεν ηδύνατο π. χ. να παραδεχθή ότι ο Τάνταλος παρέθεσε τον υιόν του ως δείπνον εις τους θεούς και ότι η Δημήτηρ έφαγε μέρος του ώμου του· αποδεικνύει λοιπόν, όχι ότι το όλον είναι μύθος, ουδέ ότι κείται πέρα των γνώσεων ημών — τοιούτος πυρρωνισμός δεν του ήρεσκεν — αποδεικνύει ότι ο Ποσειδών θα είχεν αναβιβάσει τον Πέλοπα εις τον ουρανόν ως οινοχόον, και ότι εν τω μεταξύ κάποιος «των φθονερών γειτόνων» [Ολυμπ. α', 75] επενόησε τον καννιβαλικόν μύθον. Τούτο είναι ακριβώς το πνεύμα της «παλινωδίας».

Αλλά πλην τούτου, και οσάκις ο Στησίχορος δεν μετέβαλλε την μυθικήν ύλην, υπεδείκνυε γόνιμον ευφυίαν, επεκτείνων τον ποιητικόν αγρόν· πρώτος ενόησε πόσον εύμορφοι ήσαν μερικοί θρύλοι, περιφερόμενοι μεταξύ του ταπεινού λαού, ο θάνατος του εντροπαλού Δάφνιδος από λύπην, ότι κάποτε δεν εφάνη πιστός εις την αγάπην του — το ανεξάντλητον τούτο θέμα πάσης βουκολικής ποιήσεως κατόπιν· το διήγημα της ωραίας Καλύκης, η οποία λησμονηθείσα, ηυτοκτόνησε, της πιστής Ραδίνης, ήτις επέμενε ν' αγαπά τον εξάδελφόν της και όχι τον τύραννον της Κορίνθου. Τούτο είναι μέγιστον κατόρθωμα· είναι ό,τι έκαμε διά τον κόσμον ο Ευριπίδης ολίγον έπειτα, ότε το πνεύμα της Ελλάδος ελευθερωθέν από της αυστηράς αττικής παραδόσεως, ήτο έτοιμον πλέον να εννοή (154).

Η ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ. — ΙΒΥΚΟΣ.


ΙΒΥΚΟΣ ο Ρηγίνος, δύο περίπου γενεάς μετά τον Στησίχορον, επέρασε βίον οδοιπόρου, διελθών και διά των αυλών του Πολυκράτους και του Περιάνδρου. Ως ο Αρίων, και αυτός ήτο γνωστός εις τους μεταγενεστέρους μάλλον εξ ενός μύθου, ότι ο φόνος του εξεδικήθη υπό των γερανών «ιβύκων» (155). Των δε μελών αυτού επαινούνται ιδίως τα χάριν παιδικών χορών. Ο Ίβυκος λέγεται ότι επέδειξεν αιολικόν και ιωνικόν πνεύμα διά δωρικής διαλέκτου και μουσικής, τα δε χαριτωμένα του αποσπάσματα, τα πλήρη γυναικείων θελγήτρων και ανθέων και πτηνών εξωτικών (156)

τάμος άυπνος κλυτός όρθρος εγείρησιν αηδόνας

{ bright sleepless dawn awaking the nightingales }

μαρτυρούσι τι σημαίνει τούτο. Περίεργον δε είναι ότι έργα του Στησιχόρου απεδίδοντο κάποτε εις αυτόν, λόγου χάριν τα *Άθλα επί Πελία. Αλλά τα σωζόμενα λείψανα των δύο ποιητών ολίγην έχουσιν ομοιότητα, πλην του μέτρου (157).

ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ


Κατά την αυτήν ημέραν, έλεγον, καθ' ήν απέθανεν ο Στησίχορος, εγεννήθη εν Κέω ο μετ' αυτόν μέγας της όλης Ελλάδος λυρικός, ο Σιμωνίδης (556-468 π. Χ.). Έχων πολλήν παιδείαν και πολλάς συμπαθείας, ταχέως έγινε περίφημος και εκτός του κύκλου των ιωνικών νήσων. Ο γέρων Ξενοφάνης, ο ζων εν Ιταλία και αποθανών πριν ο Σιμωνίδης συμπληρώση τα 30, έφθασε να εξαγγείλη αυτόν ως ένδοξον. Ο Σιμωνίδης εταξείδευσε πολύ, πρώτον μεν, ως λέγεται, εις την Ελλάδα της Δύσεως κατά πρόςκλησιν των συμπολιτών του Στησιχόρου, έπειτα δε εις τας Αθήνας, εις την αυλήν του Ιππάρχου, μετά δε την δολοφονίαν του προστάτου του, εις την Θεσσαλίαν παρά τους Αλευάδας, και μίαν φοράν εις την Ασίαν κατά δε τα μηδικά ετάχθη όπου ώφειλε να ταχθή, δηλαδή μετά των εθνικών. Επέρασε δε τα γηρατεία του, καθώς και ο Αισχύλος, ο Πίνδαρος, ο Βακχυλίδης, ο Επίχαρμος και άλλοι, εν τη αυλή του Ιέρωνος των Συρακουσών. Αφού δε ήτο ήδη εξακουστός κατά το τριακοστόν της ηλικίας έτος, ηλικιωμένος είχεν οικουμενικήν υπόληψιν, ανάλογον περίπου προς την του Βολταίρου. Ήτο ο τέλειος «σοφός», ο έξυπνος, ο ποιητής, ο φίλος των ισχυρών της γης, ο εξισούμενος προς αυτούς διά μόνης της δυνάμεως του πνεύματός του. Ταποφθέγματά του απεθησαυρίζοντο, τα δε ποιήματά του εσπουδάζοντο μετ' ακριβολογίας, εμφαινούσης είδος ειδωλολατρείας. Η φήμη ηγάπα να επαναλέγη την θαυμαστήν αυτού διάσωσιν εκ ναυαγίου και εκ της πτώσεως της στέγης του εν Κραννώνι μεγάρου, ότ' εφονεύθησαν οι πλείστοι του Σκόπα ξένοι. Ο Σιμωνίδης είχε βεβαίως πολύμορφον και πολύτροπον χαρακτήρα· ήτο ο εξ απορρήτων πολλών τυράννων, αλλά συγχρόνως και του αθηναϊκού δήμου· επήνεσε τον Ίππαρχον, αλλ' ύμνησε και τον Αρμόδιον και Αριστογείτονα· γέρων δε [τω 476] προσεκλήθη εις την Σικελίαν διά να διαλλάξη τους δύο ισχυροτάτους τυράννους της Ελλάδος, [τον Θήρωνα του Ακράγαντος] και τον Ιέρωνα των Συρακουσών (158). Ο περί φιλαργυρίας ψόγος, ο επισκιάζων το όνομά του, προήρχετο πιθανώς εκ της συνηθείας του να γράφη κατά συμφωνίαν — όχι χάριν αορίστου και γενικής προστασίας, καθώς οι προγενέστεροι ποιηταί. Βεβαίως το παλαιόν σύστημα ήτο φιλικώτερον και ρωμαντικώτερον, αλλά κάπως δουλικόν. Ο Πίνδαρος εθρήνησε μεν την κατάργησιν αυτού, αλλά δεν εδοκίμασε να το επαναφέρη. Και πράγματι η αρχή του Σιμωνίδου ήτο η πλησιεστάτη προςέγγισις, η τότε δυνατή, προς τον ημέτερον τρόπον της ελευθέρας πωλήσεως της διανοητικής εργασίας εις το κοινόν. Ο Σιμωνίδης καθώς οι παλαιοτέροι λυρικοί, εποίει προ πάντων χάριν διαφόρων ευκαιριών — η ευκαιρία ήτο πότε εορτή, πότε νεογνόν, πότε η μάχη των Θερμοπυλών — και φαίνεται ότι πρώτος ηύρε τον επίνικον, το σοβαρόν καλλιτεχνικόν ποίημα προς τιμήν των κατά τους αγώνας νικητών. Βεβαίως ο επίνικος δεν είναι απλή ωδή επί νίκη — επί τη νίκη, λόγου χάριν, των ημιόνων του Σκόπα. Τοιαύτη ωδή μικράν θα είχε δύναμιν να χαρίση την αθανασίαν. Είναι ποίημα καθ' εαυτό εύμορφον και περίεργον, όπου ο ποιητής, — πληρωμένος, — παρενείρει μνείαν τινά των ημιόνων και του κυρίου αυτών.

Ο Σιμωνίδης έγραψε πολλά και ποικίλα· φέρονται διθύραμβοι, υπορχήματα, θρήνοι — πάντα ταύτα ιδίως θαυμαζόμενα — παρθένια, προςόδια, παιάνες, εγκώμια, επιγράμματα· αλλά τα θρησκευτικά του έργα δεν επαινούνται πολύ. Εάν όμως είναι δυνατόν να μεταχειρισθώμεν την λέξιν «τέλειον» περί οιουδήποτε καλλιτεχνήματος, αύτη πρέπει να εφαρμοσθή κυρίως εις τα περί του μεγάλου αγώνος έργα του Σιμωνίδου — την περί της εν Αρτεμισίω ναυμαχίας ωδήν, και το εις τους νεκρούς των Θερμοπυλών επίγραμμα. Ταύτα παριστώσι το άκρον άωτον της ελληνικής σωφροσύνης, δηλαδή της εγκρατείας και της νηφαλιότητος, το αυστηρόν κάλλος, το απηλλαγμένον πάσης υπερβολής ή επιτηδεύσεως· είναι κοινός λόγος λεγόμενος περί απλών και αιωνίων πραγμάτων.

Ω ξείν' αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε
κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι
(159).

{ Stranger, bear word to the Spartans that we lie here obedient to their charge! }

Ο Σιμωνίδης είναι δεινός επίσης, όταν εκφράζη τον ανθρώπινον έλεον. Το μακρόν εκείνο απόσπασμα [Hiller 22] το παριστάνον την Δανάην, φερομένην εντός λάρνακος [επί των κυμάτων και κοιμίζουσαν το βρέφος] δικαιολογεί τον θαυμασμόν των αρχαίων κριτικών διά το ανυπέρβλητον πάθος. Εξ άλλου δ' όμως ο Σιμωνίδης είναι κατ' ουσίαν Ίων, «άνθρωπος του κόσμου» και είς των πατέρων της μαθήσεως. Δεν έχει δε ούτε λαμπρότητα, ούτε δύναμιν, ούτε θρησκευτικόν βάθος. Ο άλλος ποιητής, ο έχων πάντα ταύτα, έδειξε στάσιν όχι πρέπουσαν κατά τον ιερόν της πατρίδος του αγώνα. Όθεν η Ελλάς εστράφη προς τον Σιμωνίδην, όχι τον Πίνδαρον, όπως γράψη τα επιτύμβια των ηρωικών νεκρών της (160).

ΤΙΜΟΚΡΕΩΝ.


Ο «οίκος των μεγαλοφυών» όπως κατήντησεν η αυλή του Ιέρωνος, φαίνεται ότι δεν ήτο και καταφύγιον της ειρήνης. Ιδίως ο Πίνδαρος ήτο γεννημένος διά να παρεξηγή και να μισή τον Σιμωνίδην. Ο δε Σιμωνίδης, αν και μεταξύ των ελαττωμάτων του δεν αναφέρεται και ο φθόνος, ήτο δηκτικός και ήξευρε να εκδικήται. Ότε, παραδείγματος χάριν, επείραξεν αυτόν άσημος ποιητής, ΤΙΜΟΚΡΕΩΝ ο Ρόδιος, γνωστός κυρίως εκ της απρεπούς ωδής διά την καταδίκην του Θεμιστοκλέους, ως προδότου,

«Ουκ άρα Τιμοκρέων μούνος
Μήδεσσιν ορκιατομεί·
αλλ' εντί κάλλοι δη πονηροί·
ουκ εγώ μόνα κόλουρις·
εντί και άλλαι αλώπεκες
»

{ " Not Timocreon alone makes compacts with the Medes ; I am not the only dock-tail ; there are other foxes too! }

Ο Σιμωνίδης απήντησεν απλώς γράψας το επιτύμβιόν του ως εξής·

Πολλά φαγών και πολλά πιών και πολλά κακ ειπών
ανθρώπους, κείμαι Τιμοκρέων Ρόδιος
.

{ Here lies Timocreon of Rhodes, who ate much, drank much, and said many evil things. }

Περί των ποιημάτων του Τιμοκρέοντος σιωπή (161).

ΒΑΚΧΥΛΙΔΗΣ.


Και ο ανεψιός του Σιμωνίδου, ο Βακχυλίδης, έζη εν τη αυλή του Ιέρωνος και έγραφε κατά τα παραδείγματα του θείου του και του Πινδάρου. Κατόπιν ηύρε μιμητήν τον Οράτιον και θαυμαστήν τον αυτοκράτορα Ιουλιανόν, — αν και γενικώς εθεωρείτο δευτέρας τάξεως ποιητής (162). Το μέγιστον των τέως γνωστών αυτού αποσπασμάτων ήσαν 12 στίχοι παιάνος εις την Ειρήνην [Hiller]. (163) Αλλ' ο νέος πάπυρος του Βρεττανικού Μουσείου — ωραιότατον χειρόγραφον των μέσων του πρώτου π. Χ. αιώνος — περιέχει είκοσιν ωδάς του Βακχυλίδου, έξ αθίκτους, τας δε λοιπάς ευρισκομένας εις τα διάφορα στάδια της φθοράς. Τούτων έξ δεν είν' επίνικοι. Το ιδ' και ιε' φαίνονται ως μύθοι άνευ «θέσεως», ήτοι μεσαία μέρη, έτοιμα να προςαρμοσθώσιν εις ωδήν, όταν ήθελε παρουσιασθή ευκαιρία και πελάτης. Η τοιαύτη συνήθεια διασαφείται εκ πολλών ποιημάτων του Πινδάρου και του ε' αυτού του Βακχυλίδου, όπου ο μύθος αποτελεί χωριστόν σύνολον, δυνάμενον να παρεντεθή αλλαχού (αντιστροφή β' — αντιστρ. ε'). Ταύτα δηλαδή είναι ως οι loci communes, ούς έχουσι συντάξει οι εξ επαγγέλματος ρήτορες, ευρίσκονται δε και συνημμένοι εις λόγους και χωριστοί.

Ο Βακχυλίδης μας συγκινεί κυρίως ως ανήκων εις θαυμαστήν ομάδα, ως αναπνεύσας τον αυτόν αέρα και ο Πίνδαρος, ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής. Αλλ' όμως και αυτός είναι πραγματικός και θελκτικός ποιητής. Η παλαιά κρίσις του Λογγίνου, ήν απεδέχοντο πάντες και καθ' ούς χρόνους ουδείς ηδύνατο να την πιστοποιήση, αποδεικνύεται σήμερον αληθινή και ακριβής. Ο Βακχυλίδης πράγματι δεν είναι Πίνδαρος, αλλ' όμως είναι «αδιάπτωτος» ποιητής και «πάντη κεκαλλιγραφημένος». Αυτό δ' επαυξάνει την αξίαν του νέου ερμαίου, διότι τώρα πρώτον μανθάνομεν τι ήτο κανονικός λυρικός ποιητής του πέμπτου π. Χ. αιώνος.

Μέχρι τούδε είχομεν μόνον τον Πίνδαρον, αλλ' ο Πίνδαρος ήτο όλως ακανόνιστος και αμίμητος. Ο Βακχυλίδης δεν είναι. Πιθανώς, οσάκις Αθηναίος τις ανελογίζετο λυρικήν ποίησιν, ενόει την ιδιάζουσαν ταύτην τέχνην του να κατεργάζεται κανείς και να σφυρηλατή τόσην γλώσσαν, όπως τόσον μέταλλον, κόπτων παράδοξα και ωραία σύνθετα, και καλλιτεχνών λεπτουργήματα γλωσσικά και μουσικά. Τοιαύτα περίπου είναι το χάος και αι πτέρυγες και η νυξ και το έαρ του χορικού των Ορνίθων του Αριστοφάνους. Αληθώς ο Αριστοφάνης λαμβανόμενος ως λυρικός και απαλλασσόμενος του κωμικού φαίνεται αρκετά όμοιος προς τον ανευρεθέντα Βακχυλίδην.

Εξετάζοντες λεπτομερέστερον, παρατηρούμεν ότι η διάλεκτος, τα μέτρα, και τα θέματα του Βακχυλίδου είναι Πινδαρικά. Έχει δε προς τούτοις και Πινδαρικάς τινας αρχάς, την αντιπάθειαν προς την δημοκρατίαν, την θρησκευτικήν γαλήνην, την ελαφράν ηθικολογίαν, ήτις ίσως ήτο συνήθεια των ποιητών, των προσκολλωμένων εις δωρικούς τυράννους. Αλλ' αντί του ισχυρού και σκοτεινού μεγαλείου, όπερ είναι το κύριον του Πινδάρου χαρακτηριστικόν, ευρίσκομεν εδώ εύκολον διαφάνειαν, μαρτυρούσαν την ιωνικήν καταγωγήν και την Σιμωνίδειον διδασκαλίαν. Ο ρυθμός και ο τρόπος του Βακχυλίδου ομοιάζει τόσον συχνά προς τα νεώτερα επύλλια (ballades), ώστε ευκόλως ημπορούμεν να πιστεύσωμεν ότι τους στίχους του έψαλλον και ναύται, όπως λέγει μεν, αλλ' είναι σχεδόν απίστευτον, περί των ιδικών του στόχων ο Θηβαίος. [βλ. σ. 123]. Η μίμησις του Πινδάρου είναι συχνά καταφανεστάτη. Ιδίως εν τη ωραία ε' ωδή, όπου διηγείται τον εν τω Άδη διάλογον του Ηρακλέους και του Μιλεάγρου, η περιγραφή του αετού [στ. 24-26]

ου νιν κορυφαί μεγάλας ίσχουσι γαίας
ουδ' αλός ακαμάτας
δυοπαίπαλα κύματα

ενθυμίζει τον Πίνδαρον αμέσως· επίσης η αστραπιαία και ζωηρά εικών [στ. 63- 67]

ένθα δυστάνων βροτών
ψυχάς εδάη παρά Κωκυτού ρεέθροις,
οία τε φύλλ' άνεμος
Ίδας ανά μηλοβότους
πρώνας αργηστάς δονεί
.

Κατά το τέλος της ωδής ταύτης διερωτώμεθα, μήπως ευρέθημεν ενώπιον νέου τινός Πινδάρου. Αλλ' η ωδή εγράφη διά την αυτήν και ο α' Ολυμπιόνικος του Θηβαίου νίκην και κατά το μέτρον είναι ομοιοτάτη προς τον β'. Στρεφόμενοι δε και πάλιν προς τα ποιήματα εκείνα, επανερχόμεθα εις το συμπέρασμα, ότι ο Πίνδαρος είναι απαράμιλλος και μόνος.

Πράγματι το ήκιστα Πινδαρικόν ποίημα του Βακχυλίδου είναι και το κάλλιστον. Η ις' ωδή, Ηίθεοι ή Θησεύς, διηγείται τον μέχρι τούδε σχεδόν άγνωστον μύθον, ότι ο Μίνως κομίζων εις την Κρήτην τους επτά νέους και τας επτά κόρας, επείραξεν εντός του πλοίου μίαν εξ αυτών και συνεκρατήθη υπό του Θησέως· ο θυμωθείς ήρως επεκαλέσθη τον πατέρα του, τον Δία, και προεκάλεσε τον Θησέα ν' αποδείξη ότι και αυτός ήτο υιός του Ποσειδώνος· τότε ο Θησεύς επήδησεν εις την θάλασσαν και έγινεν ευμενέστατα δεκτός [υπό της Αμφιτρίτης] και εστεφανώθη και περιεβλήθη πορφύραν εντός των ερατών ανακτόρων, [όπου εχόρευον αι Νηρηίδες]. Ίσως ο Πίνδαρος και πολλοί άλλοι αρχαίοι θα εδίσταζον να παραστήσωσι τον Μίνωα τόσον χονδροειδή ή τον Δία αναγνωρίζοντα αυτόν ως υιόν του κατά τοιαύτην ώραν· αλλ' ουδ' ο Πίνδαρος ηδύνατο να φθάση την χαριτωμένην και διαυγή δροσερότητα, το πνεύμα εκείνο το νεουργόν και την θαλασσινήν πνοήν, ήτις αγλαΐζει την εκ του τάφου αναστηθείσαν ταύτην ωδήν του Βακχυλίδου.

Ο ιζ' διθύραμβος είναι μοναδικός μεταξύ των σωζομένων λειψάνων της αρχαίας ελληνικής ποιήσεως, — πλην εάν συγκρίνωμεν αυτόν κατά την μορφήν προς το μακρόν απόσπασμα του Αλκμάνος (σ. 102), — διότι παρέχει τον εκ της ιστορίας του δράματος λείποντα κρίκον, ήτοι παράδειγμα δραματικής προσωποποιίας του χορικού άσματος. Επιγράφεται Θησεύς και αποτελείται εκ διαλόγου δύο ημιχορίων, εξ ών το μεν έν παριστάνει τον βασιλέα των Αθηνών Αιγέα και τους ακολούθους του, το δε άλλο όμιλον Αθηναίων. Είναι λαμπρόν έργον ομοιάζον προς επύλλιον και πλην της τεχνικής αξίας έχει και περισσήν ποιητικήν χάριν (164).

Η ΠΛΗΡΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΣ. — ΠΙΝΔΑΡΟΣ.


Ο ΠΙΝΔΑΡΟΣ, ο ύπατος των εννέα λυρικών, ως ονομάζει αυτόν ο Κοϊντιλιανός, (165) εγεννήθη 34 μετά τον Σιμωνίδην έτη και επέζησεν 20 περίπου μετ' αυτόν (522-448 π. Χ.). Είναι δε ο πρώτος Έλλην ποιητής, περί ού έχομεν στερεάς βάσεις βιογραφίας. Διότι όχι μόνον τα πλείστα των σωζομένων ποιημάτων του δύνανται να χρονολογηθώσιν, αλλά και η παράδοσις, η αγαπώσα αυτόν διά τας γραμματικάς του δυσκολίας και διά την μεγαλοφυίαν, διέσωσε και αρκετά πιστήν ανάμνησιν των άλλων αυτού περιστατικών. Εγεννήθη εν τη κώμη Κυνός Κεφαλαίς της Βοιωτίας, κατήγετο δε από των Αιγειδών, οίκου κατακτητών, πιθανώς «Καδμείων», επειδή το όνομα Πίνδαρος ευρίσκεται και εν Θήρα και εν Εφέσω. Αλλά ο μικρός Βοιωτός χωρικός έδειξεν ενωρίς μουσικήν ιδιοφυίαν. Την λύραν, εννοείται, εδιδάχθη πολύ μικρός· είχε κατ' οίκον κάποιον Σκοπελίνον, θείον ή πατρυιόν, όστις ηδύνατο να τον διδάξη. Αλλά προς σπουδήν της διδασκαλίας του χορού έπρεπε να έλθη εις τας Αθήνας εις του Αγαθοκλέους και Απολλοδώρου. Εκεί πολλά διηγούντο περί των σχέσεων αυτού προς τους λοιπούς των χρόνων εκείνων «μεγάλους» .

Κατά την παράδοσιν ήτο μαθητής του Λάσου του Ερμιονέως, και ηγωνίσθη προς την συμπολίτιδά του Κόρινναν και ηττήθη, αν και η Κόριννα μέμφεται την Μυρτίδα ότι γυνή αυτή, εφιλονίκησε προς τον Πίνδαρον [Hiller 12 σ. 271]

   μέμφομαι δε
και λιγυράν Μυρτίδ' ιώνγα
ότι βανά φύσ' έβα
Πινδάροιο ποτ' έριν
.

{I praise not the gracious Myrtis, not I, for coming to contest with Pindar, a woman born! }

Άλλο ανέκδοτον παριστά την Κόρινναν απλώς συμβουλεύουσαν τον ποιητήν «τη χειρί σπείρειν, αλλά μη όλω τω θυλάκω», { to sow with the hand, not with the whole sack } διότι εκείνος εσκόρπιζεν αφειδέστατα τους μυθικούς διακόσμους. (166)

Το πρώτον σωζόμενον ποίημα, [Πύθιον. ι'] γραφέν ότε ο Πίνδαρος ήτο είκοσι ή ίσως είκοσι τεσσάρων ετών, ήτο παραγγελία των Αλευαδών, των τυράννων της εν Θεσσαλία Φαρσάλου. Τούτο σημαίνει ότι η φήμη του εξηπλώθη μετά θαυμαστής ταχύτητος. Αμέσως δ' έπειτα ευρίσκομεν αυτόν γράφοντα χάριν των μεγάλων της Αιγίνης αριστοκρατικών, προστατών, οποίους επόθει η ψυχή του· δηλαδή εμπόρων αρχαιοτάτης δωρικής καταγωγής. Κατόπιν ανοίγεται στάδιον πανελληνίου δόξης· ο Πίνδαρος γίνεται ξένος των μεγάλων οίκων της Ρόδου, της Τενέδου, της Κορίνθου, των Αθηνών των μεγάλων βασιλέων, Αλεξάνδρου του Μακεδόνος, του Αρκεσιλάου της Κυρήνης, του Θήρωνος του Ακράγαντος, του Ιέρωνος των Συρακουσών· αποκτά όσην και ο Σιμωνίδης δόξαν, αν και ίσως όχι τόσον οικουμενικήν. Διότι κατά βάθος ο Πίνδαρος ηγάπα να γράφη χάριν των αληθώς ευπατριδών, των απογόνων του Αιακού και του Ηρακλέους· οι εν Σικελία βασιλείς δεν ήσαν ευπατρίδαι, αλλά ποίος ηδύνατο ν' αποκρούση φιλικήν περί ευγενείας αίτησιν ενός τυράννου; Το αρχαίον δωρικόν αίμα προδήλως έχει πολλήν σχέσιν προς την περί ζωής αντίληψιν του Πινδάρου, τούτο δε αποδεικνύει και ο τρόπος καθ' όν εξαγγέλλει ότι είναι ίσος προς τους προστάτας του. Ο μεν Σιμωνίδης αρέσκεται να δεικνύεται ως μέγας ποιητής, ο δε Πίνδαρος καυχάται μεν διά την ποιητικήν του ευφυίαν, αλλ' αφήνει την εντύπωσιν, ότι περισσότερον συλλογίζεται την αρχαίαν καταγωγήν του. Αλλά και κατ' άλλο είναι ανόμοιος προς τον Σιμωνίδην· ο Πίνδαρος δηλαδή ήτο το «σκεύος εκλογής» παντός ιερατείου, αφωσιωμένος εις την Ρέαν και τον Πάνα, και προ πάντων εις τον δωρικόν Απόλλωνα. Εκήρυσσε δε τας ιδέας των Δελφών, την αναμόρφωσιν της παραδεδομένης θρησκείας. Και ζων μεν είχεν ιδιαίτερα προνόμια εν Δελφοίς, μετά δε τον θάνατον η σκιά του εκαλείτο κατ' έτος εις τα Θεοξένια να δειπνήση μετά του θεού. Οι δε ιερείς του Διός Άμμωνος εν τη ερήμω είχον εν τω ιερώ τον ζ' Ολυμπιόνικον χαραγμένον διά χρυσών γραμμάτων.

Τα γεγονότα ταύτα εξηγούσι, καθ' όσον είναι δυνατόν να εξηγηθή, την μεγάλην κηλίδα του βίου του Πινδάρου. Έζη κατά τα μηδικά και είδε την αρχομένην μεγάλην περίοδον της ελληνικής γνώσεως και προόδου· αλλ' όμως και κατά τας δύο βαρβαρικάς επιδρομάς ετάχθη μετά της Βοιωτίας και των Δελφών, παράλογος υπηρέτης της θρησκευτικής παραδόσεως και της φυλετικής μισαλληλίας. Αφού δ' αι Θήβαι συνεμάχησαν μετά των Περσών, θα ηδύνατο κανείς να προσδοκά τουλάχιστον ότι ο ποιητής, ο φίλος τόσων αρχόντων και τυράννων, ο μαθητεύσας εν Αθήναις, ήθελε διαμαρτυρηθή. Απ' εναντίας, ενώ μετά την νίκην δεν εδίστασε να γράψη τον δ' Νεμεόνικον και τον διθύραμβον των Αθηνών, τότε, κατά τον αγώνα, έπραξεν ό,τι ο Πολύβιος (Δ' 31) ονομάζει «αισχίστην και βλαβερωτάτην απόφασιν»· έγραψε παράλογον ποίημα, του οποίου σώζονται δύο μεγάλοι στίχοι, λαλούντες περί ουδετερότητος και ησυχίας! Τοιούτος ήτο ως άνθρωπος. Πολλάκις θαυμάζοντες τας καλλίστας απόψεις του Πινδάρου — την μεγαλοπρεπή μουσικήν οργάνωσιν, την σοβαρότητα της γλώσσης, τας αστραπάς του μόλις αποκαλυπτομένου μυστηρίου, — απορούμεν πώς δεν ανεγνωρίσθη ως ο μέγιστος του κόσμου ποιητής, πώς δεν έδρασε περισσότερον, πώς δεν ανεδείχθη έτι μάλλον. Ο λόγος είναι πιθανώς ότι ο Πίνδαρος ήτο ποιητής και ουδέν άλλο. Εσκέπτετο μουσικώς· ηγάπα να ζη μεταξύ μεγάλων και περικαλλών εικόνων — του Ηρακλέους, του Αχιλλέως, του Περσέως, του Ιάσονος, των κορών του Κάδμου. Οσάκις δ' οιονδήποτε μέρος αγαπητού του μύθου ετάρασσε την ηθικήν του ευαισθησίαν, απεμακρύνετο αθορύβως, προσέχων μήπως εκφράση καμμίαν δυσπιστίαν, μήπως πειράξη κανένα θεόν. Ηγάπα την ποίησιν και την μουσικήν, ιδίως δε την ιδικήν του· ουδενός άλλου ποιήματα ωμοίαζον τα ιδικά του, και οσάκις άλλοι έψαλλον, του εφαίνοντο — και το λέγει — «κολοιοί»).

Ο Πίνδαρος ηγάπα την θρησκείαν και κατά το υποβλητικόν μέρος είναι μέγας θρησκευτικός ποιητής. Η αρχή του ζ' Νεμεονίκου είναι χαρακτηριστική· επίσης δε το τέλος του τελευταίου χρονολογουμένου επινίκου, ήτοι του η' Πυθιονίκου [στ. 135-145]

Επάμεροι· τι δε τις; τι δ' ου τις; σκιάς όναρ
άνθρωπος· αλλ' όταν αίγλα διόσδοτος έλθη,
λαμπρόν φέγγος έπεστιν ανδρών και μείλιχος αιών.
Αίγινα, φίλα μάτερ, ελευθέρω στόλω
πάλιν τάνδε κόμιζε Δι και κρέοντι συν Αιακώ
Πηλεί τε καγαθώ Τελαμώνι συν τ' Αχιλλεί
.

{ Things of a day! what are we and what not? A dream about a shadow is man; yet when some god-given splendour falls, a glory of light comes over him and his life is sweet. Oh, Blessed Mother Aegina, guard thou this city in the ways of freedom, with Zeus and Prince Aeacus and Peleus and good Telamon and Achilles! }

 — λαμπρόν βάθος συγκινήσεως, αλλά και παιδαριώδης λιτανεία πατροπαραδότων αγίων. Αι θρησκευτικαί του καινοτομίαι συνήθως είναι πολύ ολίγον επιτυχείς, ως αι του α' Ολυμπιονίκου, και σπανίως βελτιώνουσι τους μύθους. Παραδείγματος χάριν, ο μεν παλαιός μύθος έλεγεν ότι η νύμφη Κορωνίς, την οποίαν ηγάπα ο Απόλλων, κρυφίως τον ηπάτα· αλλά κόραξ την είδε και το είπεν εις τον θεόν. Ο δε Πίνδαρος διώρθωσεν ως εξής, [Πυθ. Γ', 50] ότι

πάντα Fίσαντι νόω

{ the god's all-seeing mind }

ο Απόλλων το ενόησε χωρίς της βοηθείας του κόρακος. Η τοιαύτη κατά την λογικήν υπεράσπισις συνάδει τελείως προς το πνεύμα της Δελφικής θρησκευτικής αναμορφώσεως. (167) Ο Πίνδαρος είναι ηθικολόγος· αγαπά πολύ το παρεκβατικόν κήρυγμα· είναι το αγαπητόν του στόλισμα· το εισάγει σιγά σιγά, καθώς τα λογοπαίγνια και τας παρηχήσεις ο Σαιξπήρος. Αλλ' η ουσία της ηθικής του δεν έχει προχωρήσει πολύ πέραν του Ησιόδου· η διαφορά είναι ότι ο μεν Ησίοδος παραγγέλλει εις τον χωρικόν του να εργάζεται και να οικονομή, ο δε Πίνδαρος προτρέπει τον ευπατρίδην του να επιζητή δόξαν και να είναι ελευθέριος. Το ιδανικόν του πηγάζει κατ' ευθείαν εκ της δωρικής αριστοκρατικής παραδόσεως· δηλαδή πρώτον πρέπει να είσαι ευγενής και ανδρείος και δυνατός· έπειτα να κάμνης δύο πράγματα, να εργάζεσαι και να δαπανάς· να εργάζεσαι ψυχή και σώματι· να δαπανάς χρόνον και χρήματα και δυνάμεις, επιδιώκων αρετάν. Αλλά τι είναι αρετή; Το άθροισμα των πλεονεκτημάτων του γνησίου Δωριέως, του καταγομένου εκ του ήρωος, του φιλοπόνου, του ατρομήτου, του ακαταπονήτου εξολοθρευτού των εχθρών των θεών και των ανθρώπων — του Ηρακλέους. Δεν είναι απαραίτητον να είσαι πλούσιος — υπήρχον και άποροι Σπαρτιάται — ουδέ ωραίος — μερικοί πυγμάχοι θα ήσαν άσχημοι — αλλά τιμήν και δόξαν πρέπει εξ άπαντος να έχης. Παραδοξολόγοι σχολιασταί μετέφρασαν το αρετά ως «νίκη κατά τους αγώνας»· αλλά τούτο περιλαμβάνεται, καθώς εις το ιδανικόν των μεσαιωνικών ιπποτών περιελαμβάνετο και η νίκη εις την «τζώστρα».

Αυτός ο Πίνδαρος δεν φαίνεται άπιστος εις το ιδανικόν τούτο. Το παράδοξον ύφος του «ανθρώπου του κόσμου», όπερ ενίοτε αναλαμβάνει, δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπει το ιδανικόν, αλλ' ότι δεν έχει την αίσθησιν των πραγμάτων. Ηγάπα παν ηρωικόν, αλλά δεν ηδύνατο να ίδη αυτό έξω του αρχαίου χώρου· οσάκις δε είχε τον χώρον εκείνον, η φαντασία του έφθανε να δημιουργήση και τον ήρωα. Εθαύμαζε βαθύτατα την ιεράν λάμψιν των Δελφών και της Ολυμπίας· ηγάπα την διάκρισιν και την από του όχλου απόστασιν της αυλής μεγάλου τινός τυράννου και εξιδανίκευε τον ισχυρόν Ιέρωνα, καθώς και τον γενναίον Χρόμιον [Νέμ. α']. Αλλά δεν έκλινε πάντοτε να ταυτίση την επιτυχίαν προς την αξίαν· απεναντίας μάλιστα αισθάνεται βαθείαν αποστροφήν προς την επιτυχίαν των φθονερών και των πανούργων — προς την νίκην του επιτηδείου Ίωνος, του Οδυσσέως, εναντίον του γνησίου Αιακίδου, του Αίαντος. Ίσως η αρχή του αυτή τον εβοήθησε να εννοήση πώς απέκτησε τόσην δόξαν ο Σιμωνίδης και πώς ο ναυτικός όχλος των Αθηνών άνευ μυώνων και άνευ αγρών ηδύνατο να εξεγείρη τόσον πάταγον εν τω κόσμω.

Είναι περίεργος ιδιοτροπία της ιστορίας, ότι διεσώθησαν μόνον οι Επίνικοι — ωδαί εις τους νικητάς των ιερών αγώνων της Ολυμπίας, των Δελφών, της Νεμέας και του Ισθμού. (168) Των δέκα επτά βιβλίων του (υπήρχον δύο βιβλία ύμνων, παιάνων και διθυράμβων, δύο προσοδίων, τρία παρθενίων, δύο υπορχημάτων, τέσσαρα εγκωμίων, θρήνων και επινίκων) τα σωζόμενα τέσσαρα δεν είναι βεβαίως τα τέσσαρα, τα οποία ημείς ηθέλομεν εκλέξει. Και όμως έχουσι κάτι, το οποίον ιδιάζει εις το πνεύμα του Πινδάρου. Υπό μίαν έποψιν, ελάχιστα σημαίνει το περί τίνος γράφει· π. χ. δύο των υψηλοτάτων αυτού ποιημάτων αναφέρονται εις αγώνας ημιόνων. Το δε γεγονός ότι κατά τον πέμπτον π. Χ. αιώνα Ξενοφών ο Κορίνθιος ενίκησε το στάδιον και το πένταθλον, είναι τόσον αδιάφορον δι' ημάς, όσον και αν ο νεαρός Εδουάρδος Κιγκ επνίγη κατά τον δέκατον έβδομον μ. Χ. Ποιήματα, όπως ο ιγ' Ολυμπιόνικος είναι ανεξάρτητα των γεγονότων, εξ ών εβλάστησαν. Εξ άλλου δύσκολον είναι να μη αισθανθώμεν ότι ο Πίνδαρος ειλικρινώς αγαπά τους ίππους, τους ημιόνους και τους αναβάτας. Εάν έτυχε να νικήση ποτέ κατά τινας τοπικούς αγώνας ίππος των Κυνός κεφαλών, ο μικρός Πίνδαρος και τα λοιπά παιδία του χωρίου θα είχον συζητήσει μετά πραγματικής θέρμης πώς ήτο το άλογον εκείνο και τι έκαμνεν ο αναβάτης. Είτε δε ήτο ιδιαιτέρως πληρωμένος ο ποιητής, είτε μη, όπως μνημονεύση και τον Μελησίαν και τους διαφόρους θείους και πάππους των νικητών, βέβαιον είναι ότι παρεισάγει αυτούς ως εάν ειλικρινώς τους αγαπά. Διότι ο Πίνδαρος ήτο, φαίνεται, εκ των μη συνειδητών εκείνων φύσεων, αίτινες δεν διακρίνουσι καλά καλά διά τι συγκινούνται· αισθάνεται ρίγος βλέπων την «μάκαιραν Ιέρωνος εστίαν» [Ολυμπ. α', 17] { Hiero's full-dress banquet board } ή μίαν πυγμαχίαν, ή ιππικόν αγώνα, ακριβώς όπως και όταν μελετά τους άθλους και την δόξαν του Ηρακλέους· και έκαστον ρίγος αυτού παράγει μελωδίαν.

Ο Πίνδαρος ήτο πράγματι νεώτερος του Αισχύλου κατά τρία έτη· και όμως φαίνεται μίαν γενεάν πρεσβύτερος του Σιμωνίδου. Διότι ο χαρακτήρ και αι σκέψεις του ήσαν αρχαϊκαί· τοιούτον είναι και το ύφος του. Καθώς πλείστοι άλλοι κλάδοι της ελληνικής λογοτεχνίας, και η λυρική ποίησις προέβαινεν εκ του σκότους προς το φως, έφθασε δε εις αυτό διά του Σιμωνίδου και του Βακχυλίδου. Αλλά ο Πίνδαρος μας ρίπτει και πάλιν οπίσω, σχεδόν εις τον Αλκμάνα. Και αναγινωσκόμενος είναι δύσκολος· ηδύνατο άρα γε να εννοή κανείς αδομένους τους στίχους του; Εκείνος λέγει, αποτεινόμενος προς την ωδήν του [Νεμ. ε' 4]

επί πάσας ολκάδος εν τ' ακάτω, γλυκεί αοιδά,
στείχ' απ' Αιγίνης,

{ sail off from Aegina in the big ships and the little fishing-boats }

ήτοι ότι οι ναύται πάντων των ακατίων θα ψάλλωσι την ωδήν αφού μετά την πανήγυριν της Αιγίνης χωρισθώσιν επιστρέφοντες καθείς εις την πατρίδα. Αλλ' απίστευτον είναι ότι οι Δωριείς ναύται ηδύναντο μετά το πρώτον άκουσμα να δράξωσι τόσον δύσκολον ωδήν. Ίσως ήρπαζον μόνον το μέλος, και την είδησιν της νίκης. Διότι ο Πίνδαρος ήτο κυρίως υπερήφανος διά την μουσικήν του, την οποίαν ο άριστος των σωζομένων κριτών, ο Αριστόξενος, δεν ευρίσκει λέξεις, ίνα εγκωμιάση. Ακόμη και σήμερον, αν και παν μουσικόν ίχνος εξηλείφθη, — το εκ Μεσσήνης μουσικόν απόσπασμα του α' Πυθιονίκου είναι νόθον — αισθανόμεθα ότι αι λέξεις χρειάζονται μουσικήν, όπως εννοηθώσιν. Αυτή η έννοια και το πάθος του δ' Πυθιονίκου ή του β' Ολυμπιονίκου — διά να λάβωμεν δύο τύπους αντιθέτους — φέρουσι τας λέξεις προς άσμα ποικιλλόμενον, ταχύ ή βραδύ, μεγαλόφωνον ή σιγαλόν. Τα τέλη των στροφών έχουσιν ήχον μουσικόν π. χ. παλίγκοτον δαμασθέν { angry and overborne }[Ολυμπ. β' 35]. Ο βασιλεύς των Επειών, [Ολυμπ. ι' 45] όστις

ίδε πατρίδα πολυκτέανον υπό στερεώ πυρί
πλαγαίς τε σιδάρου βαθύν εις οχετόν άτας
ίζοισαν εάν πόλιν
,

{ into the deep channel running deathwards, he watched his own city sink }

απομένει εν τη μνήμη του αναγνώστου απηχών το «εάν πόλιν». { his own city sink }. Επίσης ο Πέλοψ, ο προσευχόμενος μόνος εις το σκότος, «οίος εν όρφνα» { alone in the darkness } [Ολυμπ. α' 115]. Τοιούτο δε είναι και το θαυμάσιον εκείνο σάλπισμα του δ' Πυθιονίκου, το καταλήγον εις την αδράν λέξιν τιμάν. Διά τούτο πολλοί του Πινδάρου θαυμασταί συμφωνούσιν ότι παν ό,τι απομένει εξ αυτού, απομένει εν τη μνήμη όχι ως ιδέα, αλλ' ως μουσική.

Αλλά οι άξιοι αυτού ερασταί είναι ολίγοι. Διότι εις το πρωτότυπον είναι δύσκολος — η διάλεκτος, ο λογικός ειρμός, η πνευματική διάθεσις είναι δυσπρόσιτα, τον δε κοινόν αναγνώστην ζαλίζει το ανακάτωμα των ημιόνων και της σελήνης και των ηνιόχων και των Αιακιδών. Μεταφραζόμενος δε — και υπό δεξιών μεταφραστών — είναι πιθανώς ο ατεχνοτέρον παντός άλλου απογυμνούμενος ποιητής· και τούτο, καθώς είδομεν ανωτέρω, πάντοτε διά τον λόγον, ότι είναι μόνον ποιητής. Ολίγην έχει ρητορικήν, ουδεμίαν φιλοσοφίαν, μικρόν ανθρώπινον διαφέρον· έχει μόνον την λεπτήν εκείνην δρόσον — ό,τι ονομάζει άωτον — η οποία γεννάται οσάκις η παθητικωτάτη γλώσσα συγκιρνάται προς τον αβρότατον στοχασμόν, και την οποίαν ουδέ θεός «και πολλά μογήσας» { though he worked hard } θα ηδύνατο να διαφυλάξη άθικτον εν άλλη γλώσση.

Ο Πίνδαρος ολίγον επηρεάσθη υπό του πνεύματος του καιρού του ή των παλαιοτέρων ποιητών. Ο Στησίχορος και ο Όμηρος βεβαίως επέδρασαν επ' αυτόν. Αλλά μόλις ολίγαι λέξεις φαίνονται απηχήσεις του Αισχύλου. Την έκρηξιν της Αίτνης αναφέρουσι και οι δύο· αλλά του Πινδάρου η εξαισία περιγραφή [Πυθ.. α'40-58] φαίνεται όλως διόλου χωριστή· είναι όμως πιθανόν ότι ο μέγας αυτού στίχος

λύσε δε Ζευς άφθιτος Τιτάνας

{ Everlasting Zeus set free the Titans }

είχεν αφορμήν την τριλογίαν του Προμηθέως, ής τούτο είναι το συμπέρασμα, ότι ο αιώνιος Ζευς εξαπέλυσε τους Τιτάνας. (169)

Ε'

ΑΙ ΑΡΧΑΙ ΤΟΥ ΠΕΖΟΥ ΛΟΓΟΥ

ΕΠΙΓΡΑΦΑΙ.


Εάν τα πρωιμώτατα δείγματα του ελληνικού πεζού λόγου είναι χαραγμένα επί λίθου και χαλκού, τούτο σημαίνει μόνον ότι ταύτα ως διαρκέστερα υλικά, επέζησαν μετά το ξύλον, τον κηρόν και τα δέρματα. Κατά τους χρόνους της μεταξύ Ήλιδος και Hραίας συνθήκης (170) κατά τον έκτον δηλαδή αιώνα, βεβαίως υπήρχε πολλή εμπορική και πολιτική αλληλογραφία, πολύ δε προ της μεταγενεστέρας συνθήκης ηδύνατο να έγινεν άλλη μεταξύ Οιανθέων και Χαλαίων, κανονίζουσα το δικαίωμα των αυλών και ορίζουσα το ελαφρόν πρόστιμον των τεσσάρων δραχμών διά πάσαν υπέρβασιν του είδους εκείνου της πειρατείας. Αλλά φαίνεται ότι ο παλαιοτάτος πεζός λόγος ήτο κατ' ουσίαν όμοιος προς τας επιγραφάς εκείνας, ήτοι σαφές και ακριβές υπόμνημα δημοσίων πράξεων, μη δυναμένων να εμπιστευθώσιν εις τα πηδήματα της φαντασίας ποιητού και εις του μέτρου τας απαιτήσεις. Ιδίως οι ναοί έγεμον τοιαύτης πεζογραφίας. Ούτως υπήρχον κανονισμοί περί ασεβείας· π. χ. εν Ιαλυσώ της Ρόδου η θεά Αλεκτρώνα απηγόρευε την εις τον περίβολόν της είσοδον ίππων, όνων, ημιόνων και ανθρώπων φορούντων υποδήματα ή «ύειον μηθέν» { pig-skin shoes }. (171) Yπήρχον πλήρεις δημόσιοι απολογισμοί. Υπήρχον υπομνήματα των ευχών, όσας εξεπλήρωσεν ο θεός, χαραγμένα δι' εξόδων των προσκυνητών, και των παραπτωμάτων, όσα παραδειγματικώς ετιμώρησε, χαραγμένα πιθανώς υπό των επιτρόπων του ναού. Τα δε ιερά θεραπευτήρια της Κω, της Ρόδου και της Κνίδου περιείχον ήδη από του έκτου π. Χ. αιώνος πλήρη σημειώματα σπουδαίων ασθενειών μετά των συμπτωμάτων, της θεραπείας και των αποτελεσμάτων. Αναμφιβόλως δε υπήρχον σημειώματα μαγγανειών και επωδών. Επίσης δε κατάλογοι των ιερέων και ιερειών, εκτεινόμενοι ενίοτε εις είδος χρονικών.

Ταύτα ήσαν δημόσια, υποκείμενα εις μικρούς περιορισμούς. Αλλά υπήρχον και εσώτερα βιβλία, μη εκτεθειμένα εις ελέγχους των βεβήλων. Ούτως οι κανόνες των τελετών δεν εδημοσιεύοντο πάντοτε. Οι δε χρησμολόγοι των Αθηνών είχον μυστικά υπομνήματα χρησμών και αποφάσεων περί νομικών ή ηθικών ζητημάτων. Οι δε Δελφοί και τάλλα κέντρα, όπου η παράδοσις ήτο μακροτέρα, είχον γραπτά υπομνήματα των θρύλων, όσους οι υπηρέται του θεού επεθύμουν να διατηρήσωσι. Εννοείται δε ότι πλην των επισήμων ναών σημειώματα είχον και οι ιδιωτικοί και ανεπίσημοι χρησμολόγοι, οι μάντεις, οι κάτοχοι μυστηρίων, οι πωληταί χρησμών, οι λύται παραπτωμάτων, άνθρωποι καθώς ο Ονομάκριτος, ο Τισαμενός ο Ιαμίδης, ο Λάμπων και οι διάφοροι Βάκιδες, των οποίων τους αορίστους και ρωμαντικούς θρύλους συχνά βλέπομεν εις τα αφηγήματα του Ηροδότου [Η' 20, 77, 96. Θ' 43]. Πλην τούτων υπήρχον αι γενεαλογίαι των ευγενών οίκων. Και συνήθως μεν αύται ήσαν έμμετροι εις τρόπον ώστε να προβάλλωνται αμέσως και ν' απομνημονεύωνται ευκόλως υπό του κοινού. Αλλ' επειδή και περί τούτων άλλοι του οίκου κλάδοι προχείρως ηδύναντο να αντιπροβάλλωσιν άλλας των στίχων παραλλαγάς, έπειτα δε βίοι και πράξεις ηδύναντο να λησμονηθώσιν ή κακώς να παρασταθώσιν, αι οικογένειαι εφρόντιζον, να κρατώσιν αυθεντικά και αρμοδίως ελεγχόμενα υπομνήματα.

«ΛΟΓΟΣ»


Εδώ συναντώμεν την άλλην κλίσιν, την τείνουσαν εις παραγωγήν πεζογραφίας, την παλαιάν κατά το ρήμα του Γκαίτε Lust sum Fabuliren, ποθούσαν να γνωρίση τους χαρακτήρας των προσώπων και τους περί αυτών θρύλους. Ο «Λόγος» είναι νεώτερος και μικροτέρος αδελφός του Μύθου, και κατά τινας απόψεις δεν διακρίνεται απ' αυτού. Ούτως αδύνατον είναι ν' αναγνώσωμεν τα περί Σόλωνος, Κροίσου, Δημοκήδους, Πολυκράτους, Αμάσιος χωρίς να αισθανθώμεν ότι εισαγόμεθα εις τα βασίλεια της φαντασίας. Εντεύθεν βεβαίως είμεθα πλησιέστερον εις τα γεγονότα ή από του έπους· και η κρυπτομένη πράξις είναι πλέον ανθρωπίνη. Οι δε χαρακτήρες δεν είναι θεοί ή ήρωες, αλλά περιπλανώμενοι μάγοι και σοφοί και έκπτωτοι βασιλείς, ο δε πρώτος εξάγγελος δεν είναι η Μούσα, αλλά ο Ίων έμπορος. Δύναται επίσης να υποτεθή ότι υπάρχει και ολίγη αλήθεια εις τους χαρακτήρας, ή και εις άλλα. Αλλά έως εκεί δεν έχομεν δικαίωμα να προχωρήσωμεν π. χ. Ο σερ Τζων Φάλσταφ του Σαιξπήρου δεν είναι πιστή ψυχολογία του Oldcastle the Lollard, δεν υπάρχει δε λόγος να υποθέσωμεν ότι ο κωμικός βασιλεύς Άμασις ομοιάζει προς οιονδήποτε Αιγύπτιον Aahmes ή ν' αποδώσωμεν την όψιμον σύνεσιν του Κροίσου εις τον αληθινόν κατακτητήν της Ιωνίας. Είναι αλήθεια, ότι αφού άπας σχηματισθή ο χαρακτήρ, καθόλου παραμένει· αλλά τούτο συμβαίνει και περί των επικών προσώπων.

Ο θρύλος ενωρίς απέβη λογοτέχνημα. Οι περίφημοι *Μιλήσιοι και *Συβαριτικοί λόγοι βεβαίως ήσαν του έκτου π. Χ. αιώνος, πριν η Σύβαρις καταστραφή και ερειπωθή η Μίλητος. Τοιαύτα δε δείγματα, οποία διεσώθησαν υπό μεταγενεστέρων λογογράφων — η Χήρα της Εφέσου του Πετρωνίου και πολλά μέρη του Απουληίου — είναι καθαρά μυθοπλαστία, διηγήματα κατά το είδος του Βοκκακίου μετά πλαστών χαρακτήρων. Αλλά τα πάντα μηνύουσιν ότι αρχικώς απεδίδοντο εις ωρισμένα ονόματα, καθώς τα ανέκδοτα του Ηροδότου· πράγματι δε το πρώτον απόσπασμα γνωστού ελληνιστί πεζού μυθιστορήματος έχει ως ήρωα και ηρωίνην τον Νίνον και την Σεμίραμιν. (172)

ΟΡΟΙ


Αι πρώται κατά την στενωτέραν έννοιαν πεζαί ιστορίαι είναι οι «ώροι», τα χρονικά των ιωνικών πόλεων, μεθ' ούς αμέσως έπονται οι της Σικελίας. Τοιούτων ώρων ουδεμία σειρά σώζεται, εκτός εάν θεωρήσωμεν το Πάριον μάρμαρον ως επιτομήν των ώρων όλης της Ελλάδος. Αλλ' ο σπουδαστής της αρχαιότητος έχει ακόμη να εξετάση ποίαι των σωζομένων ειδήσεων πηγάζουσιν εκ των χρονικών εκάστης πόλεως. Τοπικαί τινες γενεαλογίαι — πολλαί, λόγου χάριν, των εν τοις σχολίοις του Απολλωνίου — προφανώς ήσαν ώροι. Επίσης υπό ώρου θα ανεφέρετο και ο αερόλιθος, ο πεσών εις τους Αιγός ποταμούς κατά την 78ην Ολυμπιάδα, και η λευκή εκείνη χελιδών, της οποίας την εν Σάμω εμφάνισιν μαρτυρεί στρατιά μαρτύρων (173). Συρακόσιον χρονικόν φαίνεται ότι ήτο η πηγή των ειδήσεων, όσας παρέχει ο Θουκυδίδης (ΣΤ' 1-5) περί της ιδρύσεως των ιταλικών και σικελικών πόλεων διότι χρονολογούνται από της ιδρύσεως των Συρακουσών, ήτις θεωρείται ως η μεγάλη χρονολογία του κόσμου, η μη έχουσα ανάγκην άλλου προσδιορισμού. Η καταγωγή παντός χρονικού, εννοείται, είναι σκοτεινή. Καθώς κατ' αρχάς μεν το έπος, έπειτα δε αι ιστορίαι και τα σχόλια και τα φιλοσοφικά κείμενα των σχολών της αρχαιότητος και καθώς οι κώδικες των μητροπόλεων των μέσων χρόνων, ούτω και ταρχαία χρονικά εσυνεχίζοντο, μετεβάλλοντο και επεξετείνοντο υπό αλληλοδιαδόχων εκδοτών.

Τα ονόματα των παλαιοτάτων χρονογράφων έχουσιν ήχον μυθικόν. Ούτω το μεν χρονικόν της Κορίνθου έγραψεν αυτός ο «Εύμηλος», ο Κορίνθιος Όμηρος· το δε Εφέσιον ο «Κρεώφυλος», το δε Κρητικόν ο «Επιμενίδης», το δε της Μιλήτου, το γενικώς αναγνωριζόμενον ως το παλαιότατον, ήτο το πρώτον σύγγραμμα του «Κάδμου» αφού ηύρε το αλφάβητον. Όθεν ονομάζεται ΚΑΔΜΟΣ ο Μιλήσιος, καίτοι εκ γενετής ήτο Φοίνιξ. Ομοίως και ο χρονογράφος του Άργους ονομάζεται «ΑΚΟΥΣΙΛΑΟΣ ο Αργείος», γεννηθείς, ως ο Ησίοδος, εν μικρώ χωρίω της Βοιωτίας. Το χρονικόν αυτού ελέγετο έργον του Ησιόδου, μεταφρασμένον εις πεζόν λόγον και «διωρθωμένον». Αλλά και αυτός ο Ακουσίλαος δεν ενομίζετο αρκετά μυθικός, ώστε να θεωρηθή πραγματικός αυτού συγγραφεύς· το είχε μόνον αντιγράψει από χαλκών πινάκων, ούς ο πατήρ αυτού ανέσκαψεν εκ της γης! Το δε χρονικόν των Αθηνών, όπερ κατόπιν επεξειργάσθησαν πολλοί ευδόκιμοι άνδρες, ως ο Κλείδημος, ο Ανδροτίων, ο Φιλόχορος δεν αναφέρεται πόθεν επήγαζεν. Κάποιος Μελησαγόρας [Ελευσίνιος] όστις έλεγεν ότι ποτέ δεν πετά κορώνη προς την Ακρόπολιν, φαίνεται ως αντιπρόσωπος του ιερού χρονικού της Ελευσίνος και επομένως κατά μέρος και των Αθηνών. (174)

Πολλά δε σπουδαία αποσπάσματα αναφέρονται εις τον ΦΕΡΕΚΥΔΗ· και ο μεν Σουίδας διακρίνει τρεις ομωνύμους, Σύριον, Λέριον και Αθηναίον, οι δε νεώτεροι λόγιοι παραδέχονται δύο μόνους — ένα φιλόσοφον εκ Σύρου κατά τον έβδομον αιώνα, και ένα Αθηναίον ιστορικόν γεννηθέντα εν Λέρω κατά τον πέμπτον, (175) αλλ' ίσως κριτικωτέρα μελέτη των πηγών δύναται να ελαττώση τον αριθμόν εις ένα Φερεκύδη — του οποίου το χρονικόν ήρχιζεν από της γενέσεως των θεών και περιείχε τα Ορφικά λόγια, δηλαδή άνθρωπον κατά το ήμισυ μυθικόν, «φέροντα κύδος» και παράλληλον προς τον Αργείον εκείνον Ακουσίλαον, τον «ακουστήν των λαών». (176)

Οι πρώτοι πραγματικοί χρονογράφοι κατάγονται εξ Ιωνίας και των νήσων, είναι δε άνθρωποι σοβαροί και πεπαιδευμένοι, καταγράψαντες εις βιβλία και τα υπομνήματα και την προφορικήν παράδοσιν — ΒIΩΝ ο Προκοννήσιος, ο επεξεργασθείς τον Κάδμον· ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ο Μιλήσιος, ο πρώτος ίσως συνδυάσας τας πράξεις της απολέμου Ιωνίας προς τα μεγαλουργήματα της Περσίας και γράψας *Περσικά εν Ιάδι διαλέκτω]· ΧΑΡΩΝ ο Λαμψακηνός, ο γράψας [*Λαμψακηνών ώρους και *Περσικά] έργον ως φαίνεται, παρόμοιον προς το του Ηροδότου, περιλαμβάνον την περσικήν και αιθιοπικήν ιστορίαν, ειδήσεις περί του βίου του Θεμιστοκλέους και ταξείδια πέραν των Ηρακλείων στηλών ΕΥΓΑΙΩΝ ο Σάμιος, ΞΑΝΘΟΣ ο Λυδός και πολλοί άλλοι, φέροντες προς την μεγάλην τριάδα τον Εκαταίον, τον Ηρόδοτον και τον Ελλάνικον. (177)

Αλλά εις την Μεγάλην Ελλάδα τα πράγματα ήσαν διάφορα. Εκεί αι ελληνικαί αποικίαι είχον μακράν και δραματικήν ιστορίαν, μεγάλην δε δημιουργικήν λογοτεχνίαν, αλλ' η λογοτεχνία ουδέποτε περιέλαβε την ιστορίαν· λοιπόν ιστοριογράφοι δεν υπήρχον προ του χρόνου, ότε ο γηραιός Ηρόδοτος απήλθεν εις τους Θουρίους, όπου και έκλεισε τους οφθαλμούς. Τότε Αντίοχος ο Συρακόσιος εδημοσίευσεν ιστορίαν της Δύσεως, καταβαίνουσαν τουλάχιστον μέχρι του 424 π. Χ. Ο δε προβληματώδης ΙΠΠΥΣ ο Ρηγίνος, φαίνεται γράψας περί τους αυτούς χρόνους! Οι εν τη Δύσει βεβαίως είχον χρονικά των ναών και ανέδειξαν πολλούς ιστορικούς κατά την μετά τον Θουκυδίδην γενεάν. Αλλά κατά την αρχήν της πεζογραφίας σπουδαίον είναι ότι προ της ιστορίας εκαλλιέργουν την γραμματολογίαν. ΘΕΑΓΕΝΗΣ o Ρηγίνος (520 π. Χ.) λογίζεται ως ο πρώτος Ομηριστής· περί αυτού γνωρίζομεν μόνον ότι ηρμήνευεν αλληγορικώς και ανέφερε την Γιγαντομαχίαν. Ο δε ΓΛΑΥΚΟΣ ο Ρηγίνος έγραψεν αναγραφήν «περί των αρχαίων ποιητών τε και μουσικών» (178) αναφέρων όχι μόνον ονόματα και χρόνους, αλλά και περί ύφους και μιμήσεως, διηγούμενος δε και τίνας έκαστος ποιητής «εμιμήσατο», αρχόμενος από Ορφέως [Τερπάνδρου, Αρχιλόχου, Θαλήτα]. Η τοιαύτη τάσις, η προς την καθαράν λογοτεχνίαν κλίσις, ερμηνεύει την εκεί γένεσιν του Γοργίου.

Εν τη ανατολική Ελλάδι κριτικούς του Ομήρου θα εύρωμεν μόνον τους χρονογράφους εκείνων των πόλεων, όσαι ειδικώς σχετίζονται προς αυτόν, ως ΑΝΤΙΔΩΡΟΝ τον Κυμαίον και ΔΑΜΑΣΤΗΝ τον εκ Σιγείου. Αλλ' η υψηλοτέρα λογογραφία εγεννήθη εν τη Ανατολή εκ της ζητήσεως της γνώσεως κατά την ευρυτάτην έννοιαν, ήν οι μεν Ίωνες ωνόμαζον ιστορίην, οι δε Αθηναίοι φιλοσοφίαν. Ημείς εφαρμόζοντες εις τον έκτον αιώνα τους όρους του τετάρτου, σπεύδομεν να διακρίνωμεν την ιστορίαν από της φιλοσοφίας. Αλλ' ότε ο Σόλων ο φιλόσοφος «απεδήμησε έτεα δέκα» χάριν «της θεωρίης», έπραττεν ακριβώς ό,τι και οι ιστορικοί, ο Ηρόδοτος και ο Εκαταίος. Ότε δε ο Εκαταίος έγραψε Πίνακα του κόσμου γεωγραφικόν και ανθρωπολογικόν, έπραττεν ό,τι και ο Αναξίμανδρος και ο Δημόκριτος. Ιστορία σημαίνει έρευνα, (179) φιλοσοφία δε αγάπη της γνώσεως. Και αι δύο καταλαμβάνουσι περίπου την αυτήν έκτασιν, αν και καθόλου η φιλοσοφία αποβλέπει περισσότερον εις την τελικήν αλήθειαν και ολιγώτερον εις τα ειδικά γεγονότα· το δε σπουδαιοτέρον, η φιλοσοφία γενικώς είν' έργον ωργανωμένης σχολής μετά καθωρισμένων ή συγγενών θεωριών — της Μιλησίας, της Πυθαγορικής, της Ελεατικής — ενώ ο ιστορικός είναι προ πάντων εξερευνητής και αφηγητής.

Πεζόν βιβλίον κατά τον έκτον αιώνα, οσάκις δεν ήτο βιβλίον φιλοσοφικής σχολής, ήτο αποτέλεσμα μεν της «ιστορίης» του συγγραφέως, ωνομάζετο δε «λόγος» αυτού — δηλαδή ό,τι είχε να είπη. Αλλ' ούτε το βιβλίον αυτό, ούτε το λογοτεχνικόν είδος, όπου ανήκεν, είχεν ακόμη όνομα. Η πρώτη φράσις εχρησίμευεν αντί τίτλου· η απλουστάτη δηλαδή φράσις ήτο «Αλκμέων ο Κροτωνιάτης λέγει τάδε» «Ηροδότου Αλικαρνησσέος ιστορίης απόδεξις ήδε». Εν ειδικωτέρα δε ιστορία, φέρεται «Αντίοχος Ξενοφάνους συντίθησι περί Ιταλίας» { Antiochus, Xenophanes' son, put these things together about Italy } ή άνευ του ονόματος του συγγραφέως, «Περί μεν της ιερής νούσου καλεομένης ώδ' έχει» { Touching the disease called Holy, thus it is }(Ιπποκράτης) . Τι δε ήτο ο γράφων; Βεβαίως λογογράφος ή λογοποιός, αφού έγραφε λόγον. Ηδύνατο δε να είναι γεωγράφος ή ιδεολόγος, πιθανώτερον δε φιλόσοφος και κατά τους θαυμαστάς αυτού σοφός ανήρ. Ο δε θέλων να ονομάση το ανώνυμον και αδιαίρετον εις κεφάλαια έργον έπρεπε να μεταχειρισθή μίαν περιγραφικήν φράσιν. Καθώς έλεγε κανείς π. χ. περί του μέσου του τ της Οδυσσείας «Όμηρος εν νίπτροις» {Homer in the Foot-washing }, ούτως έλεγεν «Εκαταίος Ασία» ή «Εκαταίος εν τοις περί Ασίας», «Χάρων εν τοις Περσικοίς», Αναξίμανδρος εν τοις περί των απλανών ή εν γης περιόδω { Anaximander about Fixed Stars," or "in the Description of the World. } [πρβ. τον Σουίδαν]. Οι δε μεταγενέστεροι πολλάκις εξέλαβον τας παραπομπάς εκείνας ως επιγραφάς χωριστών έργων και παρέστησαν πολλούς των αρχαίων λογογράφων ως γράψαντας δωδεκάδας συγγραμμάτων.

Το παλαιόν έπος ελήφθη ως παράδειγμα· καθώς εκείνο ήτο ή ανώνυμον ή έργον φανταστικού ή ημιθέου ποιητού, ούτω και ο «λόγος» και το χρονικόν, βεβαίως δε και αι απαρχαί των φυσικών παρατηρήσεων και της κοσμολογίας. Κατά την επομένην περίοδον το βιβλίον ήτο έργον σωματείου τινός· φυλής ποιητών, σχολής φιλοσόφων, θρησκευτικής αιρέσεως, ή επισήμου επιτροπής· δηλαδή πρώτον μεν «Όμηρος» «Αίσωπος» «Ησίοδος» «Ορφεύς» «Κάδμος», έπειτα δε «Ομηρίδαι» «Πυθαγόρειοι» «Ορφικοί» και «Ώροι Μιλησίων». Έπρεπε πρώτον ο στενός δεσμός του ελληνικού αστικού βίου να κατακοπή, πριν είς ανήρ δυνηθή να προέλθη και εκφράση τας γνώμας και τα αισθήματά του διά του ιερού μεγαλείου του βιβλίου. Και ποιηταί μεν ως ο Αρχίλοχος και άλλοι είχον ήδη πράξει τούτο. Αλλά της πεζογραφίας την οδόν ήνοιξε βιβλίον, του οποίου αι πρώται λέξεις θ' αντήχησαν ως σάλπισμα εις τα ώτα των ανθρώπων· «Εκαταίος Μιλήσιος ώδε μυθείται· τάδε γράφω ως μοι αλήθεια δοκέει είναι· οι γαρ Ελλήνων λόγοι πολλοί τε και γελοίοι, ως εμοί φαίνονται, εισίν.» { Hecatoeus of Miletus thus speaks. I write as I deem true, for the traditions of the Greeks seem to me manifold and laughable. }

ΙΣΤΟΡΙΗ. — ΕΚΑΤΑΙΟΣ.


Ο ΕΚΑΤΑΙΟΣ ήτο ευπατρίδης γενεαλογών εαυτόν ως απόγονον θεού εν δεκάτη έκτη γενεά, (Ηροδότου Β' 143) μέχρις ού οι ιερείς των αιγυπτιακών Θηβών διέψευσαν αυτόν· εξερευνητής δε σπάνιος, καθώς ο σύγχρονος αυτού Σκύλαξ, ο καταπλεύσας τον Ινδόν μέχρι της Ερυθράς θαλάσσης, καθώς επί του β' Πτολεμαίου Εύδοξος ο Κυζικηνός και μέχρι τινός καθώς ο Κολώμπος, δηλαδή άνθρωποι, των οποίων η μεγάλη τόλμη ήτο όργανον μεγαλυτέρου νου. Περιήλθεν όλας τας ακτάς της Μεσογείου, το περσικόν κράτος, την Αίγυπτον, ίσως τον Πόντον, την Λιβύην και την Ιβηρίαν, αδιακόπως «ιστορέων», ήτοι ζητών γνώσιν. Ημείς γινώσκομεν αυτόν προ πάντων εκ των επικρίσεων και των ανεκδότων του Ηροδότου, όστις διχογνωμεί προς αυτόν περί των πηγών του Νείλου (Β' 21) και της υπάρξεως του ποταμού Ωκεανού (Β' 23) αναφέρει δε μετά δισταγμού όσα έγραφεν ο Εκαταίος περί της εξώσεως των Πελασγών εκ της Αττικής (Στ' 137), αλλά καθόλου τον παριστά σχεδόν ως μέγαν.

Κατά την προπαρασκευήν της ιωνικής επαναστάσεως η Μίλητος εζήτησε την συμβουλήν του σοφού της, αλλά δεν την ηκολούθησεν. Εκείνος τους απέτρεπε, «καταλέγων τα τε έθνεα πάντα των ήρχε Δαρείος και την δύναμιν αυτού» { telling them all the nations that Darius ruled and the power of him. }(Ηροδότου Ε' 36). Αλλ' ο σοφός ήτο ψυχρός και ελάλησεν εις μάτην! Έπειτα τους προέτρεψεν, εάν επέμενον να επαναστατήσωσι, να καταλάβωσιν αμέσως τους θησαυρούς του εν Βραγχίδαις Απόλλωνος — ειδεμή θα τους εσύλων οι Πέρσαι — και να ναυπηγήσωσι στόλον, δεσπόζοντα του Αιγαίου. Αλλ' ο σοφός υβρίσθη ως ασεβής! Ο Αρισταγόρας και ο λαός επροτίμησαν τον ιδικόν των δρόμον, ετράπησαν παντού, και βεβαίως είδον τον θησαυρόν πεσόντα εις τας χείρας των βαρβάρων. Και άλλην συμβουλήν έδωκεν ο Εκαταίος ότε τα πράγματα ήσαν απεγνωσμένα, παρακαλών τον Αρισταγόραν να μη φύγη διά παντός, αλλά να οχυρώση την νήσον Λέρον, και κρατών της θαλάσσης, να επιχειρήση την ανάκτησιν της Μιλήτου. Δηλαδή πάντα, όσα κατόπιν αναλογιζομένη την πικράν της συμφοράν, επόθει να είχε πράξει η Ιωνία, κατήντησαν επαναλεγόμενα συμβουλαί του μεγάλου της Εκαταίου. Εκείνος τέλος είχε μεσολαβήσει προς τον Αρταφέρνη — την φοράν ταύτην επιτυχώς — όπως φεισθή των ηττημένων.

Ο Εκαταίος δεν ήτο λογοτέχνης όπως ο Ηρόδοτος· ήτο στοχαστής και εργάτης. Κατά τον Ερμογένη [τον Ταρσέα] όστις ηγάπα τον αρχαϊσμόν, «καθαρός μεν έστι και σαφής, εν δε τισι και ηδύς ου μετρίως» { pure and clear, and in some ways singularly pleasant } και όμως «ταις ηδοναίς ελαττούται πολλώ του Ηροδότου· αλλά πάνυ πολλώ, καίτοι γε μύθους τα πάντα σχεδόν και τοιαύτην τινά ιστορίαν συγγραψάμενος». { much less charm than Herodotus — ever so much, though it was mostly myths and the like } (180) Αλλ' εις την τελευταίαν ταύτην φράσιν δεν πρέπει να δώσωμεν μεγάλην προσοχήν. Ο Εκαταίος ιστορίαν εθεώρει την περίοδον, ήν ημείς σήμερον παραλείπομεν ως μυθικήν, ενώ δε απέρριπτε τας ελληνικάς παραδόσεις, συχνά επίστευεν εις τας αιγυπτιακάς· ενθυμούμενοι δε τας πρώτας του βιβλίου του λέξεις, δεν δυνάμεθα να του προσάψωμεν «ευπιστίαν» ή να θεωρήσωμεν αυτόν υπεύθυνον διά τον μύθον ότι η σκύλα του Οινέως εγέννησε στέλεχος και εξ αυτού «έφυ άμπελος πολυστάφυλος» (απόσπ. 341), διότι είναι πιθανόν ν' ανέφερε τούτο μόνον ως γελοίον. Επί πολλούς αιώνας ως γεωγράφος εθεωρείτο αυθεντία· καίτοι δε φαίνεται ότι δεν υπήρξε σταθερώς άθρησκος, παραμένει μεγάλη μορφή της ιστορίας της λογοτεχνίας και της προόδου του ανθρωπίνου νου. Ο Εκαταίος αντιπροσωπεύει το πνεύμα του καιρού του ως σύνολον, ήτοι την έρευναν, την σκέψιν, την προς την λογοτεχνίαν κλίσιν. Και ταύτης μεν έξοχος τύπος είναι ο Ηρόδοτος, ως αντιπροσώπους δε των άλλων εκλέγομεν δύο των μη σωθέντων συγγραφέων, τον Ηρόδωρον και τον Eλλάνικον. (181)

ΗΡΟΔΩΡΟΣ.


ΗΡΟΔΩΡΟΣ ο Ηρακλεώτης, (εξ Ηρακλείας του Πόντου) πατήρ του σοφιστού Βρύσωνος, του οποίου οι διάλογοι λέγεται ότι ήσαν το υπόδειγμα του Πλάτωνος, είναι ο τύπος των πρώτων αθρήσκων. Το έργον του ήτο κριτική ιστορία των αρχαίων υπομνημάτων, διαλαμβάνον κατ' αρχάς περί της πατρίδος του και του ιδρυτού αυτής Ηρακλέους, [*Λόγος καθ' Ηρακλέα], αλλ' εγγίζον π. χ. και τους Αργοναύτας και τους Πελοπίδας. Η δε μέθοδος αυτού σήμερον μεν έχασε την χάριν και την πρωτοτυπίαν, αλλά τότε ήθελε βαθυτάτην σκέψιν και παρείχε πραγματικάς υπηρεσίας προς τον κόσμον. Κατά τον Ηρόδωρον (απόσπ. 23) ο δεσμώτης Προμηθεύς, όν εξέσχιζεν ο αετός και ηλευθέρωσεν ο Ηρακλής, αληθώς ήτο βασιλεύς των Σκυθών πλησίον του πoταμού Αετού, όστις επιφέρει καταστρεπτικάς πλυμμύρας· οι δε υπήκοοι νομίζοντες, όπως και ο Ησίοδος, ότι αι πλημμύραι ήσαν τιμωρίαι διά τας αμαρτίας των ηγεμόνων, έδεσαν, δηλαδή εφυλάκισαν τον Προμηθέα, μέχρις ού ο Ηρακλής, όστις αναφέρεται ότι ανέλαβε παρά του Άτλαντος τους στύλους του ουρανού και της γης, δηλαδή τας αρχάς της αστρονομίας, (απόσπ. 24) και της μηχανικής, απέστρεψε το ρεύμα προς την θάλασσαν! Τα δε περί των τειχών της Τροίας λεγόμενα, ότι έκτισαν αυτά ο Απόλλων και ο Ποσειδών, εσήμαινον απλούστατα ότι ο Λαομέδων εσύλησε χρήματα εκ του ιερού αυτών διά την κατασκευήν των (απόσπ. 18). Ο Ηρόδωρος εσυνήθιζεν, ως φαίνεται, να διηγήται τον κοινόν μύθον, πριν τον επικρίνη, διότι ευρίσκομεν αποσπάσματα και τούτου, όπως του Εκαταίου, αναφερόμενα ως πηγάς μωροτάτων μύθων, ούς βεβαίως έπειτα θα επεξήγει. Αλλά δεν εστερείτο πάλιν όλως διόλου φαντασίας· έφθασε να πιστοποιήση την φερομένην παράδοσιν ότι ο λέων της Νεμέας είχε πέσει εκ της σελήνης. Και τούτο διότι επίστευεν ότι η σελήνη δεν ήτο μικρόν φως, αλλά «ετέρα μετέωρος γη» και ότι οι αερόλιθοι και τα όμοια πιθανώς έπιπτον εκείθεν· ότι μερικά έντομα και το περιεργότερον, οι γύπες, των οποίων τας φωλεάς, όσον και αν εζήτησεν, ουδέποτε είχεν ιδεί επί της γης ταύτης, πιθανώτατα προήρχοντο εκείθεν [απόσπ. 10]· εκείθεν είχε καταβή και ο λέων της Νεμέας [απόσπ. 9] διότι, φαίνεται, εσκέπτετο, ότι δεν ήτο δυνατόν να εγεννήθη εν Νεμέα και δεν ηδύνατο να προχωρήση έως εκεί καταβαίνων εκ του Αίμου· και ότι η περιγραφή αυτού δεν ωμοίαζε προς κανένα γνωστόν λέοντα. Αλλά τούτο δεν είναι «απλοϊκή ευπιστία»· είναι πλάνη συλλογισμού, συγγνωστή, καθόσον ενόμιζεν και σχετικώς μικράν την από της σελήνης απόστασιν ημών. Ο Ηρόδωρος εκοπίασε πολύ να συστηματοποιήση και την χρονολογίαν — να εκτελέση δηλαδή τον γιγάντειον εκείνον άθλον, όν ουδείς Έλλην Ηρακλής συνετέλεσεν. Αι δε γεωγραφικαί αυτού μελέται ήσαν ευρύταται και ακριβείς, (182) εχρησιμοποίει δε τα πάντα εις κριτικήν της παλαιοτάτης ιστορίας. Πόσον τούτο είναι διάφορον, αλλ' όχι κατώτερον κατ' είδος, του πνεύματος του Ηροδότου και του Θουκυδίδου! (183)

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ «ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ». — ΕΛΛΑΝΙΚΟΣ.


ΕΛΛΑΝΙΚΟΣ (184) ο Λέσβιος χρονολογικώς καθορίζεται διά τούτου ότι το έργον αυτού «Ατθίς» μνημονεύεται μεν υπό του Θουκυδίδου (Α' 97), εμνημόνευε δε (185) την εν Αργινούσαις ναυμαχίαν — εδημοσιεύθη δηλαδή μικρόν μετά τα 406 π. Χ. Ο Ελλάνικος είναι νεώτερος μεν του Ηροδότου, πρεσβύτερος δε του Θουκυδίδου. Η χρονολογία είναι σπουδαία διά τούτο, ότι η γενική μέθοδος του έργου του Ελλανίκου, οιαδήποτε και αν ήτο κατά τας λεπτομερείας, δεν ήτο η του Εκαταίου και του Ηροδώρου, ουδέ η των σωθέντων ιστορικών, αλλά μόνον μέθοδος στοιχειωδεστέρου τινός Αριστοτέλους. Ο Ελλάνικος εστράφη κατ' ευθείαν προς τα τοπικά υπομνήματα, είτ' επιγραφικά, είτε προφορικά, εσώρευσε δε σωρόν καθωρισμένων και επισήμων μαρτυριών περί γεγονότων και υπέταξεν αυτά εις καθολικόν χρονολογικόν σύστημα· τοιουτοτρόπως κατώρθωσεν ώστε εκάστη τοπική ιστορία να ρίπτη φως επί τας άλλας, κατέγραφε δε τας παρατηρήσεις του κατά τρόπον όλως πρακτικόν. Αλλά δυστυχώς το υλικόν ήτο ανάξιον της μεθόδου του. Τα μεν γεγονότα, όσα συνέλεξε, δεν ήσαν γεγονότα, η δε τάξις, ήν κατέστρωσε, ήτο χειροτέρα του προηγουμένου γνησίου χάους.

Ο Ελλάνικος ήρχισεν, όπως και πολλοί άλλοι, γράφων *Περσικά· ταποσπάσματα τούτων φαίνονται παλαιοτέρα του Ηροδότου και είναι μεστά ελληνικών θρύλων. Διότι το ήμισυ της δραστηριότητός του εδαπάνησεν εις την μελέτην των μεγάλων μύθων, ούς ενόμιζε πολυτίμους, ως περιέχοντας απωτάτην ιστορίαν, κινδυνεύουσαν να χαθή. Έγραψε δε * Αιολικά και *Τρωικά· την εκλογήν δε ταύτην ερμηνεύει η αιολική του καταγωγή και η προς την Τροίαν γειτονία. Αι δε αιολικαί παραδόσεις αναποφεύκτως έστρεψαν αυτόν προς την Θεσσαλίαν, ούτω δ' έγραψε τα *Δευκαλιώνεια ήτοι περί των απογόνων του Δευκαλίωνος. Δεύτερον εν Ελλάδι πλούσιον μύθων μεταλλείον ήτο το Άργος· αι παραδόσεις αυτού ήσαν σχεδόν ανεξάρτητοι από της Θεσσαλίας· ο Ελλάνικος λοιπόν εστράφη προς το Άργος και όχι μόνον έγραψεν ιστορίαν αυτού, αλλά και εδημοσίευσε κατά τας απαιτήσεις της αναπτυσσομένης μεθόδου του κατάλογον των διαδοχικών ιερειών του εν Άργει ναού της Ήρας, ως βάσιν ομοιομόρφου συστήματος χρονολογίας δι' όλην την ιστορίαν. Ίσως δ' εκ του Ελλανίκου παρέλαβεν αυτόν ο Θουκυδίδης (Β' 2, Δ' 33) αν και ήτο και προτού εύχρηστος εν Πελοποννήσω· εν τω μεταξύ, φαίνεται, ο σοφιστής Ιππίας είχεν εκδώσει τους ρηξικελεύθους καταλόγους των Ολυμπιάδων μετά της σειράς των νικητών. Ο δ' Ελλάνικος ηκολούθησεν αυτόν δημοσιεύσας *Καρνεονίκας, ήτοι κατάλογον των νικητών των αγώνων του εν Σπάρτη Καρνείου Απόλλωνος.

Ο Ελλάνικος λοιπόν είχε γράψει πολλά χωριστά βιβλία, παρέχων αντιθέτως προς τον Ηρόδοτον ακατάσκευον το ποικίλον του υλικόν και δεν εδοκίμασε να το χωνεύση ολόκληρον εις ένα προσωπικόν «λόγον» ιδικόν του. Φαίνεται δε ότι και ωνόμασε τα βιβλία του· το όνομα *Φορωνίς, όπερ έφερεν η ιστορία του Άργους κατά τον αρχαίον βασιλέα Φορωνέα, ήτο επιγραφή απλή και σαφής· τα δε *Δευκαλιώνεια ήτο κάτι μεταξύ περιγραφής και αρχείου. Κατόπιν ήλθεν εις τας Αθήνας και έγραψε την περίφημον *Ατθίδα ή Αττικήν συγγραφήν. Οι Αθηναίοι της προηγουμένης γενεάς είχον εργασθή τόσον εις παραγωγήν της ιστορίας, ώστε δεν ηύραν καιρόν και να γράψωσιν αυτήν· λοιπόν αντί αυτών την έγραψεν ο αλλοδαπός σοφός. Αλλά το λυπηρόν είναι ότι διεφέρετο περισσότερον περί του παρελθόντος ή του παρόντος. Ήρχιζεν από του Ωγύγου, ο οποίος εβασίλευε 1020 έτη προ της πρώτης Ολυμπιάδος, και έτρεχεν ανοικτιρμόνως διά μέσου όλων των γενεών των κενών ονομάτων, των απαιτουμένων προς πλήρωσιν του χιλιετούς χάσματος. Έχων ως αφετηρίαν τον Αργείον κατάλογον, όστις ήτο πληρέστατος, ηναγκάζετο να επεκτείνη τον ισχνόν Αττικόν, φανταζόμενος διπλούς ομωνύμους βασιλείς. Ότε δε κατέβαινεν εις τους χρόνους, περί ών κυρίως ποθούμεν ημείς να μάθωμεν — εις τα 50 έτη τα κατόπιν των μηδικών, — η μέθοδος, ήν μετά κόπου είχε καταρτίσει προς εξιστόρησιν των μύθων, εγκατέλειπεν όλως αυτόν εις την περιγραφήν των γεγονότων «βραχέως τε και τοις χρόνοις ουκ ακριβώς επεμνήσθη» λέγει περί αυτού ο Θουκυδίδης. Και όμως αι χρονολογίαι ήσαν όλη η δόξα του ανδρός. Ο Ελλάνικος υπελόγιζε κατά γενεάς, τρεις εις έκαστον αιώνα, έπειτα δε κατ' άρχοντας, αφότου κατεστάθησαν. Ο δε Θουκυδίδης πιθανώτατα εννοεί ότι το σύστημα της χονδρικής καταστρώσεως των γεγονότων απέναντι του ονόματος του άρχοντος δεν ήτο τόσον ακριβές, όσον η ιδική του διαίρεσις εις θέρη και χειμώνας. Ο Ελλάνικος είχε πολλούς αναγνώστας και επέδρασε πολύ, αλλά δεν ηύρεν ευμενείς κριτάς. Ο μεν Έφορος έλεγεν αυτόν «εν τοις πλείστοις ψευδόμενον», ο δε Στράβων [Θ' 6,3 σ. 508] ότι «ράον αν τις Ησιόδω και Ομήρω πιστεύσειεν ηρωολογούσι και τοις τραγικοίς ποιηταίς ή . . . Ελλανίκω και τοις τοιούτοις» { would sooner believe Homer, Hesiod, and the tragedians }. Τούτο, φαίνεται, σημαίνει μόνον ότι η γενική παράδοσις, ήν αντεπροσώπευον οι ποιηταί, ήτο ασφαλεστέρα των τοπικών, άς παρέλαβεν ο Ελλάνικος. Διότι ήτο μεν ικανός, συστηματικός και ευσυνείδητος ιστορικός, αλλά πιθανώς η ιστορία θα ήτο ησυχωτέρα, εάν μηδέποτε υπήρχεν. (186)

ΣΤ'

ΗΡΟΔΟΤΟΣ


ΗΡΟΔΟΤΟΣ, ο «πατήρ της ιστορίας», ήτο άνθρωπος εξόριστος και εξ επαγγέλματος αφηγητής· όχι βεβαίως ως Ιταλός improvisatore, αλλά πεζογράφος αντίστοιχος προς αοιδόν, διηγούμενος πράξεις αληθινών ανθρώπων, και περιγράφων ξένους τόπους. Η εργασία του λοιπόν, καθώς ο Θουκυδίδης αυστηρώς λέγει, ήτο «αγώνισμα ες το παραχρήμα», δηλαδή απέβλεπε μάλλον εις προσωρινήν επιτυχίαν παρά μόνιμον εύρεσιν της αληθείας. Ο πρώτος του σκοπός ήτο να εξάπτη την περιέργειαν των ακροατών, φαίνεται δε ότι ο Ηρόδοτος είχε την χάριν ταύτην οποτεδήποτε ήνοιγε τα χείλη· αλλ' είναι φανερόν και ότι υψώθη υπεράνω του επαγγέλματός του, ότι επροχώρησεν από σειράς δημοσίων αναγνωσμάτων εις μεγάλην ιστορίαν και πιθανώς εις κάτι περισσότερον. Διότι το έργον του δεν είναι μόνον διήγησις ενός συγκινητικού πολέμου, πολιτικώς σπουδαίου και πνευματικώς μεγίστου· αλλ' είναι ίσως υπέρ παν άλλο γνωστόν βιβλίον και η έκφρασις ενός όλου ανθρώπου, η παράστασις όλου του κόσμου, βλεπομένου διά μέσου ενός νου και από μιας ιδιαιτέρας απόψεως. Τότε ο κόσμος ήτο εξαιρέτως διαφέρων, αλλά και ο νους εκείνος αν και λίαν ατομικός, ήτο εκ των περιεκτικωτάτων, όσους εγνώρισεν η ανθρωπότης.

Η όλη του μέθοδος είναι λίαν υποκειμενική. Ο Ηρόδοτος συμπαθεί τόσον, ώστε δεν δύναται διαρκώς να επικρίνη ή να μένη ψυχρός προς τας πέριξ αυτού βαθείας προλήψεις του λαού· λοιπόν ευθύς εξ αρχής συμμερίζεται την κοινήν πίστιν και διαβλέπει την ενέργειαν ηθικού θεού επί πάντων των ιστορικών συμβάντων. Είναι ζωηρός, ευαίσθητος, αγαπά τους ανθρώπους, συγκρατεί τας λεπτομερείας, όσαι ζωογονούσι την αφήγησίν του, λησμονεί δε αυτάς, οσάκις είναι μόνον αριθμοί και γεγονότα· αμέσως αισθάνεται το περιβάλλον της κοινωνίας όπου εμβαίνει, και διαρκώς επηρεάζεται υπό της γοητείας μεγάλων ανθρωπίνων ενεργειών, π. χ. της αυστηράς και απροσώπου αιγυπτιακής ιεραρχίας ή του λαμπρού κύκλου των μεγάλων ανδρών των Αθηνών· αλλ' όμως είναι πάντοτε έξυπνος, χαριτολόγος, αβρός εις τας κρίσεις, βαθυτάτα πεπεισμένος περί της ασθενείας της ανθρωπίνης φύσεως, των σφαλμάτων του ηρωισμού της και της οφειλομένης συγγνώμης διά την ατέλειαν αυτής. Το βιβλίον του Ηροδότου φέρει παντού την σφραγίδα του χαρακτήρος τούτου και τούτων των αρχών.

Ο Ηρόδοτος εγεννήθη εν Αλικαρνασσώ, απέναντι της Ρόδου. Η πόλις αύτη ήτο μεικτή, διότι δωρικόν στρώμα κατέβαλε το εγχώριον καρικόν, έπειτα δε και αυτό υπέκυψεν εις τον υψηλότερον πολιτισμόν των Ιώνων γειτόνων, πάντες δε ήσαν υπήκοοι της Περσίας· ήτο λοιπόν καλόν τροφείον ιστορικού, όστις έμελλε να διακριθή διά την έλλειψιν πάσης φυλετικής προκαταλήψεως. Εγεννήθη δε περί τα 484 π. Χ. μεταξύ των απηχήσεων της μεγάλης πάλης. Η Αρτεμισία, η βασίλισσα της Αλικαρνασσού, επολέμησεν υπέρ του Ξέρξου εν Σαλαμίνι, ο δε εγγονός αυτής Λύγδαμις κατείχεν ακόμη τον θρόνον ως τύραννος υπό τον Αρταξέρξην μετά τα 460. Ο Ηρόδοτος κατέτριψε τα πρώτα νεανικά του έτη πολεμών υπό την ηγεσίαν συγγενούς του, όστις ήτο ο ποιητής και μάντις Πανύασις, όπως ελευθερώση την πατρίδα του από του τυράννου και του περσικού ζυγού· αλλ' εν τη ιστορία του δεν αναφέρει τους αγώνας εκείνους, οι οποίοι βεβαίως αφήκαν ίχνη εις τον χαρακτήρα του. Και ο μεν Πανύασις εζωγρήθη και εθανατώθη, ο δε Ηρόδοτος έφυγεν εις την Σάμον. Τέλος — άγνωστον πώς, — ο Λύγδαμις έπεσε και ο Ηρόδοτος επανήλθεν· αλλά η άρχουσα μερίς δεν ήτο φιλική προς αυτόν — ίσως εκείνοι ήσαν θιασώται της αυτονομίας, αυτός δε της μετά των Αθηναίων συμμαχίας — και τοιουτοτρόπως ο Ηρόδοτος ήρχισε τας περιηγήσεις του. Εν Αθήναις ηύρε δευτέραν πατρίδα, και είχε φίλον τον Σοφοκλή, και ίσως τον Περικλή και τον Λάμπωνα. Τέλος έγινε πολίτης των Θουρίων, της υποδειγματικής αποικίας, ήν οι Αθηναίοι έκτισαν επί της κάτω Ιταλίας κατά τα 443 παρά την Σύβαριν, ήτις κατεστράφη δύο φοράς. Αλλά περί των τελευταίων αυτού χρόνων και των περιηγήσεων ολίγα βάσιμα γινώσκομεν. Ο Ηροδότος εταξείδευσεν εις την Αίγυπτον μέχρι της Ελεφαντίνης πόλεως, ότε η χώρα υπέκειτο εις την Περσίαν και, εννοείται, ότε η Περσία ήγεν ειρήνην προς τας Αθήνας, δηλαδή μετά τα 447. Τότε είχεν ήδη συμπληρώσει την μεγάλην ασιατικήν του περιήγησιν (Β' 150) και διέλθει την Βαβυλωνίαν μέχρι των περιχώρων των Σούσων και των Εκβατάνων. Εταξείδευσε δε και εις τον Εύξεινον πόντον, εις τας εκβολάς του Ίστρου, εις την Χερσόνησον και την γην των Κόλχων· επειδή δε κατά τα 444 ο Περικλής έπλευσεν εις τον Εύξεινον μετά μεγάλου στόλου, είναι πιθανόν ότι προηγουμένως ο Ηρόδοτος είχε σταλή προς εξερεύνησιν των χωρών εκείνων. Πλην τούτων, έπλευσεν εις την Τύρον και φαίνεται ότι κατέβη όλην την ακτήν της Συρίας μέχρι της Αιγύπτου. Απήλθε δε και εις την Κυρήνην και είδε μέρος της Λιβύης. Εγνώρισε τας ακτάς της Θράκης και διήλθε την Ελλάδα κατά πάσαν διεύθυνσιν, ιδών την Δωδώνην, την Ακαρνανίαν, τους Δελφούς και τας Θήβας και εν Πελοποννήσω την Τεγέαν, την Σπάρτην και την Ολυμπίαν.

Αλλά ποίος ήτο άρα γε ο σκοπός όλων των ταξειδίων τούτων; και πώς κατώρθωνεν άνθρωπος εξωρισμένος εκ της πατρίδος και επομένως μη δυνάμενος να έχη το εισόδημα της περιουσίας του, να δαπανά τόσα; Τούτο είναι περίεργότατον ερώτημα και η ορθή απάντησις αυτού θα μας εδίδασκε πολλά, σήμερον άγνωστα, περί του ελληνικού βίου κατά τον πέμπτον π. Χ. αιώνα. Ο Ηρόδοτος ίσως εταξείδευεν ως έμπορος· αλλ' όμως περί εμπόρων λαλεί παροδικώς και όχι μόνον αναφέρει, συμφώνως προς τον σκοπόν του βιβλίου του, αλλά πράγματι φαίνεται ότι επεσκέφθη κέντρα μαθήσεως μάλλον ή εμπορίου. Διότι εν Β' 44 λέγει ρητώς ότι έπλευσεν εις την Τύρον θέλων περί των χρόνων του Ηρακλέους «σαφές τι ειδέναι». Αληθώς λοιπόν φαίνεται ότι ο Ηρόδοτος ήτο εξ επαγγέλματος λογοποιός, δηλαδή έγραφε και ανεγίνωσκε λόγους, ακριβώς όπως ο Κύναιθος και ίσως ο Πανύασις έγραφον και ανεγίνωσκον έπη. Η ανεκδοτική παράδοσις, η αναφέρουσα δημόσια αυτού αναγνώσματα εν Αθήναις, Θήβαις, Κορίνθω και Ολυμπία, είχε βεβαίως αληθινήν βάσιν. Ο Ηρόδοτος δηλαδή εταξείδευεν, όπως οι αοιδοί και οι σοφισταί· όπως οι Ομηρίδαι, ο Πίνδαρος, ο Ελλάνικος, ο Γοργίας. Και εν μεν τω ελληνικώ ήτο βέβαιος ότι θα εύρισκε γενναιοδώρους ακροατάς· μεταξύ δε των βαρβάρων συνέλεγε τουλάχιστον νέους λόγους. Διαφωτιστική πιθανώς είναι και η μαρτυρία του Αριστοτελικού Διύλλου (κατά τα τέλη του δ' π. Χ. αιώνος) ότι ο Ηρόδοτος «δέκα τάλαντα δωρεάν έλαβεν εξ Αθηνών, Ανύτου το ψήφισμα γράψαντος» (187). Αύτη δεν ήτο πληρωμή διά σειράν αναγνωσμάτων, αλλ' αμοιβή σπουδαίας δημοσίας υπηρεσίας. Είναι δε προτιμοτέρον να εξηγήσωμεν την υπηρεσίαν εκείνην ως συλλογήν συστηματικών ειδήσεων περί χωρών πολιτικώς σπουδαιοτάτων διά τας Αθήνας, — Περσίας, Αιγύπτου, Θράκης και Σκυθίας, ίνα παραλίπωμεν το Άργος — ή ως ιστορικήν υπεράσπισιν των Αθηνών κατά τας αρχάς του Πελοποννησιακού πολέμου, ότι έσωσαν την Ελλάδα. Και αυτό το δημοσιευθέν βιβλίον, όπως έχομεν αυτό, γέμει πληροφοριών, ανεκτιμήτων δι' Αθηναίον πολιτικόν των Περικλείων χρόνων· είναι δε πιθανώτατον ότι ο Ηρόδοτος είχε και σωρούς άλλων πληροφοριών, τας οποίας ηδύνατο ν' ανακοινώση μεν εις το αθηναϊκόν «υπουργείον των εξωτερικών», αλλά να μη δημοσιεύση προς χρήσιν όλης της Ελλάδος.

Αι ιστορίαι του Ηροδότου συνήθως είναι διηρημέναι εις εννέα βιβλία, φέροντα τα ονόματα των Μουσών. Αλλ' η διαίρεσις αύτη, εννοείται, είναι πολύ μεταγενεστέρα. Ο Ηρόδοτος δεν είχεν είδησιν περί των Μουσών του, αλλ' απλώς επέγραψε το βιβλίον του «Ηροδότου Θουριέως ιστορίης απόδεξις ήδε». Αι ημέτεραι εκδόσεις λέγουσιν «Ηροδότου Αλικαρνασσέως», αλλ' εκείνος φαίνεται κατά πάσαν αναλογίαν ότι έγραψε «Θουρίου», Θουρίου δε ανέγνωσε και ο Αριστοτέλης. Αλλ' οι Αθηναίοι ή οι Ίωνες βιβλιοπώλαι, οι πραγματευόμενοι προς κοινόν, γνωρίζον τον Ηροδότον ως Αλικαρνασσέα, φυσικά διώρθωσαν τους κυλίνδρους των συμφώνως προς αυτό. Είναι δηλαδή η αυτή περίπτωσις της επιγραφής της Αναβάσεως, ήτις εδημοσιεύθη ψευδωνύμως, ως βιβλίον Θεμιστογένους του Συρακοσίου· αλλ' επειδή ήτο γνωστόν ως έργον του Ξενοφώντος, η βιβλιεμπορία επροτίμησε να επιγράψη το γνωστοτέρον όνομα.

Τα τρία τελευταία βιβλία του Ηροδότου διηγούνται την ειςβολήν του Ξέρξου και την απόκρουσιν αυτού, τα δ' έξ πρώτα αποτελούσιν είδος εισαγωγής εις αυτά, αφήγησιν περί της βαθμιαίας υπαγωγής των δυνάμεων όλου του κόσμου υπό την Περσίαν, του δυνατού λακτίσματος της Ιωνίας κατά του ακαταμαχήτου κράτους και την έκρηξιν της εναντίον της Ελλάδος καταιγίδος. Το νήμα του συνόλου είναι κατ' αρχάς χαλαρόν και δυσδιάκριτον· μόνον εφ' όσον προχωρούμεν αρχίζομεν να αισθανώμεθα την αυξανομένην έντασιν του θέματος, δηλαδή την συγκέντρωσιν όλων των δυνάμεων και των εθνών, όσα βαθμηδόν εγνωρίσαμεν, εις την μίαν μεγάλην πάλην.

Ο Ηρόδοτος αρχόμενος από της μυθικής και παλαιοτάτης έχθρας μεταξύ Ευρώπης και Ασίας αναλαμβάνει την αφήγησιν αφ' ής ο Κροίσος της Λυδίας υπεδούλωσε, πρώτος Ασιανός, Ελληνίδας πόλεις. Οι λυδικοί λόγοι πλούσιοι και φαντασιώδεις, περιέχοντες πολλήν δελφικήν παράδοσιν, άγουσιν εις την κατάκτησιν της Λυδίας υπό του Κύρου και την ανύψωσιν της Περσίας εις την κυριαρχίαν της Ασίας. Η προηγουμένη ιστορία και υποταγή της Μηδίας και της Βαβυλώνος έρχονται ως επεξηγήσεις του μεγαλείου της Περσίας και η διήγησις προχωρεί εις την κατάκτησιν της Αιγύπτου υπό του Καμβύσου. Το Β' βιβλίον είναι όλον «Αιγύπτιοι λόγοι». Το δε Γ' επανέρχεται εις την αφήγησιν, ήτοι την αγρίαν υπό του Καμβύσου κυβέρνησιν της Αιγύπτου, τον ψευδοσμέρδιν, την συνωμοσίαν και ενθρόνισιν του Δαρείου και την υπ' αυτού κοπιώδη οργάνωσιν του κράτους. Εν τω Δ' βιβλίω ο Δαρείος, ορεγόμενος και άλλων χωρών, εκστρατεύει κατά των Σκυθών και ούτω κατά πρώτον η Περσία εκτείνει την χείρα επί την Ευρώπην προς βορράν, — εδώ δε παρεμβάλλονται οι «σκυθικοί λόγοι»· αλλ' εν τω μεταξύ η βασίλισσα της Κυρήνης εκάλεσεν εκ του νότου τον περσικόν στρατόν κατά της Βάρκης και η τρομερά δύναμις προχωρεί και εις την Λιβύην — εδώ λοιπόν είναι η θέσις των «λιβυκών λόγων». Εν τω Ε' βιβλίω, ενώ απόσπασμα του σκυθικού στρατού, αγόμενον υπό του Μεγαβάζου, καταλείπεται όπισθεν, όπως υποτάξη την Θράκην — εδώ έρχονται οι «θρακικοί λόγοι» — ο Αρισταγόρας ο τύραννος της Μιλήτου, παρορμώμενος υπό του πενθερού του, του πρώην τυράννου Ιστιαίου, βαρυνόμενος υπό χρεών και φοβούμενος ταποτελέσματα στρατιωτικών αποτυχιών, βυθίζει όλην την Ιωνίαν εις απεγνωσμένην εξέγερσιν εναντίον των Περσών, ζητεί βοήθειαν παρά του ισχυροτάτου κράτους της Ελλάδος και παρά της μητροπόλεως της Ιωνίας και η μεν Σπάρτη αρνείται, αι δε Αθήναι δέχονται. Η Ερέτρια, η παλαιά σύμμαχος της Μιλήτου, συμμαχεί μετά των Αθηνών, κατά δε την πρώτην ορμήν οι σύμμαχοι ειςχωρούσιν εις τας περσικάς κτήσεις και καίουσι τας Σάρδεις· αλλ' αμέσως τρέπονται εις αναπόφευκτον υποχώρησιν, καθιστώσι δ' αναγκαίαν διά την περσικήν τιμήν την καταστροφήν των Ελλήνων, Το Στ' βιβλίον διηγείται την αδιάκοπον ήτταν της Ιωνίας, το τέλος του Αρισταγόρου και την περιπετειώδη και φοβεράν φυγήν ολοκλήρων κοινοτήτων από της περσικής εκδικήσεως. Ήδη ο βασιλεύς εγείρει την χείρα κατά της Ελλάδος· βορείως μεν ο Μαρδόνιος προχωρεί διαρκώς επιτυγχάνων, υποτάσσων την Θράκην και τας νήσους και δεχόμενος την υποταγήν της Μακεδονίας· νοτίως δε ο Δάτις έρχεται διά θαλάσσης κατ' ευθείαν εναντίον της Ερετρίας και των Αθηνών. Συγχρόνως πέμπονται κήρυκες ανά τας Ελληνίδας πόλεις, ζητούντες «γην και ύδωρ», τα σημεία της υποταγής εις το θέλημα του μεγάλου βασιλέως.

Εντός πάντων των βιβλίων τούτων, αλλ' ιδίως του Στ', η ιστορία των ελληνικών κρατών συνοψίζεται εις παρεκβάσεις και σημειώσεις, ιστορικώς σπουδαιοτέρας της κυρίας περί της Ασίας αφηγήσεως. Ο Δάτις αποβιβάζεται εις την Εύβοιαν και εκτελεί το πρώτον μέρος των διαταγών του, σαρώνων την Ερέτριαν από προσώπου της γης, έπειτα δε προχωρεί εις τον Μαραθώνα προς εκτέλεσιν και του υπολοίπου μέρους. Εκεί απαντώσιν αυτόν όχι πάντες οι Έλληνες ηνωμένοι, ουδέ καν αι μεγάλαι δωρικαί πόλεις, αλλά μόνον οι Αθηναίοι και οι ανδρείοι Πλαταιείς πανδημεί, — απαντώσιν αυτόν και τη βοήθεια των θεών και προς έκπληξιν των ανθρώπων, νικώσι. Μετά τούτο η διήγησις προβαίνει σταθερώς· το Ζ' βιβλίον προχωρεί βραδύτατα· λέγει τον θάνατον του Δαρείου και την ενθρόνισιν του Ξέρξου· την μακράν συνάθροισιν αηττήτου στρατού, τας παρασκευάς, τας σειούσας την Ασίαν επί τρία έτη· τας συσκέψεις και το αναποφάσιστον των πόλεων, τον τρόμον αυτών και το μόλις βασταζόμενον θάρρος, τα ζωηρά ερωτήματα των ανδρών, οίτινες ευρίσκουσιν αυτά τα γεγονότα δεινότερα των φόβων των. Ακούεται η φοβερά φωνή του εν Δελφοίς Θεού, εις όν εθάρρουν, συμβουλεύουσα ταχείαν φυγήν (Ζ' 140) «ω μέλεοι, τι κάθησθε;» Αι Αθήναι, αι υβρίσασαι εις τον βασιλέα, επρόκειτο ν' αφανισθώσι. Το Άργος και άλλαι πόλεις ηδύναντο ν' αγοράσωσι την ζωήν διά της υποταγής και της αποχής από των μωρών, όσοι ετόλμησαν να πολεμήσωσιν εναντίον ισχυροτέρων. Αλλ' οι πλείστοι των Ελλήνων εξαίρονται υπεράνω των θρησκευτικών προλήψεων, επέρχεται η συνεννόησις των φρονιμωτέρων και τέλος η ανατριχιαστική διήγησις της μάχης.

Πολλά εγράφησαν περί της συνθέσεως των ιστοριών του Ηροδότου· ότι ευκόλως λοξοδρομούσιν εις παρεκβάσεις, ότι περιέχουσιν επαναλήψεις και αντιφάσεις κατά τας λεπτομερείας και ότι αι μνείαι συμβάντων και τόπων, κειμένων εκτός της κυρίας αφηγήσεως, σκοτίζουσι τον νουν προσεκτικού αναγνώστου. Και ο μεν Bauer ήχθη εις την υπόθεσιν ότι το βιβλίον απετελέσθη εκ χωριστών λόγων, οργανικώς ασυνδέτων. Ο δε Kirchhoff υπεστήριξεν ότι το έργον εσχεδιάσθη μεν ως σύνολον, συνετέθη δε βαθμηδόν και το μεν εξ αρχής μέχρι του Γ' 119 μέρος, όπερ ουδεμίαν δεικνύει προς την Δύσιν αναφοράν, εγράφη προ του 447 και προ της εις Θουρίους μεταβάσεως του Ηροδότου· ολίγω δε βραδύτερον συνεγράφη το μέχρι τέλους του Δ' βιβλίου· τέλος δε κατά τας αρχάς του πελοποννησιακού πολέμου ο Ηρόδοτος επανήλθεν εις τας Αθήνας και κατά τον ενθουσιαστικόν εκείνον καιρόν έγραψεν όλον το δεύτερον ήμισυ του έργου, ήτοι τα βιβλία Ε'-Θ', εσκόπει δε να προχωρήση, αλλά τα συμβάντα του 431 διέκοψαν το έργον, ο δε θάνατος αφήκεν αυτό ασυμπλήρωτον. Ο δε Macan νομίζει ότι τα τρία τελευταία βιβλία εγράφησαν πρώτα, και ότι το λοιπόν έργον είναι προοίμιον «συντεθέν εκ μερών, μάλλον ή ήττον ανεξαρτήτων, ών το Β' βιβλίον είναι το φανερώτατον, το δε Δ' περιέχει δύο άλλα μέρη, κατά ένα μόνον βαθμόν ολιγώτερον φανερά»· αλλ' η εσωτερική αυτή μαρτυρία δεν δύναται να δείξη αν οιονδήποτε των μερών τούτων συνετέθη ή εδημοσιεύθη ανεξαρτήτως.

Ολίγα λοιπόν είναι περί τούτου βέβαια· και πρώτον, ως τελευταία γεγονότα μνημονεύει την κατά των Πλαταιών προσβολήν του 431 π. Χ., την επακολουθήσασαν εισβολήν των Λακεδαιμονίων εις την Αττικήν και τον φόνον των εις Περσίαν σταλέντων πρεσβευτών της Σπάρτης κατά τα 430. (188) Γινώσκομεν έπειτα ότι ήτο εν Αθήναις μετά τα 432, διότι είχεν ιδεί τα Προπύλαια τελειωμένα· το δε βιβλίον αυτού θα ήτο ήδη νωπόν εν τη μνήμη των Αθηναίων κατά τα 425 π. Χ., ότε ο Αριστοφάνης παρώδησε την αρχήν του Α' βιβλίου. (189) Τεκμαιρόμενοι δ' εκ των σιωπωμένων, εικάζομεν, ότι δεν έγραφε μετά τα 424, ότε ο Νικίας κατέλαβε τα Κύθηρα, και σχεδόν είμεθα βέβαιοι ότι δεν εγίνωσκε την εις Σικελίαν εκστρατείαν του 415 ή την κατάληψιν της Δεκελείας του 413. Θέμα του Ηροδότου ήτο η απελευθέρωσις της Ελλάδος και η μετ' αυτήν αθηναϊκή ηγεμονία, απέθανε δε πριν η ηγεμονία εκείνη αρχίση να καταρρέη.

Φαίνεται δε μάλλον ότι δεν έζησε να τελειώση το έργον του. Ο Kirchhoff εικάζει ότι εσκόπευε να εκτείνη την ιστορίαν μέχρι της επ' Ευρυμέδοντι μάχης, δηλαδή του οριστικού σημείου, ότε οι ελευθερωθέντες Ίωνες ώμοσαν τον όρκον της ενώσεως υπό την ηγεμονίαν των Αθηνών· τούτο κατά την γνώμην του Kirchhoff είναι το πραγματικόν τέλος των μηδικών και όχι η πολιορκία της Σηστού, το τελευταίον γεγονός της υπαρχούσης διηγήσεως. (190) Αλλ' άραγε αυτός ο Ηρόδοτος δεν υποδεικνύει ότι ενόει να καταβή· και παρακάτω, λέγων (Ζ' 213) ότι θα είπη «εν τοίσι όπισθε λόγοισι» την άλλην αιτίαν, δι' ήν εφονεύθη ο προδότης Εφιάλτης, γεγονός, όπερ συνέβη ολίγον μετά τα 476; Ο Kirchhoff παραδέχεται τούτο, αλλά δεν θεωρεί το πόρισμα ως πειστικόν· διότι η αφορμή ηδύνατο να συνέβη πολύ προ του φόνου, είναι δ' εκ πολλών χωρίων φανερόν ότι ο Ηρόδοτος θεωρεί πάντα τα μετά τα 479-8 γεγονότα ως έξω του ιστορικού του κύκλου. Ούτω φθάνει, φαίνεται, εις την τελευταίαν του χρονολογίαν, αλλά δεν έχει αποτελειώσει την αναθεώρησιν και την συναρμογήν, αφήνει ανεκπλήρωτον την περί του Εφιάλτου υπόσχεσιν, επαναλαμβάνει δις κατά τρόπον όμοιον, αλλ' όχι τον αυτόν (Α' 175, Η' 104), γεγονός όχι άξιον τόσης εμφάσεως, ότι οσάκις οι Πηδασείς έμελλον να πάθωσι κανέν ατύχημα, τότε «η ιερείη της Αθηναίης φύει πώγωνα μέγαν» { the priestess of Athena there, was liable to grow a beard } το δε περιεργότερον, δις αναφέρεται εις ό,τι μέλλει να είπη «εν τοίσι Ασσυρίοισι, λόγοισι» (Α' 106,184), όπερ δεν ευρίσκεται. Ποίον δε θα ήτο το πραγματικόν τέλος του έργου, είναι ζήτημα περιμάχητον. Δύναται απλούν περί Κύρου ανέκδοτον σχετιζόμενον προς ωχρόν θαύμα του τάφου του Πρωτεσίλαου να είναι το τέλος του μεγάλου και ισοβίου έργου ενός καλλιτέχνου του λόγου; Τούτο είναι ζήτημα καλαισθησίας. Αγάπη προς επεισόδια και ανέκδοτα είναι η πρώτη αδυναμία του Ηροδότου, η δ' ελληνική τέχνη του λόγου ηγάπα κατά το τέλος του έργου να χαλαρώνη μάλλον ή να εντείνη την δύναμιν αυτού.

Περί δε των Ασσυρίων λόγων το μάλλον αξιοσημείωτον είναι ότι ανέγνωσεν αυτούς ο Αριστοτέλης. Διότι εν Η' ιη' [των περί τα Ζώα ιστοριών] λέγει « Τα μεν ουν γαμψώνυχα . . . άποτα πάμπαν εστίν, αλλ' Ηροδότος (191) ηγνόει τούτο· πεποίηκε γαρ τον της μαντείας πρόεδρον αετόν εν τη διηγήσει τη περί την πολιορκίαν της Νίνου πίνοντα». { crook-clawed birds do not drink. Herodotus1 did not know this, for he has fabled his ominous eagle drinking in his account of the siege of Nineveh. } Τούτο συντελεί όπως σχηματίσωμεν περί της συνθέσεως του όλου έργου θεωρίαν, ρίπτουσαν ολίγον φως εν γένει εις τον τρόπον των αρχαίων συγγραφών. Εάν ο Ηρόδοτος έλεγε και έγραφε τας «ιστορίας» του κατά το πλείστον του βίου, θα κατείχε πάντως πολύ περισσοτέραν ύλην ή όσην έδωκεν εις ημάς, και βεβαίως μέρη της ύλης ταύτης είχον διάφορα σχήματα. Είναι «αφύσικον» να πιστεύσωμεν ότι «λογογράφος» τις εχρησιμοποίει «λόγον» τινά μίαν μόνον φοράν ή ότι ουδέποτε μετέβαλλε την μορφήν αυτού. Η περί Πηδασέων διήγησις δεικνύει πως το ανέκδοτον άνευ τοιαύτης προθέσεως μεταβάλλεται και παρενείρεται εις διάφορον σειράν. Το δε σωζόμενον έργον προδήλως φαίνεται στηριζόμενον επί ογκώδους υλικού συλλεχθέντος και καταγραφέντος καθ' όλον τον βίον του συγγραφέως· εξ άλλου δε υπάρχει βεβαίως ενότης, καθόσον τα διάφορα υφάδια στερεώς κρατούνται και συγκλώθονται κατόπιν εις το κύριον νήμα. Τούτο δε πείθει ότι η μνεία μεταγενεστέρων γεγονότων δεν αποδεικνύει και ότι μέρος τι συνετέθη βραδύτερον. Το έργον, όπως έχει, είναι σύνθεσις των τελευταίων ετών του ανδρός, αλλά πολλά μέρη ηδύναντο να ληφθώσιν όλως αμετάβλητα εκ χειρογράφων ετοίμων προ πολλών ολυμπιάδων.

Κατά τούτο μόνον ο Meyer και ο Busolt φαίνονται ότι έχουσι δίκαιον, διαφωνούντες προς τον Macan και άλλους Ηροδοτείους, ότι οι Αιγύπτιοι λόγοι εγράφησαν πολύ κατόπιν, δηλαδή μάλλον μετά την εκ Θουρίων επιστροφήν του ιστορικού ή προ της πρώτης αυτού εκεί εγκαταστάσεως. Διότι το Β' βιβλίον απομένει χωριστόν από του υπολοίπου έργου, δεικνύει δε σημεία βαθείας εις το πνεύμα του συγγραφέως εντυπώσεως της αιγυπτιακής ιστορίας και παιδείας· ενώ δ' έχει όλην την ευπιστίαν του αόπλου νου του Ηροδότου, δεικνύει περισσοτέραν παρά παν άλλο μέρος ανεξαρτησίαν από της ελληνικής θρησκείας. Αν η εντύπωσις αύτη ήτο πρωιμωτέρα, θα άφηνε βεβαίως επί του όλου έργου πλειότερα ίχνη των ήδη ορατών. Αλλ' όμως υπάρχει και άλλη εικασία, πιθανωτάτη· ίσως ο Ηρόδοτος εχρησιμοποίησε νεανικόν έργον, όπερ εσκόπευε ν' αναθεωρήση. Ο Diels απονέμει τον ιδιαίτερον τόνον του Β' βιβλίου εις την άμεσον του συγγραφέως εξάρτησιν από του Εκαταίου, νομίζει δε ότι η εκείθεν αντιγραφή ήτο αφθονωτέρα ή όσον εσυνήθιζον το πάλαι, πλην αν υποθέσωμεν ότι οι «Λόγοι» προωρίζοντο μόνον ως κοινά αναγνώσματα, και δεν έτυχον της αναγκαίας επεξεργασίας, ως μόνιμα βιβλία.

Τας περί Ηροδότου κρίσεις ημών αναποδράστως παραβλάπτει παραβολή τις όχι προς τους προδρόμους και συγχρόνους αυτού, ουδέ καν προς τους κοινούς αυτού διαδόχους, όπερ θα ήτο εύλογον, αλλά προς μεταγενέστερον συγγραφέα μεγαλοφυή, τον Θουκυδίδην. Τοιουτοτρόπως δε ο Ηρόδοτος θεωρείται κάποτε ως τύπος απλοϊκής ευσεβείας, ή και ευπιστίας. Παράδοξος κρίσις! Είναι αλήθεια, ότι ο Ηρόδοτος σπανίως εκφράζει αμφιβολίαν περί οιουδήποτε σχετικού προς τους θεούς, ενώ πολλάκις αμφιβάλλει περί ζητημάτων της ανθρωπίνης ιστορίας· αμέσως λοξοδρομεί από θεμάτων επικινδύνων, πάντοτε σέβεται τα ονόματα των θεών, και αποφεύγει να διηγηθή ιστορίας, άς ωνόμαζεν ιεράς. Αλλά τούτο, εννοείται, ήτο όρος του επαγγέλματός του· διότι ο ραψωδός ή ο λογοποιός ο πράττων άλλως, θα εσωφρονίζετο αμέσως. Ο Ηρόδοτος δεν ήτο θρησκευτικός φιλόσοφος, ουδέ είχε θεωρίας να κηρύξη· εις πάντα τα μεταφυσικά είναι απροκατάληπτος, τούτο δε αποτελεί μέρος του μεγαλείου του. Αλλ' όμως ολίγοι ίσως Έλληνες ήσαν περισσότερον αυτού ελεύθεροι από των πεδών της τοπικής λατρείας και της πατροπαραδότου πολυθεΐας. Όθεν ωνομάσθη «μονοθεϊστής». Μονοθεϊστής βεβαίως δεν ήτο. Αλλά το ύφος του εμφαίνει είδος τι «μονοθεϊσμού», ήτοι ηθικόν τινα θεόν όπισθεν των φυσικών δυνάμεων και των ηρώων, σχεδόν τόσον σαφώς, όσον και το ύφος του Αισχύλου και αυτού του Πλάτωνος.

Αι περιηγήσεις ήσαν μεγάλα ρήγματα των φραγμών της πίστεως, οσάκις τα θρησκεύματα των ανθρώπων ήσαν εθνικά ή επαρχιακά ή και ενοριακά. Ήτο δε βεβαίως υπέρτερος της πολυθεΐας της πατρίδος του ο ανήρ, ο λέγων (Β' 53) ότι μόλις προ τετρακοσίων ετών ο Όμηρος και ο Ησίοδος ήσαν «οι ποιήσαντες θεογονίην Έλλησι και τοίσι θεοίσι τας επωνυμίας δόντες και τιμάς τε και τέχνας διελόντες και είδεα αυτών σημήναντες». { invented the Greek theology, and gave the gods their names,} Επικίνδυνος φράσις διά το κοινόν· αλλ' όμως ο Ηρόδοτος αδιαφορεί περί των ακροατών. Και βεβαίως δυνάμεθα να συνδυάσωμεν τούτο προς την παροδικήν αυτού παρατήρησιν περί της αιγυπτιακής θεολογίας (Β' 3) ότι νομίζει «πάντας ανθρώπους ίσον περί αυτών (των θεών) επίστασθαι» { about the gods one man knows as much as another} · φανερά δε συμπαθεί προς την περσικήν θρησκείαν κατ' αντίθεσιν προς την ελληνικήν, λέγων ότι γινώσκει τους Πέρσας «αγάλματα μεν και ναούς και βωμούς ουκ εν νόμω ποιευμένους ιδρύεσθαι, αλλά και τοίσι ποιεύσι μωρίαν επιφέρουσι, ως εμοί δοκέειν, ότι ουκ ανθρωποφυέας ενόμισαν τους θεούς κατά περ οι Έλληνες είναι, οι δε νομίζουσι Διί μεν επί τα υψηλότατα των ορέων αναβαίνοντες θυσίας έρδειν, τον κύκλον πάντα του ουρανού Δία καλέοντες, θύουσι δε ηλίω τε και σελήνη και γη και πυρί και ύδατι και ανέμοισιν». { Images and temples and altars it is not in their law to set up — nay, they count them fools who make such, as I judge, because they do not hold the gods to be man-shaped, as the Greeks do. Their habit is to sacrifice to Zeus, going up to the tops of the highest mountains, holding all the round of the sky to be Zeus!' " They sacrifice" he goes on, "to sun, moon, earth, fire, water, and the winds. } Το αίσθημα του χωρίου τούτου (Α' 131) εκφράζει την αληθινήν ελληνικήν πολυθεΐαν, ελευθέραν των τοπικών παραδόσεων και της ανθρωπομορφίας. Βεβαίως ο Ηρόδοτος ή και ο κοινός μη δεισιδαίμων Έλλην πιεζόμενος θα ωμολόγει ένα θεόν υπάρχοντα όπισθεν της μεταβαλλομένης φύσεως και της ιστορίας· αλλ' εσυνήθισε να αισθάνεται κάποιον θείον στοιχείον εδώ, εκεί, παντού, εις τους ανέμους και τα νερά και το φως και εις ό,τι συγκινεί την καρδίαν του, έπειτα δε ν' απομονώνη εκάστην αυτού εκδήλωσιν και να λατρεύη αυτήν οπότε θέλει.

Είναι δίκαιον να επιμείνωμεν εις ταύτα μάλλον τα χωρία ή εις εκείνα, όπου ο Ηρόδοτος ταυτίζει ποικίλους αλλοδαπούς θεούς προς γνωστούς ελληνικούς υπό τα πατροπαράδοτα ονόματα, Αλιλάτ-Αφροδίτη [Α' 132] Μένδης-Παν [Β' 46] Ίσις- Δημήτηρ [Β' 59] ή όπου μετά μικράν παρέκβασιν περί του βίου του Ηρακλέους και μετά το συμπέρασμα ότι υπήρχον δύο ομώνυμοι, εύχεται «τοσαύτα ημίν ειπούσι και παρά των θεών και παρά των ηρώων ευμενείη είη» {the gods and heroes " to take no offence } (Β' 45). Εκεί λαλεί την γλώσσαν των ακροατών του, ίσως δε και η «ασφαλής» επαγγελματική συμπεριφορά κατήντησε δευτέρα αυτού φύσις.

Αλλά προκειμένου περί μαντείων και οιωνών και των θαυμάτων της Προνοίας, το πράγμα διαφέρει. Ο Ηρόδοτος συμπαθεί πολύ προς τους μάντεις και τούτο διά δύο τουλάχιστον λόγους. Τω καιρώ εκείνω ο κόσμος ηγάπα τους μάντεις, όπως κατόπιν τους ήρωας των μυθιστοριών, τους περιπλανωμένους ιππότας και τους τρουβαδούρους. Περί περισσοτέρων του ενός μάντεων, παρακολουθούντων τα ελληνικά στρατεύματα, ηδύνατο να είπη ο Ηρόδοτος [ό,τι λέγει περί Τιμησιθέου του Δελφού] «του έργα χειρών τε και λήματος έχοιμ' αν μέγιστα καταλέξαι» (Ε' 72) { might tell deeds most wonderful of might and courage }. Έπειτα δε η ιδιαιτέρα του αγάπη προς τον Ηρακλή, τον ήρωα του Πανυάσιδος, εμφαίνει ότι ο Ηρόδοτος δεν ηδύνατο να λησμονήση [τον θείον του εκείνον] τον μάντιν και τον εν τη μάχη παραστάτην, τον αποθανόντα υπέρ της ελευθερίας της Αλικαρνασσού.

Περί των χρησμών και των οιωνών πρέπει πάντοτε να ενθυμώμεθα την συχνήν αυτού επιφύλαξιν, ότι επαναλαμβάνει ό,τι ήκουσε, «πείθεσθαί γε μην ου παντάπασιν οφείλω». { he does not by any means profess always to believe it } Περί δε της μεγάλης σειράς των προ του πολέμου χρησμών (εν τω Ζ' βιβλ.) είναι φανερόν ότι, όσον και αν ήσαν επιδεκτικοί διαφόρου ερμηνείας, — και ποίος χρησμός δεν ήτο; — οι δώσαντες αυτούς θα επεθύμουν να είχον λησμονηθή. Οι δε λοιποί συνεφώνουν προς τα γενόμενα και επέτεινον το περίεργον της αφηγήσεως, το κύριον μέλημα του Ηροδότου· αναμφιβόλως δε πάντες οι Έλληνες, αναλογιζόμενοι τας θαυμασίας αυτών νίκας, θα ησθάνοντο κατά τας επισημοτάτας στιγμάς ό,τι ο Ηρόδοτος παριστά λέγοντα τον Θεμιστοκλή κατά την ώραν του θριάμβου· «τάδε γαρ ουκ ημείς κατεργασάμεθα, αλλά θεοί τε και ήρωες» { It is not we who have done this! " " The gods and heroes } — ήτοι καθόλου το θείον, πράγματι όχι διάφορον της αγαπητής φράσεως του Ηροδότου «θεός» ή «του θείου η προνοίη» [Γ' 108] — οι εφθόνησαν άνδρα ένα της Ασίης και της Ευρώπης βασιλεύεσαι, εόντα ανόσιόν τε και ατάσθαλον» [Η' 109]. Ποιος Άγγλος δεν ησθάνετο τα ίδια κατά την καταστροφήν της «μεγάλης αρμάδας» ή ποίος Ρώσος μετά την εκ της Μόσχας υποχώρησιν των Γάλλων; Μάλιστα κατά την περιγραφήν της τρικυμίας, η οποία διέφθειρε (Ζ' 189, 191) την «αρμάδαν» του Ξέρξου, αν και οι Αθηναίοι πραγματικώς είχον παρακαλέσει τον Βορέαν να την πέμψη, ο Ηρόδοτος δεν στέργει να την αποδώση θετικώς εις τας ευχάς των, διά τον λόγον ότι και οι Μάγοι των Περσών προσηύχοντο επί τρεις ημέρας τα εναντία, τότε δε κατέπαυσεν η θύελλα. Ο θεός του Ηροδότου είναι φθονερός και καταρρίπτει, ως κεραυνός, τους υπερηφάνους τους τείνοντας να εξισωθώσι προς αυτόν. Ο Αριστοτέλης είναι των ολίγων θεολόγων, όσοι εξήγησαν ότι ο φθόνος είναι ανάρμοστος προς την ιδέαν του θεού και ότι κατ' αλήθειαν ο άνθρωπος έπρεπε να πλησιάζη προς τον θεόν όσον είναι δυνατόν. Κατά το σημείον τούτο ο θεός του Ηροδότου φαίνεται τω όντι ελλιπής· αλλ' αφού είναι ηθικός του κόσμου δικαστής, είν' έτοιμος, καθώς όλοι οι δικασταί, να τιμωρήση μάλλον αδίκως παρά ν' ανταμείψη δικαίως, θα ήτο δε διδακτικόν μεν, αλλ' άτοπον, να παραθέσωμεν ολίγα χωρία νεωτέρων ιστοριογράφων, οίτινες αποδίδουσιν εις ειδικάς ενεργείας της Προνοίας τους ανέμους και τα παρόμοια. Περί δε των χρησμών λέγομεν μόνον ότι την πίστιν του Ηροδότου επικυρώνει και ο σπουδαιότατος αυτού μεταφράστης και σχολιαστής, ο Rawlinson, (I, 176 σημ.) όστις φέρει επιχειρήματα όπως αποδείξη ότι την Πυθίαν ενέπνεεν o διάβολος!

Κατά της καλής πίστεως του Ηροδότου είδος λύσσης κατέλαβε περιοδικώς πολλούς αξιολόγους άνδρας. Αλλ' ούτε ο Κτησίας, ούτε ο Μανέθων, ούτε ο Πλούταρχος, ούτε ο Panowsky, ούτε ο Sayce επέτυχον να πείσωσι πολλούς περί της κακοπιστίας αυτού. Ο Ηρόδοτος επαγγέλλεται να διηγηθή την παράδοσιν και την παράδοσιν διηγείται· παραθέτει διαφόρους μαρτυρίας, αφήνων πλήρη ελευθερίαν εκλογής και πολλαχού επικρίνει ό,τι αναφέρει. Είναι δ' εντελώς απηλλαγμένος πάσης εθνικής ή τοπικής προκαταλήψεως. Θαυμάζει την ελευθερίαν και μισεί από καρδίας τους τυράννους. Αλλά δεν δεικνύει καμμίαν φανεράν προτίμησιν πραγματευόμενος περί ολιγαρχικής ή δημοκρατικής πολιτείας· είναι δε δύσκολον ν' αποδείξη τις οιανδήποτε λοξήν υπό του συγγραφέως παράστασιν τυράννου τινός, αν και είναι πιθανόν ότι γενικώς ηκολούθει την δυσμενεστέραν προς τους τυράννους παράδοσιν. Αλλά καθόλου ο Ηρόδοτος δεν είναι προς αυτούς αυστηρότερος του Θουκυδίδου ή του Πλάτωνος. Περί δε των Περσών προθυμότατα μαρτυρεί όχι μόνον την ανδρείαν των, αποδειχθείσαν, παραδείγματος χάριν, ότ' εμάχοντο ακάλυπτοι εναντίον των Ελλήνων οπλιτών, αλλά και την ελευθεριότητα, την φιλαλήθειαν και την πολιτικήν οργάνωσιν αυτών. Αντιπαθεί προς το σύστημα των γυναικωνιτών, προς τας ανατολικάς ωμότητας, τας μαστιγώσεις των δούλων στρατιωτών, τας συλήσεις των πόλεων, οσάκις οι Ασιανοί εφέροντο καθώς οι νεώτεροι Τούρκοι ή καθώς και οι Ευρωπαίοι κατά τους θρησκευτικούς πολέμους. Είναι αυστηρός προς τους Κορινθίους και τους Θηβαίους, ών άλλως η υπεράσπισις δεν θα ήτο πειστική. Διά να εκτιμήση δε κανείς πόσον δίκαιος είναι ο Ηρόδοτος, αρκεί να παρατηρήση ποίαν γλώσσαν μεταχειρίζονται νεώτεροι [Άγγλοι) συγγραφείς, όπως ο Froude και ο Motlye, περί οιουδήποτε καθολικού και μάλιστα Ισπανού ή Γάλλου.

Τα δε σφάλματα του Ηροδότου καθόλου μεν απορρέουσιν εκ των πηγών του, είναι δε κατά πάντα, πλην ενός, αληθέστερος αυτών. Είχεν αναγνώσει σχεδόν όλα τα τότε υπάρχοντα ελληνικά βιβλία· διότι όχι μόνον αναφέρει πλείστους συγγραφείς και ιδίως ποιητάς, αλλά και μεταχειρίζεται φράσεις αποδεικνυούσας γνώσιν της όλης γραμματείας. Αλλά φαίνεται ότι διά κάποιον λόγον απέφυγε να κάμη χρήσιν των έργων των συναδέλφων του, του Χάρωνος και του Ξάνθου, ουδένα δε αναφέρει λογογράφον εκτός του Εκαταίου. Εις δεκατέσσαρα δε χωρία μνημονεύει μνημεία και επιγραφάς, αν και βεβαίως δεν έκαμε συστηματικήν αυτών χρήσιν. Κατά μέγα δε μέρος στηρίζεται εις την προφορικήν διήγησιν, καλώς πληροφορημένων ανθρώπων και περί της παλαιοτέρας ιστορίας της Ελλάδος και περί των μηδικών. Περιερχόμενος δε τας βαρβαρικάς χώρας, εξηρτάτο κυρίως εκ των διερμηνέων και των αβασανίστων λόγων, των περιφερομένων ανά την ελληνικήν εκάστης πόλεως συνοικίαν.

Αι συχναί του φράσεις «ως οι Λίβυες» ή «ως οι Κυρηναίοι έλεγον», φαίνονται ότι αναφέρονται είτε εις τα πορίσματα των επιτοπίων ερευνών του, είτε εις την άμεσον πληροφορίαν κανενός επιχωρίου. Τετράκις δ' έχομεν μνείαν ωρισμένης πηγής. (192) « Αρχίη τω Σαμίου του Αρχίεω αυτός εν Πιτάνη συνεγενόμην» { Archias whom I met at Pitane } λέγει, είτα δε ιστορεί τα περί του πάππου του Αρχίου· «ως δ' εγώ ήκουσα Τύμνεω τον Αριπείθιος επιτρόπου» η γενεαλογία είχεν ούτω. Τον δε Θέρσανδρον τον Ορχομένιον, όστις εδείπνησε μετά του Μαρδονίου εν Θήβαις και Δίκαιον τον Αθηναίον, όστις έζησεν εξόριστος μεταξύ των Μήδων μετά του Δημαράτου, του Σπαρτιάτου βασιλέως, επικαλείται μάρτυρας δύο επεισοδίων, δεικνυόντων, αν μη άλλο, νευρικήν ταραχήν μεταξύ των ακολούθων του Μαρδονίου. Σπουδαιοτέραν πηγήν γνώσεως παρείχον ταρχεία πολλών οικογενειών και σωματείων· ίσως επετρέπετο κάποτε εις τον Ηροδότον ν' αναγινώσκη τα επίσημα έγγραφα· συχνότερον δε, φαίνεται, ηρώτα τους κατόχους αυτών. Τούτο, παραδείγματος χάριν, συμβαίνει περί του εν Δελφοίς μαντείου, εις του οποίου τα υπομνήματα ο Ηρόδοτος οφείλει πλείστα όσα των πρώτων ιδίως βιβλίων. Αντλεί δ' επίσης εκ των παραδόσεων των Αλκμεωνιδών (του οίκου του Περικλέους) και των Φιλαϊδών (του οίκου του Μιλτιάδου), ίσως δε και των του Πέρσου στρατηγού Αρπάγου.

Η θολότης των πηγών εκείνων είναι ευνόητος. Ούτως εν τη σπαρτιατική ιστορία [Α' 65,66] ο Ηρόδοτος γινώσκει μεν τα πάντα περί του Λυκούργου, όστις, εννοείται, ήτο πρόσωπον θρυλικόν, έπειτα δε αγνοεί το παν περί περιόδου τριών περίπου αιώνων, μέχρις ού φθάνει εις τον Λέοντα και τον Αγασικλή, όπου σκορπίζει πλήθος ανεκδότων. Η πραγματική σπαρτιατική παράδοσις αρχίζει μόνον εκείθεν. Τας δε αθηναϊκάς αυτού πληροφορίας πλην της σκωρίας, ήν έχουσι και αι λοιπαί, παρέβλαπτον και τα αισθήματα των χρόνων, ότ' έγραφε τα τελευταία του βιβλία. Αι διηγήσεις π. χ. πως [μετά την αγγελίαν της καταστροφής του Λεωνίδου] οι Κορίνθιοι απεχώρησαν εκ Σαλαμίνος και πως επί της κεφαλής των Θηβαίων απετυπώθη πύρινον το μονόγραμμα του βασιλέως, είναι απλώς απηχήσεις της καταιγίδος του 432-1 π. Χ. Κάτι παρόμοιον, δηλαδή παλαιότερος πόλεμος παθών, επιφέρει και την όλως ανυπεράσπιστον καταδίκην του Θεμιστοκλέους. Αναμφίβολον ήτο ότι ο Θεμιστοκλής είχε σώσει την Ελλάδα και ότι ανεδείχθη ο μέγιστος του καιρού εκείνου ανήρ. Αλλ' εν τέλει έφυγεν εις την Περσίαν! Ποία όμως ήτο η αφορμή, ελησμονήθη· και τοιουτοτρόπως η κηλίς της προδοσίας ημαύρωσεν εν τη μνήμη της πατρίδος του την εικόνα του ανδρός. Ο Ηρόδοτος ακολουθεί τελείως τας διηγήσεις των δύο μεγάλων οίκων, οι οποίοι κατεδίωξαν τον Θεμιστοκλή, ώστε ν' αποθάνη ως προδότης. (193) Ούτω δε αφ' ενός μεν εκείνοι, εξάλλου δε ο ταλαντευόμενος λαός κατώρθωσαν να παραστήσωσι τον άνδρα ως τύπον θριαμβεύσαντος αγύρτου. Την μνήμην του Θεμιστοκλέους ελύτρωσεν ο Έφορος, μέχρις ού και ο Έφορος δεν ηδύνατο πλέον να ακουσθή.

Εκτός των προφορικών ειδήσεων, των ούτως ή άλλως προερχομένων εξ υπομνημάτων, υπήρχε και η καθαρά παράδοσις πλέον της άλλης «ζώσα» καθώς θα έλεγεν ο Πλάτων, και επομένως μάλλον τείνουσα προς τον μύθον. Το στοιχείον τούτο είναι πανταχού παρόν εν τω Ηροδότω. Ούτω μέρος της ιστορίας του δύναται να καταταχθή εις την ανατολικήν ή ιαπετικήν λαογραφίαν. Ο Πολυκράτης, ο ρίπτων τον δακτύλιον εις την θάλασσαν και ευρίσκων κατόπιν αυτόν εντός οψαρίου, είναι παλαιός γνώριμος. Ο δε Άμασις και ο Ραμψίνιτος είναι καθαρά παραμύθια. Δύο δε περίφημα χωρία — το Γ' 119, όπου η σύζυγος του Ινταφέρνους προτιμά τον αναντικατάστατον αδελφόν αντί των αντικαταστατών τέκνων, και το Στ' 126, όπου ο αθάνατος Ιπποκλείδης, αφού εκέρδισε την νύμφην διά της ανδραγαθίας και της ευγενείας του, την έχασεν, επειδή εχόρευσε «την κεφαλήν ερείσας επί την τράπεζαν» και είπε κατά την ζέσιν του χορού «ου φροντίς Ιπποκλείδη» { all one to Hippocleides! }— τα δύο ταύτα πηγάζουσι μακρόθεν, εξ ινδικών βιβλίων! (194) Ο δε Σόλων ήτο αδύνατον να είχε συναντήσει τον Κροίσον, διότι αι χρονολογίαι δεν συμβιβάζονται, ουδ' εξεφώνησε τον μέγαν λόγον, όν ο Ηρόδοτος του αποδίδει, διότι ο λόγος εκείνος έχει συγκολληθή εξ Αργείων και Δελφικών θρύλων, δηλαδή θρύλων συσσωρευθέντων περί τάφους τινάς του Άργους και των Δελφών. Έπειτα τα όνειρα, όσα κατέβησαν όπως απατήσωσι τον Ξέρξην [Ζ' 12], χρειάζονται και όρκους, διά να πιστευθώσιν. Αι δε περί μοναρχίας, ολιγαρχίας και δημοκρατίας συζητήσεις των επτά Περσών, καίτοι ο Ηρόδοτος στοιχηματίζει την υπόληψίν του χάριν αυτών, εφάνησαν αχώνευτοι σχεδόν εις πάντας. Ίσως δε ο Μaass έχει δίκαιον αποδίδων την αρχήν αυτών εις κάποιον διάλογον του Πρωταγόρου. Αλλά ματαιοπονία είναι ν' απορρίπτωμεν μόνον ό,τι φαίνεται χονδροειδώς απίθανον, να δεχώμεθα δε αμάρτυρον ό,τι είναι δυνατόν ν' αληθεύη. Το πλείστον της ιστορίας του Ηροδότου είναι ανάμεικτον μετά καθαράς λαϊκής μυθοπλαστίας κατά διαφόρους δόσεις· ούτως η μεν αρχαία αλλοδαπή ιστορία καταντά σχεδόν αγνώριστος, η δε προ των μηδικών ελληνική είναι βαθύτατα χρωματισμένη, τα δε μετά την εν Μαραθώνι μάχην είναι όχι μικρόν παρηλλαγμένα. Αλλ' εις μίαν μόνον περίπτωσιν ο Ηρόδοτος είναι προσωπικώς, καίτοι ασυναισθήτως, ένοχος απάτης· αι μεταβάσεις του, οι τρόποι της προσαρμογής του ενός λόγου προς τον άλλον, είναι απλά λογοτεχνικά επινοήματα. Ούτως εξευρίσκει μετάβασιν εις τους Λιβυκούς του λόγους, λέγων (Δ' 167) ότι ο Αρυάνδης εστράτευσε καθ' όλης της Λιβύης. Αλλ' ουδείς λόγος υπάρχει να πιστεύσωμεν εις τούτο. Την δε αθηναϊκήν ιστορίαν εισάγει λέγων (Α' 56) ότι ο Κροίσος ζητών συμμάχους μεταξύ των Ελλήνων, «εύρισκε Λακεδαιμονίους και Αθηναίους προέχοντας, τους μεν του δωρικού γένεος, τους δε τον ιωνικού» αλλ' ότι οι Αθηναίοι ήσαν τότε «διεσπασμένοι» υπό του Πεισιστράτου. Αλλ' ο μεν τύραννος δεν «διέσπασε» τας Αθήνας και πιθανώς ουδ' ετυράννευε τότε, αι δε Αθήναι ήσαν τρίτης τάξεως ιωνικόν κράτος. Ο Ηρόδοτος κατασκευάζων τας μεταβάσεις ταύτας και ζητών αφορμάς προς παραγεμίσματα ανεκδότου, — αποδίδων π. χ. εις τον Γέλωνα το περίφημον του Περικλέους απόφθεγμα, ότι εξαιρείται «εκ τον ενιαυτού το έαρ» (Ζ' 162) — δεν προσδοκά ότι θα εξαχθώσι συμπεράσματα εξ αυτών. Περί τούτων κατά την οργίλην φράσιν του Πλουτάρχου «ου φροντίς Ηροδότω). (195) Τα δε λοιπά ιστορικά του λάθη είναι ταναπόφευκτα επακολουθήματα των πηγών του· δηλαδή η πραγματική αναξιοπιστία κείται όχι εις τας σποραδικάς ανακριβείας, πολύ δε ολιγώτερον εις πρόθεσιν διαστροφής, αλλ' εις την βαθείαν και ασυνείδητον τάσιν αυτής της μνήμης των ανθρώπων προς ποιητικήν διακόσμησιν του παρελθόντος και εις την διαμόρφωσιν της όλης ιστορίας ως παραδείγματος των ενεργειών ηθικής τινος προνοίας.

Τον ιδικόν του σκοπόν ο Ηρόδοτος επιτυγχάνει πληρέστατα — «ως μήτε τα γενόμενα υπ' ανθρώπων εξίτηλα γένηται, μήτε έργα μεγάλα και θωμαστά τα μεν Έλλησι, τα δε βαρβάροισι αποδεχθέντα ακλεά γένηται» { the real deeds of men shall not be forgotten, nor the wondrous works of Greek and barbarian lose their name }.Ο δε Πλούταρχος — διότι αναμφιβόλως εκείνος έγραψε το Περί της Ηροδότου κακοηθείας — δεν αντικρούει αυτόν απλώς χάριν των Θηβών· όχι· θεωρεί την περίοδον, ήν επραγματεύετο ο Ηρόδοτος, ως περίοδον γιγάντων, σοφών και ηρώων υπερανθρώπων, εχόντων το χάρισμα των αποφθεγμάτων και των απαντήσεων, βλέπει δε πάσας τας πράξεις των, ως προσκυνητής γονατισμένος· δεν θέλει ν' ακούση, μηδέ να ίδη την άλλην αυτών άποψιν και δεν ανέχεται την ελαφράν του Ηροδότου καταλαλιάν, ήτις εγκλείει τόσην αλήθειαν. Αλλ' όμως ακριβώς η τοιαύτη περιγραφική τέχνη του ανδρός, η συνδυαζομένη προς την δραματικήν αυτού δύναμιν και το ευρύτατον διαφέρον, ο τρόπος εκείνος, καθ' όν βλέπει τας καρδίας των ανθρώπων με όλας των τας αρετάς και όλας τας ελλείψεις, έπεισε νεώτερον κριτικόν, όστις εζύγισε πάσαν αυτού λέξιν, (196) να εκφράση ότι «ουδείς άλλος Έλλην συγγραφεύς περιέγραψεν ευρύτερον του Ηροδότου κόσμον, περιέχοντα τόσον πλήθος ζωντανών και αθανάτων ανδρών και γυναικών» και να θέση «αμετακινήτως» το έργον αυτού ως αντίστοιχον του έργου του Ομήρου, ως την πρώτην πηγήν της ευρωπαϊκής πεζογραφίας. (197)

Ζ'

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ
ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ.


Τρεπόμενοι αποτόμως από της ιστορίας προς την φιλοσοφίαν, πρέπει να ενθυμηθώμεν ότι απλώς στρεφόμεθα από της μιας μορφής της ιωνικής «ιστορίης» εις την άλλην και ότι υπήρχον, και σώζονται ακόμη εκ μεταγενεστέρων χρόνων, πολλά ελληνικά βιβλία, διδάσκοντα άλλα θέματα φυσικά, ιατρικά, γεωγραφικά, ανακαλύψεις, ζωγραφικήν, γλυπτικήν, πολιτικά και εμπόριον, πάντα απασχολούντα πολύ μέρος του ελληνικού πνεύματος, και πάντα, πλην της γλυπτικής και του εμπορίου, αναφερόμενα υπό σωζομένων συγγραφέων μετά σεβασμού και εγκωμίων. Αλλά το διάγραμμα του προκειμένου έργου μας αναγκάζει να παραλείψωμεν αυτά σχεδόν όλα και να εγγίσωμεν μόνην την φιλοσοφίαν, και αυτήν τόσον μόνον, όσον είναι απολύτως αναγκαίον προς κατανόησιν της ιδίως λογοτεχνίας.

Η φιλοσοφία κατά πρώτον απαντά εν Μιλήτω, όπου ο ΘΑΛΗΣ, ο υιός του Εξαμίου — τούτο είναι όνομα καρικόν — εζήτει ως βάσιν του επιστημονικού του έργου την «αρχήν» ήτοι γένεσιν του κόσμου. Απορρίπτων τους μύθους και την κοσμογονίαν, ανεζήτει την αρχικήν ουσίαν και ηύρεν ότι ήτο το ύδωρ. Ο δε μαθητής του ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ επροτίμησε να περιγράψη αυτήν ως το «άπειρον», την απεριόριστον ύλην, εξ ής κατάγονται πάντα τα συγκεκριμένα «χρήματα» {things} δι' «εκκρίσεως» {separation}· το άπειρον είναι ο θεός· κατά δε τους νόμους αυτού πάντα τα όντα φθειρόμενα επιστρέφουσιν εις αυτό, ίνα «διδώσι δίκην και τίσιν αλλήλοις της αδικίας» { they meet with ' retribution' for their ' unrighteousness,' } δηλαδή διά την μετάβασιν αυτών από της μιας σφαίρας της υπάρξεως εις την άλλην. Ο τρίτος Μιλήσιος, ο ΑΝΑΞΙΜΕΝΗΣ, προσπαθών να προςδιορίση ό,τι αφήκεν ασαφές ο Αναξίμανδρος, εθεώρει το άπειρον ως αέρα, την δ' έκκρισιν των πραγμάτων γενομένην διά πυκνώσεως προερχομένης εκ μεταβολής της θερμοκρασίας. Όλη η Μιλησιακή σχολή ενέκυψεν εις το ζήτημα της παραγωγής του κόσμου — πόθεν συνέστη ο κόσμος; — και εύρισκεν εξήγησιν κατά το ήμισυ υλικήν· π. χ. ο αήρ είναι πνεύμα· ούτως η κυρία αυτής ενέργεια ήτο η έρευνα της φύσεως, συγκατεστράφη δε η σχολή μετά της πόλεως τω 494 π. Χ. Αλλά παρέμεινεν ως η πρώτη πηγή της μεταγενεστέρας φιλοσοφίας. (198)

Όλως αντίθετος κατά το πνεύμα ήτο ο μέγας θίασος της Δύσεως, όν ίδρυσε κατά τα 530 π. Χ. Σάμιος ολιγαρχικός εξόριστος, ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ ο Μνησάρχου. Αι αρχαί αυτού φαίνεται ότι περιελάμβανον θρησκευτικήν αναμόρφωσιν, αντικειμένην και προς την θεολογίαν των ποιητών και προς τας τοπικάς λατρείας, ηθικήν αναμόρφωσιν, αντενεργούσαν κατά της τότε εκλύτου ελευθέρας ζωής και των πολυπλόκων κοινωνικών σχέσεων, και πολιτικήν αντίδρασιν υπέρ των αριστοκρατικών αρχών, αίτινες εκινδύνευον να εξαφανισθώσιν υπό των δημοκρατιών και των τυραννίδων. Αλλά κατά τους χρόνους του ιδρυτού την αίρεσιν εκηλίδωσεν ασυνήθης δεισιδαιμονία και στυγερόν έγκλημα, η καταστροφή της Συβάρεως· κατόπιν όμως συνετελέσθησαν υπ' αυτής αξιόλογα μαθηματικά έργα.

Τα Μιλησιακά δόγματα διέδωσεν ανά την Ελλάδα ο ραψωδός ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ (βλ, σελ. 74) ευρίσκων πυκνόν ακροατήριον και οχυρούμενος όπισθεν της ποιητικής θρησκείας. Εκ του ευνοϊκού τούτου βάθρου κατήγγελλε τα «ψεύδη» του Ομήρου και του Ησιόδου και εκήρυσσε μεταφυσικήν μονοθεΐαν. Ο θεός είναι είς,

«ούτε δέμας θνητοίσιν ομοίιος ούτε νόημα» . . .

{ not man-shaped, not having parts, }

«αλλ' απάνευθε πόνοιο νόου φρενί πάντα κραδαίνει»

{ and all of him conscious. }

Ο θεός ούτος είναι ίσως αυτό το άπειρον του Αναξιμάνδρου άνευ της κινήσεως· ομοιάζει δε το Έν του Παρμενίδου, όθεν η παράδοσις παρίστανε τον Ξενοφάνη διδάσκαλον εκείνου και ιδρυτήν της Ελεατικής σχολής. (199)

Εν Εφέσω (παρά την Μίλητον) κατά την γενεάν την μετά τον Αναξιμένη το πρόβλημα των Μιλησίων δέχεται διάφορον λύσιν, εξαγγελλομένην μετά πομπής και όγκου, άμα δε φέρουσαν και τον τύπον της μεγαλοφυίας. Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ έλεγε «πάντα ρειν, είναι δε παγίως ουδέν»· { All things move and nothing stays} η κίνησις αύτη είναι το αληθινόν μυστήριον του κόσμου, η αρχή, όχι ουσία αυθαιρέτως λαμβανομένη, αλλά η πρόοδος αυτής της μεταβολής, ήν ο Ηράκλειτος ωνόμαζε πυρ. Έγραφε δε ο φιλόσοφος εις πεζόν λόγον όμοιον προς χρησμόν· όθεν ήτο σκοτεινός, και ένεκα της ελλείψεως φιλοσοφικής γλώσσης προς έκφρασιν των στοχασμών του, αλλά και ένεκα του προφητικού τόνου της εκφράσεως, του φυσικού εις αυτόν. Δεν πρέπει δε να λησμονώμεν ότι προ της κυκλοφορίας των βιβλίων ο διδάσκων έπρεπε ν' αποτείνεται προς την μνήμην, γράφων είτε στίχους, όπως ο Ξενοφάνης και ο Παρμενίδης, είτε αποφθέγματα, ως ο Ηράκλειτος και ο Δημόκριτος. Η πρόοδος της μεταβολής είναι διπλή — προς τα άνω και τα κάτω — αλλ' είν' αιωνία και αμετάβλητος· υπάρχει νόμος, ειμαρμένη, διευθύνουσα τα πάντα, δίκη, αποκαθιστώσα την αρμονίαν μετά πάσαν διαφοράν ή εναντίωσιν· αύται φαίνονται ότι είναι, καθώς και παρ' Αναξιμάνδρω, αι διάφοροι φάσεις της μεταμορφώσεως της ουσίας από τινος εις άλλο. Ο Ηράκλειτος ελάλει μετά διπλής υπερηφανίας, ως ανακαλύψας την αλήθειαν και ως ευπατρίδης, θα συνεμερίζετο δε ολοψύχως την περιφρόνησιν του Νείτσε προς «καταστηματάρχας, χριστιανούς, γυναίκας, Άγγλους και λοιπούς δημοκρατικούς». Περιεφρόνει τους συμπολίτας του τους Μιλησίους και καθόλου τους ανθρώπους. Κατά τον Ηράκλειτον ο Πυθαγόρας, ο Ξενοφάνης και ο Εκαταίος ήσαν, καθώς ο Ησίοδος, παραδείγματα του αξιώματος ότι «πολυμαθίη νόον ου διδάσκει». { learning teaches not wisdom } (200)

ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ ο Ελεάτης απεκρίνετο προς τον Ηράκλειτον απορρίπτων την θεωρίαν της αενάου μεταβολής· «νυν έστιν ομού παν έν ξυνεχές» και τούτο το νυν όν θέλει να μάθη· π. χ. το 2 x 2 = 4 απολύτως και αιωνίως. Αλλ' ο Παρμενίδης δεν εδέχετο την συνήθη σήμερον διάκρισιν μεταξύ αφηρημένων και συγκεκριμένων.

Το όν έστι, το δε μη όν ουκ έστι [αποσπ. 33]. Δεν υπάρχει λοιπόν μεταβολή, διότι αυτή θα ήτο μετάβασις από του μη όντος εις το όν. Ουδέ κενόν διάστημα υπάρχει· λοιπόν ουδέ κίνησις. Το δε όν είναι έν αδιαίρετον διότι εάν ήσαν περισσότερα, μεταξύ αυτών θα υπήρχον μη όντα. Ισχυρίζετο δε ο Παρμενίδης ότι το έν όν ομοιάζει προς σφαίραν, και είναι τέλειον, είναι δε ύλη αναλλοίωτος, αλλά και το νοείν είναι όμοιον προς το είναι, διότι είναι νόησις του όντος.

Αλλά τότε τι είναι ο κόσμος, τον οποίον γνωρίζομεν, ο προφανώς περιέχων πλείστα όντα; Ο Παρμενίδης απαντά εις τούτο κατά τον ανατολικόν τρόπον· ο κόσμος είναι φάσμα, απάτη, maya καθώς λέγουσιν οι Ινδοί. Πώς επέρχεται η απάτη, πώς το αναλλοίωτον Έν δύναται ν' απατά και ποίος ο απατώμενος, δεν μας λέγει, καίτοι διά του δευτέρου μέρους του ποιήματός του (βλ. σελ. 75) ανέπτυσσε «τας των βροτών δόξας» { the Way of Falsehood } και τας αντιφάσεις τας παρακολουθούσας κατ' ανάγκην την εις αυτάς πίστιν. (201) Την οδόν ταύτην της σκέψεως ηκολούθησεν ιδίως ο μαθητής του Παρμενίδου ΖΗΝΩΝ, αναπτύσσων τας αντιφάσεις τας αναγκαίως υπαρχούσας εν τη αντιλήψει του χρόνου, του διαστήματος και του αριθμού. Εάν το περί του Ενός δόγμα, λέγει, είναι δύσκολον, τότε πίστις εις το πολλαπλούν είναι προδήλως αδύνατος. Τοιουτοτρόπως η ελληνική θεωρία έφθασεν εις σημείον, όπου δύο μάλλον ή ήττον συνεπείς συλλογισμοί ωδήγησαν εις όλως αντίθετα συμπεράσματα, εις το αμετάβλητον Έν του Παρμενίδου, εις την αέναον μεταβολήν του Ηρακλείτου. Την δυσκολίαν ταύτην διείδεν ο ΜΕΛΙΣΣΟΣ, ο Σάμιος ναύαρχος, ο κατά τα 442 νικήσας τον Περικλή· εδοκίμασεν εκ του Ενός να πλάση Μιλησιακήν τινα «αρχήν», αλλ' ηύρεν ότι αύτη δεν ηδύνατο να ενεργήση· διότι πόρισμα καθαρού συλλογισμού είναι αδύνατον να ερμηνεύση την πραγματικότητα του κόσμου. Μετά τον Μέλισσον η ρήξις έγινεν αισθητοτέρα. Αφ' ενός μεν οι Πυθαγόρειοι αναχωρούντες από του Ηρακλείτου ζητούσι το πραγματικόν ήτοι το αιωνίως όν κατά τους αναλλοιώτους νόμους της μεταβολής, ήτοι κατά τα αιώνια δεδομένα των αριθμών. Η γεωμετρία είναι η αλήθεια, ής τα τετράγωνα, κυκλικά ή τρίγωνα σχήματα είναι ατελείς και παροδικαί μιμήσεις, οι νόμοι της αρμονίας είναι η αλήθεια της μουσικής και η αφηρημένη αστρονομία η αλήθεια των πλανητών. Ούτως εν τω αριθμώ εύρισκε την αληθινήν ουσίαν του κόσμου, αιώνιόν τι και αμετάβλητον Έν, όπερ ηδύνατο να ικανοποιήση αρκετά τας αξιώσεις του Παρμενίδου. (202)

Εκ δε της θεωρίας του Ενός Όντος ανεπτύχθησαν τρία σπουδαία συστήματα.

ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ ο Ακραγαντίνος, όν είδομεν ανωτέρω (σελ. 75) δέχεται την ύπαρξιν όχι ενός, αλλά τεσσάρων αρχικών «ριζωμάτων, Γης, Ύδατος, Αέρος και Πυρός μετά κενού χώρου πέριξ. Τα ριζώματα είναι στοιχεία αμετάβλητα καθ' εαυτά, αλλά κινούμενα και μειγνυόμενα — αύτη είναι ίσως η σπουδαιοτάτη συμβολή εις την φιλοσοφίαν — διά δυνάμεων αΰλων, άς ονομάζει φιλότητα ή στοργήν και νείκος ή κότον.

ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ ο Κλαζομένιος, ο πρώτος εν Αθήναις αποκατασταθείς φιλόσοφος, παρεδέχετο πολύ πλειότερα πρώτα και αιώνια χρήματα ή σπέρματα, ών η σύμμειξις και διάκρισις· αποτελεί τον κόσμον, εννοών κάτι παρόμοιον προς τα «στοιχεία» της νέας Χυμικής. Μεταξύ τούτων υπάρχει νόος, «χρήμα» και αυτός, αλλά λεπτότατον και καθαρώτατον, και κινούμενον αφ' εαυτού. Ενεργεί δ' εντός των διαφόρων συνθέτων μερών του κόσμου ακριβώς όπως αισθανόμεθα αυτόν ενεργούντα εντός των ημετέρων σωμάτων. Ο νους ήλθε και διεκόσμησε την ύλην. Ο Αναξαγόρας ενόμιζε τον ήλιον και την σελήνην ως σφαίρας λίθου, τον δε ήλιον ζέοντα εκ της ταχύτητος της στροφής και τεράστιον το μέγεθος, σχεδόν τόσον μεγάλον, ως την Πελοπόννησον! Έδωκε δε την ορθήν εξήγησιν των εκλείψεων. (203)

Η άλλη λύσις η δοθείσα κατά την περίοδον ταύτην, είναι η ατομική θεωρία. Φαίνεται δε ότι επήγασεν όχι από επιστημονικής παρατηρήσεως, αλλά εξ αφηρημένης σκέψεως κατά τας αρχάς του Παρμενίδου. Το όν είναι τι πλέον, δηλαδή το πράγμα είναι τι πλήρες, και παν μη πλήρες είναι μη όν. Αλλ' αντί του ενός αιωνίου «πλήρους» έχομεν άπειρα αιώνια άτομα, ήτοι μη δυνάμενα να διαιρεθώσι περιπλέον. Η κατά του κενού απόδειξις του Παρμενίδου δεν υπήρξεν αποδεκτή, ουδέ η αξίωσις αυτού ότι το όν πρέπει να είναι σφαιρικόν και ακίνητον. Πράγματι τα όντα έχουσιν απείρως διάφορα σχήματα, κινούνται δε αδιακόπως· σχήμα, μέγεθος και κίνησις είναι αι ιδιότητες αυτών· ταύτα είναι τα μόνα φυσικά γεγονότα. Πάντα δε τα λοιπά είναι κατά συνθήκην ή παράγωγα. Η θεωρία αύτη επενοήθη υπό ΛΕΥΚΙΠΠΟΥ του Αβδηρίτου, αλλ' ανεπτύχθη κυρίως υπό του μεγάλου μαθητού του, του Δημοκρίτου, και υπό του Επικούρου.

Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ.


Ο Εμπεδοκλής απέθανε περί τα 430 π. Χ., ο δε Αναξαγόρας εξωρίσθη κατά τα 432. Αλλά ολίγα έτη προτού, είχεν αρχίσει η αντίδρασις κατά της κοσμολογικής θεωρίας. Ήτο καιρός να ευρεθώσι μερικαί μικροτέραι αλήθειαι βέβαιαι αντί να ζητώνται ακάρπως αι μεγάλαι. Αρχομένου δε του πέμπτου αιώνος, γίνονται θετικώτεραι εργασίαι εις τους επιστημονικούς κλάδους, την αστρονομίαν, τα μαθηματικά, την ιστορίαν, την ιατρικήν και την ζωολογίαν.

Την τάσιν ταύτην ενισχύει το μέγα ρεύμα της περιόδου εκείνης. Το τέλος των μηδικών, όπερ αποκατέστησε την ελληνικήν ελευθερίαν και διέδωκε την συναίσθησιν κοινής εθνότητος, εξαπέλυσε πάσας τας λανθανούσας δυνάμεις του έθνους, στρατιωτικάς, κοινωνικάς και πνευματικάς. Ανεπτύσσοντο τότε μεγάλαι πόλεις· ο πληθυσμός των Αθηνών και του Πειραιώς έφθανεν από 20 εις 100 περίπου χιλιάδας· η δε ιδιοκτησία εξετείνετο ακόμη ταχύτερον. Αι ευκολίαι προς διάθεσιν του χρήματος εμεγάλωσαν· αι εμπορικαί επιχειρήσεις ηνοίχθησαν και απησχόλουν πλειοτέρους εργάτας, ελευθέρους και δούλους. Η μεταξύ των πόλεων συγκοινωνία ήτο κοινοτέρα και οι μέτοικοι, τουλάχιστον εις τας Αθήνας και τας προοδευτικωτέρας πόλεις, επροστατεύοντο υπό του νόμου και εφορολογούντο ελαφρά. Οι κατά πόλεις προστατευτικοί δασμοί πράγματι κατηργήθησαν· τα αθηναϊκά τελωνεία του Πειραιώς εισέπραττον μόνον 1 % επί της εισαγωγής και της εξαγωγής. Συγκρινομένη δε προς άλλους χρόνους η περίοδος της εν Μυκάλη ναυμαχίας ήτο περίοδος μακράς ειρήνης. Το έθνος κατείχετο υπό ενθουσιώδους πεποιθήσεως εις εαυτό, εις την πρόοδον, εις την δημοκρατίαν. Αποτέλεσμα δε ταύτης ήτο η οικονομική πρόοδος, ήτις εξηγεί τόσα πολλά της αθηναϊκής ιστορίας, τον αγώνα του ελευθέρου εργάτου προς καλοπέρασιν διά της πολιτικής υπεροχής. Το άλλο αποτέλεσμα ήτο η υπό του Δήμου ζήτησις πνευματικών ηδονών και η προσφορά τούτων υπό σχήμα κατάλληλον προς κατανάλωσιν λαϊκήν.

Ανέκαθεν οι Έλληνες βαθέως ησθάνοντο την σημασίαν της προσωπικής αξίας, της αρετής, και της γνώσεως ή ικανότητος, της σοφίας. Αλλά πώς ήτο δυνατόν ν' αποκτηθή αύτη; Καθώς ο αγνιστής ηδύνατο ν' αγνίση τον εναγή και ο ανδραποδιστής να εξανδραποδίση τον ελεύθερον, δεν ηδύνατο τάχα και κάποιος σοφιστής να καταστήση τινά σοφόν; Εις την ζήτησιν ταύτην απήντησαν άνδρες διάφοροι τον χαρακτήρα και κατά διαφόρους τρόπους εννοούντες την σοφίαν. Τινές τούτων απέρριψαν το όνομα σοφιστής, ως υπερβολικόν. Άλλοι υπεστήριζον ότι η σοφία είναι διδακτή, όχι όμως και η αρετή. Ταύτην δύναται να μάθη τις μόνον κατά πράξιν. Ο Γοργίας αμφέβαλλεν εάν ηδύνατο να διδάξη τίποτε· ισχυρίζετο μόνον ότι ήτο καλός ρήτωρ. Ο ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ τολμηρώς εδέχετο το όνομα σοφιστής και επηγγέλλετο να διδάξη πολιτικήν αρετήν· εκήρυσσε δε το χαρακτηριστικόν δόγμα των περιόδων της γνώσεως, ότι το αμάρτημα προέρχεται εκ της αγνοίας και ότι η παιδεία δημιουργεί τον χαρακτήρα. Οι σοφισταί επεβάλλοντο μάλλον διά του βίου και της υπολήψεως αυτών ή διά των συγγραμμάτων, αλλά και παν ό,τι έγραψαν, εχάθη σχεδόν όλον. Σήμερον δε μανθάνομεν τα κατ' αυτούς μόνον παρά των αντιπάλων των· δηλαδή αφ' ενός μεν παρά του Αριστοφάνους και της αμαθεστέρας μερίδος, αφ' ετέρου δε παρά της παραδόσεως του τετάρτου αιώνος, αντιθέτου και πολιτικώς και φιλοσοφικώς προς το πνεύμα του πέμπτου.

Εάν είχομεν ωρισμένην μαρτυρίαν της γνώμης του Πλάτωνος περί των μεγάλων σοφιστών των Περικλείων χρόνων, αύτη θα ήτο πιθανώς ομοία της περί Μιλλ και Κόβδεν γνώμης του Ράσκιν. Αλλά τοιαύτην μαρτυρίαν δεν έχομεν. Διότι ο Πλάτων δεν γράφει ιστορίαν· γράφει ιδίαν τινά μορφήν πλαστού δράματος, ού τα πρόσωπα πρέπει να είναι πρώτον μεν ιστορικά, δεύτερον δε σύγχρονα του πρωταγωνιστού Σωκράτους. Όπου δε πράγματι ζητεί να περιγράψη τους ανθρώπους του καιρού εκείνου, καθώς εν τω Πρωταγόρα, παρέχει λεπτοτάτην αλλ' αληθινήν σάτιραν. Συχνότατα όμως ουδέ αποβλέπει εις την γενεάν εκείνην. Εάν π. χ. του απαρέσκη ρήτωρ τις του 370-360 π. Χ., εκφράζει την γνώμην του διά κριτικής του Σωκράτους περί του Λυσίου. Εάν πάλιν θέλη ν' αποστομώση τους ιδικούς του φιλοσοφικούς αντιπάλους, αμέσως ανατρέπει εις βάρος του αρχαίου Πρωταγόρου πάντα τα παραδοξολογήματα του Αντισθένους και την φιλοσοφικήν ανακολουθίαν του Αριστίππου.

Και κατά μεν τας περιπτώσεις ταύτας δυνάμεθα ν' ανακαλύψωμεν τον πραγματικόν εισηγητήν της αναιρουμένης θεωρίας. Αλλά κάποτε και την θεωρίαν αυτήν φαίνεται ότι επενόει ο Πλάτων. Εάν π. χ. εζήτει ν' αποδείξη ότι η ηθική έχει βάσιν εν τω λόγω ή ότι οι πονηροί είναι πάντοτε δυστυχείς, ήτο ηναγκασμένος να επινοήση κάποιον υποστηρίζοντα τα εναντία. Οσάκις δ' ενόμιζε — καθώς πολλοί συζητηταί, — ότι η αντίθετος όψις θα εφαίνετο λογικωτέρα, εάν υπεστηρίζετο κατά την εσχάτην και αναιδή μορφήν της, τότε μόνος τρόπος υπήρχε να παραστήση το ανδρείκελον εκείνο έχον ή κυνικήν ψυχρότητα ή τυφλήν μανίαν, φθάνον εις το αναγκαίον άκρον και εκεί ανατρεπόμενον. Αλλά τις θα ήτο το νευρόσπαστον; Κάποιος, ει δυνατόν, όχι φανερώς ακατάλληλος, του οποίου αι υποτιθέμεναι αρχαί αορίστως να νομίζονται κάπως ανάλογοι προς τανήθικα αισθήματα, όσα επρόκειτο ν' αναπτύξη.

Εν τω α' βιβλίω της Πολιτείας παριστάνεται Θρασύμαχος ο Καλχηδόνιος συνήγορος της απολύτου αδικίας, ισχυριζόμενος ότι ο νόμος και η δικαιοσύνη είναι μέσα του αδυνάτου, όπως παραλύση την ελευθέραν ενέργειαν του ισχυροτέρου. Αλλ' απιθανώτατον είναι ότι ο τίμιος εκείνος δημοκρατικός υπεστήριξέ ποτε τοιαύτας δοξασίας, αφού πολιτικώς ετάσσετο υπέρ της μέσης τάξεως, κατά δε τα 411 ωμίλησε μετριοπαθώς, αμέτρως δ' επολέμησε μόνον Αρχέλαον τον Μακεδόνα, τον τύπον της ευτυχούσης αδικίας, σωζόμενον δε απόσπασμα του Θρασυμάχου, όστις ήτο και δόκιμος αγορητής, λέγει ότι η επιτυχία του αδίκου αρκεί ώστε ο άνθρωπος ν' αμφιβάλλη περί της υπάρξεως θείας προνοίας. Η εύρεσις άρα του Πλάτωνος ήτο τω όντι απιθανωτάτη· δεν είναι δε άπορον ότι παριστά το ανδρείκελον παραφερόμενον πριν ή δράση.

Τούτο είναι το κύριον έγκλημα, όπερ κατέστησε τον Θρασύμαχον τύπον διεφθαρμένου και πλεονέκτου σοφιστού, το δε άλλο είναι ότι, ενώ συνήθως έκαμνε δημοσίας «επιδείξεις», ηρνήθη να διαλεχθή δωρεάν προς τον Σωκράτη και τους νεαρούς του φίλους, των οποίων γνωστός σκοπός ήτο ν' αντικρούσωσιν ό,τι έμελλε να είπη.

Όσα δε λέγει ο Αριστοφάνης περί των σοφιστών είναι, εννοείται, απλαί λοιδορίαι· κατά καλήν δε τύχην λοιδορεί και τον Σωκράτην, ώστε γνωρίζομεν της πολεμικής του την αξίαν. Όσα δε λέγουσιν οι Σωκρατικοί — η κυρία πηγή των ειδήσεων ημών — φέρουσι το χρίσμα εκείνο της πίστεως αυτών περί του ενός ιδεώδους εκείνου Δικαίου, του φονευθέντος υπό του πλήθους· κατ' αυτούς ουδείς δύναται να παραβληθή προς τον Σωκράτην. Αλλ' αυτός ο Σωκράτης έλεγε μόνον ότι δεν ηδύνατο να επικρίνη την φιλοσοφίαν των σοφιστών μάλλον ή την γλυπτικήν τέχνην του Φειδίου και την πολιτικήν του Περικλέους. Οι σοφισταί ήσαν «άνθρωποι του κόσμου»· αλλ' ίσως συγκρινόμενοι προς τον Σωκράτην, ήσαν επίπλαστοι· το δε κατ' εκείνον πραγματικόν αυτών σφάλμα ήτο το πνεύμα όπερ είχον άπαντες, ήτοι το επιστημονικόν, το προοδευτικόν, το δημοκρατικόν, το υπερθαρραλέον πνεύμα των Αθηνών κατά την πρωίαν του μεγαλείου των.

Η κυρία αυτών αποστολή ήτο η διδασκαλία, η διαφώτισις του πνεύματος της Ελλάδος, η απόρριψις των ταπεινών μύθων και των αναποδείκτων κοσμογονιών, η τροπή της σκέψεως προς γονίμους τόπους. Πολλοί τούτων ήσαν έξοχοι και πρωτότυποι στοχασταί. Ο ΓΟΡΓΙΑΣ απέδειξεν ανόητον την Ελεατικήν σχολήν. Ο δε Πρωταγόρας εκαθάρισε τον ορίζοντα, διδάξας το σχετικόν της γνώσεως. Πολλοί σοφισταί νομίζοντες την σοφίαν ως σημαίνουσαν γνώσιν της φύσεως, είναι γνωστοί εις ημάς κυρίως εκ των Ιπποκρατικών συγγραμμάτων και των φανερών προόδων των τότε γενομένων εις ποικίλας επιστήμας, ιδίως την ιατρικήν, την αστρονομίαν, την γεωμετρίαν και την μηχανικήν. Η Κως, τα Άβδηρα, αι Συράκουσαι θα ηδύναντο να μας είπωσι πολλά περί αυτών. Αλλ' αι Αθήναι, η μόνη μας πηγή, εσκέπτοντο τότε περί άλλων, κοινωνικών και ανθρωπίνων προβλημάτων. Εκεί ο Πρωταγόρας έδειξε φιλοσοφικήν της δημοκρατίας βάσιν, ισχυριζόμενος ότι οι πλείστοι των ανθρώπων έχουσι την αίσθησιν του δικαίου και την αίσθησιν της αιδούς — αι εξαιρέσεις είναι θηρία, τα οποία πρέπει να εξαλειφθώσιν — αι δύο δε αύται ιδιότητες μάλλον ή αι διανοητικαί δυνάμεις είναι της κοινωνίας αι ρίζαι. Ο δε μαθητής του Γοργίου Αλκιδάμας είναι ο μόνος αναφερόμενος ως προτείνας εν τη πρακτική πολιτική την κατάργησιν της δουλείας — διότι θεωρητικώς, εννοείται, προέτειναν τούτο πολλοί. Ο δε Αντιφών ο σοφιστής, αντιπροσωπεύει, ίσως μόνος, την θεωρίαν ότι η σύζυγος είναι «άλλο εγώ» και πολυτιμοτέρα παντός φίλου.

Εν τη ιστορία ο ΙΠΠΙΑΣ έβαλε τα θεμέλια εθνικού χρονολογικού συστήματος, δημοσιεύσας αναγραφήν των Ολυμπιονικών. Της δε γλωσσικής επιστήμης τας βάσεις έθεσαν άνδρες, οίοι ο ΠΡΟΔΙΚΟΣ και ο Πρωταγόρας, ο μεν πρώτος επιμένων εις την ακριβή διάκρισιν των φαινομένων συνωνύμων, ο δε δεύτερος αποδεικνύων ότι η γλώσσα δεν είναι τίποτε θείον και αναμάρτητον, αλλ' ανθρώπινον και μεταβλητόν έχον κανόνας και εξαιρέσεις. Πολλοί δε των σοφιστών, ως ο Ιππίας και ο Πρόδικος, ήσαν αληθείς κήρυκες της καθόλου ηθικής· άλλοι δε, καθώς ο Γοργίας, ήσαν γνήσιοι καλλιτέχναι. Το όλον κίνημα των σοφιστών ήτο ηθικόν άμα και πνευματικόν, ήτο δε όλως απηλλαγμένον της διαφθοράς και της ανομίας, ήτις εμόλυνε, λόγου χάριν, την ιταλικήν αναγέννησιν. Αναμφισβήτητον είναι ότι οι σοφισταί, αναλαβόντες την εκπαίδευσιν του έθνους, εξεπαίδευσαν αυτό. Ο χαρακτήρ του συνήθους Έλληνος του τετάρτου αιώνος, — το ανθρώπινον, η αίσθησις του δικαίου, το θάρρος, και η ηθική φαντασία ανυψώθησαν τρόπον τινά μέχρι του ύψους των ανωτέρων ανδρών του πέμπτου αιώνος και πολύ υπεράνω οιουδήποτε λαού μέχρι χιλίων ετών κατόπιν. Οπωςδήποτε οι σοφισταί είναι οι πνευματικοί και διανοητικοί αντιπρόσωποι των Περικλείων χρόνων· οι περιφρονηταί αυτών ας δημιουργήσωσι νέους ομοίους χρόνους. (204)

ΣΠΟΡΑΔΙΚΑ ΕΡΓΑ.


Πραγματική πηγή της αττικής πεζογραφίας δεν πρέπει να θεωρηθή η ανθηρά τέχνη του Γοργίου, ουδέ η περίτεχνος ρητορική του Τεισίου, καθά ο Αριστοτέλης, μηχανικώς μάλλον, υποθέτει· είναι οι πολιτικοί λόγοι και τα πολιτικά φυλλάδια αυτών των Αθηνών. Εάν δε θέλωμεν στιγμήν τινα ως χρονολογικόν όριον, δυνάμεθα να ορίσωμεν την κατά τα 454 π. Χ. μεταφοράν του συμμαχικού θησαυρού εκ Δήλου, το χαρακτηριστικώτατον των γεγονότων, όσα κατέστησαν τας Αθήνας όχι μόνον ταμείον, νομισματοκοπείον και ανώτατον δικαστήριον, αλλά και νομικόν και εμπορικόν κέντρον της Ανατολικής Ελλάδος. Έκτοτε εσωρεύθη μεγίστη νομική και δικαστική εν Αθήναις εργασία, πληρώσασα τας χείρας των δυνατών εις το λέγειν και το γράφειν, προσελκύσασα πανταχόθεν του κράτους άνδρας ικανούς και δώσασα εις την αττικήν διάλεκτον έξοχον και οικουμενικόν κύρος. Κατά την αρχήν της ηγεμονίας αυτοί οι Αθηναίοι ολίγα έγραφον· εκυβέρνων· άφησαν δε τους συμμάχους ν' αφιερώσωσιν εις τα γράμματα όσην ενέργειαν δεν εδικαιούντο να χρησιμοποιήσωσιν εις την πολιτικήν.

ΙΩΝ ο Χίος (προ του 490-423 π. Χ.) είναι παράδειγμα τούτου. Ήτο αριστοκρατικός, φίλος του Κίμωνος και του βασιλέως Αρχιδάμου και πιθανώς επολέμησε μετά των συμμάχων κατά της Ηιόνος τω 470. Αλλά δεν εύρισκεν άλλο στάδιον εκτός της λογοτεχνίας. Έγραψε λοιπόν τραγωδίας — εννοείται αττικιστί — και επέτυχε μεγάλως· ευχαρίστως δε βλέπομεν (εκ του αποσπ. 63) ότι ηδύνατο ελευθέρως να εκφράζη ενώπιον των Αθηναίων ενθουσιώδη προς την Σπάρτην θαυμασμόν χωρίς, καθόσον ηξεύρομεν, να πάθη τίποτε δυσάρεστον. Έγραψε και *Χίου κτίσιν καί τινα βιβλία περί Πυθαγορικής φιλοσοφίας. Αλλά λυπηρά προ πάντων είναι η απώλεια των υπομνημάτων αυτού, όπου δι' απερίττου και ευκόλου ύφους διηγείτο τας εις την νήσον του επισκέψεις, *«Επιδημίας·» πολλών επιφανών ξένων. Το περί Σοφοκλέους μακρόν απόσπασμα είναι διαφέρον, αν και η εντύπωσις, ήν αφήνει, περί της τότε αστειολογίας και χάριτος αρέσκει τόσον ολίγον εις την σημερινήν καλαισθησίαν, όσον και τα χονδρά λογοπαίγνια της αυλής της βασιλίσσης Ελισάβετ. (205)

Όλως διάφορον πρόσωπον ήτο ΣΤΗΣΙΜΒΡΟΤΟΣ ο Θάσιος, άνθρωπος, έχων μερικήν ευκολίαν εις το γράφειν και αρκετήν παιδείαν, αντί δε χαρακτήρος πολιτικόν πάθος κατά της αθηναϊκής ηγεμονίας. Ήτο (καθώς ο δυσηρεστημένος νησιώτης, προς όν απαντά ο Ισοκράτης εν τω Πανηγυρικώ), αντιπρόσωπος της ολιγαρχικής μερίδος, της ζητούσης την διάλυσιν της συμμαχίας, ήτοι εκ των αριστοκρατικών και των εξ αυτών εξηρτημένων, όσοι έχασαν και την δύναμιν και την ιδιοκτησίαν ένεκα της επικρατήσεως των Αθηνών, και εμίσουν και την δημοκρατίαν και την συμμαχίαν. Αλλ' όμως ήλθεν εις τας Αθήνας όπως τόσοι άλλοι των Θασίων, ως λέγει ο Ηγήμων,

ευκούρων βδελυρών, ολλύντων τ' ολλυμένων τε
ανδρών, οι νυν κείθι κακώς κακά ραψωδούσιν.

{ Close-shorn, not over nice, whom sheer Want ships on the packet, Damaged and damaging men, to profess bad verses in Athens }

Ο Στησίμβροτος εδίδαξεν επιτυχώς ως σοφιστής, έγραψε δε περί Ομήρου και της τρεχούσης πολιτικής. Τέλος δε ηδυνήθη να χύση την χολήν του εις τέλειον αριστούργημα πολιτικού λιβέλλου *Περί Θεμιστοκλέους, Θουκυδίδου και Περικλέους. Και ο μεν Θεμιστοκλής και Περικλής ήσαν οι κυριώτατοι εχθροί του· ο δε υιός του Μελησίου, ο αντίπαλος του Περικλέους, εύρισκεν ίσως ολίγην συγγνώμην, όπως ο Κίμων, όν έλεγεν «ούτε μουσικήν, ούτε άλλο τι μάθημα των ελευθερίων . . . εκδιδαχθήναι, δεινότητός τε και στωμυλίας Αττικής όλως απηλλάχθαι, και τω τρόπω πολύ το γενναίον και αληθές ενυπάρχειν και μάλλον είναι Πελοποννήσιον το σχήμα της ψυχής του ανδρός» { although an abject boor, ignorant of every art and science, had at least the merit of being no orator and possessing the rudiments of honesty ; he might almost have been a Peloponnesian!}. Εάν ο Στησίμβροτος δεν ήτο αηδής ψεύστης, ηδύνατο κανείς να τον συμπαθήση· αλλά τώρα το μόνον δυνάμενον να λεχθή υπέρ αυτού είναι ότι δεν ήτο, καθώς συνήθως νομίζεται, και θρησκευτικός υποκριτής· το περί * Μυστηρίων βιβλίον του φαίνεται μάλλον επίθεσις. Διότι τα μυστήρια ήσαν καθαρώς και χαρακτηριστικώς αθηναϊκόν κτήμα, όπου, καθώς λέγει ο Ισοκράτης, οι λοιποί Έλληνες εγίνοντο δεκτοί μόνον εκ φιλανθρωπίας· ο δε Στησίμβροτος θα ήτο ψεύστης και προς εαυτόν, εάν τα ετίμα. Ο άνθρωπος ήτο είδος αδιαλλάκτου και ριζοσπαστικού δημοσιογράφου, μορφή νεωτερίζουσα μεταξύ των αρχαίων, ευπατρίδης ικανός και πεπαιδευμένος, του οποίου την φιλοδοξίαν εδέσμευσαν αι πολιτικαί ανάγκαι. (206)

Όμοιος προς τον Στησίμβροτον κατά τας γενικάς πολιτικάς θεωρίας, αλλ' απείρως απέχων αυτού κατά τας διαθέσεις είναι ο ανώνυμος εκείνος Ολιγαρχικός, ο γράψας την ανεκτίμητον πραγματείαν περί της Αθηναίων πολιτείας, ήτις διεσώθη ένεκα τυχηράς πλάνης του εκδότου, ως έργον του Ξενοφώντος. Και όμως δεν είναι μόνον ανόμοιον προς το ύφος και τας γνώμας του Ξενοφώντος, αλλά προφανώς ανήκει εις την περίοδον την προ της σικελικής καταστροφής. Είναι δε πράγματι το αρχαιότατον των σωθέντων τεμαχίων της αττικής πεζογραφίας και παριστά, σχεδόν μόνον, το κοινόν αττικόν ύφος, το προ της επιδράσεως του Γοργίου και των ρητόρων. Είναι οικείον, απλούν, ζωηρόν, ακολουθεί την ελευθέραν γραμματικήν του διαλόγου, έχει προτάσεις ασυνδέτους και συχνάς αλλαγάς αριθμών και προσώπων. Αφήνει δε, καθώς μέρη τινά του Αριστοτέλους, την εντύπωσιν γυμνής, αφράστου σκέψεως. Ο Ολιγαρχικός έχει σαφή αντίληψιν της σημασίας της αθηναϊκής δημοκρατίας και δεχόμενος προς στιγμήν ότι αυτός και οι φίλοι του είναι οι «γενναίοι και οι χρηστοί» «εν δε τω δήμω αμαθία τε πλείστη και αταξία και πονηρία» βλέπει σαφώς και ορθώς και όχι αδίκως την κατάστασιν, αρχόμενος ως εξής· «Περί μεν της Αθηναίων πολιτείας, ότι μεν είλοντο τούτον τον τρόπον της πολιτείας ουκ επαινώ διά τόδε, ότι ταύθ' ελόμενοι, είλοντο τους πονηρούς άμεινον πράττειν ή τους χρηστούς· διά μεν ουν τούτο ουκ επαινώ· επεί δε ταύτα ούτως έδοξεν αυτοίς, ως ευ διασώζονται την πολιτείαν και τάλλα ευ διαπράττονται, ά δοκούσιν αμαρτάνειν τοις άλλοις Έλλησι, τούτ' αποδείξω». { I dislike the kind of constitution, because in choosing it they have definitely chosen to make the Vile better off than the Noble. This I dislike. But granted that this is their intention, I will show that they consent the spirit of their constitution well, and manage their affairs in general well, in points where the Greeks think them most at fault. } Ευρίσκει δε και αρκετά δίκαιον το καθεστώς, «ότι ο δήμος εστιν ο ελαύνων τας ναυς και την δύναμιν περιτιθείς τη πόλει» [2]. { for it is the masses that row the ships, and the ships that have made the Empire } Και είναι μεν αληθές ότι δεν ακολουθούσι τας οδηγίας των χρηστών, αλλ' «ο βουλόμενος αναστάς άνθρωπος πονηρός εξευρίσκει το αγαθόν αυτού τε και τοις ομοίοις» { the first Vile man who likes, stands up and speaks to the Assembly } διότι «η τούτου αμαθία και πονηρία και έννοια μάλλον λυσιτελεί ή η τον χρηστού αρετή και σοφία και κακόνοια» { does somehow find out what is to his interest and that of the masses. Ignorance plus Vileness plus Loyalty is a safer combination in an adviser of the Demos than Wisdom plus Virtue plus Disaffection. } ήτοι δυσμένεια προς τον δήμον [7]. Και είναι μεν λυπηρόν ότι «ισηγορίαν και τοις δούλοις προς τους ελευθέρους εποιήσαμεν και τοις μετοίκοις προς τους αστούς, αλλά τούτο «διότι δείται η πόλις και δούλων και μετοίκων διά τε το πλήθος των τεχνών και διά το ναυτικόν» [12].

Ο συγγραφεύς διεξέρχεται το πολίτευμα, αλλά δεν ευρίσκει σπουδαίον αυτού ελάττωμα· το παν είναι τοιουτοτρόπως κατηρτισμένον, αι αρχαί, αι συμμαχίαι, αι χορηγίαι, αι γυμνασιαρχίαι, ώστε ασφαλίζουσι την παντοδυναμίαν του Δήμου. Παραδείγματος χάριν, το σύστημα του εξαναγκασμού των συμμάχων να έρχωνται χάριν της δίκης των εις τας Αθήνας είναι μεν καταπιεστικόν και ενίοτε κατακρατεί τους διαδίκους και έν ολόκληρον έτος, μέχρις ού δικασθώσιν αι υποθέσεις, αλλά παρέχει μισθούς εις τους δικαστάς και καθιστά τον μεν Δήμον ικανόν να επιβλέπη και τα ιδιαίτερα έργα των συμμάχων και να παρατηρή ότι οι χρηστοί ουδαμού επικρατούσιν, τους δε συμμάχους να εννοώσιν ότι ο πραγματικός κύριος αυτών είναι το πλήθος και όχι οι πλούσιοι ναύαρχοι και τριήραρχοι, ούς βλέπουσιν αντιπροσωπεύοντας την πάλιν αλλαχού. Έπειτα δε το σύστημα τούτο αποφέρει και φόρους, ωφελεί τους κήρυκας, τους έχοντας να διαθέσωσιν οικίας ή ίππους ή ανδράποδον! Αληθώς, εάν είχομεν εκατόν παρομοίας σελίδας αντί των δεκατριών της πραγματείας ταύτης, η περί της αθηναϊκής ιστορίας έννοια ημών θα ήτο πολύ σαφεστέρα ή όσον είναι.

Αλλ' είναι δύσκολον να εξακριβώσωμεν τας βλέψεις του Ολιγαρχικού. Συζητεί ψυχρώς την πιθανότητα επαναστάσεως, και θεωρεί τα ημίμετρα ως όλως άχρηστα, τον δε όλεθρον της δημοκρατίας ως έργον δυσκολώτατον, καθόσον δεν υπάρχουσι πολλοί δυσηρεστημένοι, ο δε Δήμος δεν υπήρξε λίαν άδικος. Εν γένει δε μόνον η κατά ξηράν εισβολή είναι δυνατή· εάν δε η πόλις ήτο νήσος, θα ήτο άτρωτος.

Το έργον φαίνεται ως έκκλησις Αθηναίου αριστοκρατικού προς τους αριστοκρατικούς των συμμάχων, υπερασπίζουσα τας Αθήνας δι' εξόδων του Δήμου· «ημείς οι αριστοκρατικοί σας συμπαθούμεν· τα παράπονά σας δεν είναι αποτελέσματα κακοβούλου καταπιέσεως ή εμφύτου κακίας των Αθηναίων, αλλά τα φυσικά επακόλουθα του σημερινού πολιτεύματος· εάν δοθή ευκαιρία μεταβολής αυτού, θα την δράξωμεν· επί του παρόντος τούτο θα ήτο παραφροσύνη». (207)

ΚΡΙΤΙΑΣ ο «τύραννος» έγραψε *Πολιτείας· το δε ύφος του, εάν κρίνωμεν εκ των αποσπασμάτων, ομοιάζει το του Ολιγαρχικού· αναφέρεται δε ως μεταχειριζόμενος την ειδικήν λέξιν διαδικάζειν ακριβώς κατά την έννοιαν, ήν έχει και εδώ. Αλλά το πνεύμα της πραγματείας ταύτης είναι όλως ξένον του ανησύχου εκείνου δοξοκόπου, οποίον γνωρίζομεν τον Κριτίαν του 404. Και όμως ο Κριτίας, ο εμποδίζων τας ταραχάς κατά την επανάστασιν του 411, ο προτείνας την ανάκλησιν του Αλκιβιάδου και την υπερορίαν {banishment} του πτώματος του Φρυνίχου, ίσως άγει προς άλλον μετριοπαθή και όχι πολύ νεαρόν Κριτίαν του 417- 414, όπου τάσσεται το πόνημα του Ολιγαρχικού υπό του Müller- Strübing και του Bergk. (208)

Μεταξύ των άλλων πολιτικών συγγραφών του καιρού εκείνου ήτο η περίφημος *Απολογία του Αντιφώντος, οι *Βίοι του Κριτίου, η * Πολιτεία του Θρασυμάχου και ιστορία τις των συμβάντων του 411, χρησιμεύσασα ως βάσις της εν τη Αθηναίων Πολιτεία αφηγήσεως του Αριστοτέλους. Και περιείχε μεν εγκώμιον της δράσεως του Θηραμένους και την τολμηράν θεωρίαν ότι η επανάστασις, ήν εσκόπευεν εκείνος, ήτο πράγματι αποκατάστασις του γνησίου πολιτεύματος του Δράκοντος, αλλά δεν θα ήτο έργον αυτού του Θηραμένους, αφού δεν εξέφραζεν εξαιρετικόν μίσος κατά του Κριτίου και των άκρων ολιγαρχικών. Η αυτή θέρμη προς πολιτικήν φυλλαδογραφίαν κατέλαβε και τον Παυσανίαν, τον εξόριστον βασιλέα της Σπάρτης, όστις επολέμησε τον Λύσανδρον και τους εφόρους διά διατριβής περί του βίου του Λυκούργου.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΦΡΟΝΙΣΚΟΥ ΑΛΩΠΕΚΗΘΕΝ.


Μεταξύ των σοφιστών του πέμπτου αιώνος ήτο και είς, εις όν ήτο ανάρμοστον το όνομα τούτο ή και οιονδήποτε άλλο, κατατάσσον αυτόν εις τους έπειτα φιλοσόφους· άνθρωπος εκτάκτως ανεξάρτητος· ζων εντός κόσμου όλως χωριστού βίον αδιακόπου ηθικής και διανοητικής ερεύνης, εντός χώρας πλουσίας εις απόδοσιν αγάπης, αλλά και διψώσης αγάπην, εξ άλλου όμως αγόνου εις τα αισθήματα και τας απαιτήσεις του πλήθους. Τούτο καθίστανε τον σοβαρώτατον των ανθρώπων κέντρον ευθυμολογίας, εμπαίζοντα και εκουσίως εμπαιζόμενον. Ο άνθρωπος εκείνος εξεσκέπαζε την ζωήν τόσον εντελώς και γυμνώς, ώστε πολλάκις έκαμνε τον κόσμον να γελά, διότι εσυνήθιζεν αφελέστατα να ερωτά παράξενα ζητήματα, να εκβιάζη επιμόνως απαντήσεις, να χορεύη μόνος του κατ' οίκον χάριν ασκήσεως και να ομιλή ανυποκρίτως περί των ενδομύχων του αισθημάτων. Ήτο και άσχημος· χονδρός, ηλιοκαής, φορών κακά φορέματα, συνήθως ανυπόδητος, εξόφθαλμος, και σχεδόν αγριωπός την όψιν· υποκείμενος εις συχνούς παροξυσμούς, ενίοτε σιωπηλός επί ημέρας, συνήθως ακούραστος και προτρεπτικός ομιλητής, και κάποτε θαυμασίως ευφραδής· βαθύτατος των ανθρώπων παρατηρητής, αφήνων αυτούς παραλύτους, ως έλεγεν ο Αλκιβιάδης (209) και αγανακτούντας «ως ανδραποδωδώς διακειμένους»· κάποτε αμίμητος ευθυμολόγος και κάποτε ανεκφράστως σοβαρός· αλλά πάντοτε πρωτότυπος και όλως απροσποίητος.

Οι γονείς του Σωκράτους ήσαν άνθρωποι ασήμαντοι· μαία και λιθοξόος — προφανώς λιθοξόος άσημος, διότι άλλως η σύζυγός του δεν θα εξηκολούθει το επάγγελμά της. Αυτός δε ο Σωκράτης δεν κατώρθωνε να οικονομή ουδέ τα ολίγα όσα είχε, και χωρίς να το εννοή, θα έπιπτεν εις στερήσεις. Επάγγελμα δεν είχε· και αν έμαθε γλυπτικήν, δεν την εξήσκησε· διδάσκων, δεν εδέχετο μισθόν και δεν επίστευεν ότι εδίδασκε και τίποτε. Πότε απέρριπτεν άνευ λόγου, και πότε πάλιν εδέχετο των πλουσίων φίλων του τα δώρα. Τοιουτοτρόπως έκαμνεν ευλογώτατα την γυναίκα του Ξανθίππην ν' αδημονή· εσύρετο δε όπου ήθελεν εκείνη. Ζων εντός του κέντρου της παιδείας, δεν είχε τελείαν αγωγήν, και εντός του πολιτικού κλιβάνου ήτο ψυχρός προς την πολιτικήν. Ουδέποτ' εταξείδευσε και παρημέλησε την καλλιτεχνίαν· και εγνώριζε μεν αρκετήν ποίησιν, αλλά πάντοτ' εξήταζεν αυτήν ως ψιλόν πεζόν λόγον. Εις τας στρατείας εδεικνύετο ατρόμητος, αλλ' ενίοτ' έπιπτεν εις βαθείας εκστάσεις επικινδύνους. Κατά τα τελευταία του έτη, ότε πρώτον ημείς γνωρίζομεν αυτόν, διεκρίνετο διά την άκραν αδιαφορίαν προς τας σωματικάς απολαύσεις ή τας λύπας. Αλλά φαίνεται ότι δεν υπήρξε πάντοτε τοιούτος, και ότι ο γέρων, ο μη αισθανόμενος τους παγετούς και λησμονών αν είχε φάγει, ο δυνάμενος να πίνη όλην την νύκτα χωρίς να ζαλισθή, είχε περάσει τρικυμιώδη και περιπαθή νεότητα. Διότι ο Σπίνθαρος, ο πατήρ του Αριστοξένου, εις των ολίγων μη μαθητών, όσοι εγνώρισαν αυτόν νέον, έλεγεν ότι ο Σωκράτης ήτο ανήρ σφοδρών παθών, αχαλινώτου θυμού και ισχυρών επιθυμιών.

Τα θετικά διδάγματα του ανδρός ήσαν ολίγα. Ο Σωκράτης εκολλάτο εις το παράδοξον δόγμα, ότι αρετή είναι η γνώσις, θεωρίαν, ήν επολέμησε πρώτον μεν ο Ευριπίδης, έπειτα δε ο Αριστοτέλης — τουλάχιστον κατά την κοινήν εκδοχήν· αλλ' αυτός θα απέδιδε βεβαίως άλλην, όχι κοινήν σημασίαν. Δεν είχε δε πολλά επίκτητα χαρίσματα, ουδ' εφρόντισε ν' αποκτήση, ότε δε ηλικιωμένος ήδη, απεφάσισε να μάθη μουσικήν, ετράπη κατ' ευθείαν εις το σχολείον και εδιδάσκετο μεταξύ των παιδίων. Αδιακόπως εμελέτα έν πρόβλημα, όπερ ουδέποτε κατώρθωσε πράγματι να λύση, και όπερ ουδείς θνητός έλυσεν. Ησθάνετο ότι η μεγάλη αλήθεια, την οποίαν ανεζήτει, θα είναι πανταχού ορατή, εάν μόνον γνωρίζωμεν να παρατηρώμεν· ότι δεν χρειαζόμεθα περισσοτέραν γνώσιν, αλλ' απλώς συνείδησιν του τι έχομεν εντός μας. Υπαινισσόμενος δε το επάγγελμα της μητρός του, ωνόμαζε παίζων την μέθοδόν του « μαιευτικήν ».

Μετά της πίστεως ταύτης εις ύπαρξιν πραγματικής εντός του ανθρώπου αληθείας ο Σωκράτης είχε και αληθινήν μεγαλοφυίαν εις την επίκρισιν. Συχνά υπερβολικός εις την μέθοδόν του, αλλά πάντοτε βαθυτάτα τίμιος εις τον σκοπόν του, επεζήτει θεμελιώδεις πεποιθήσεις και αρχάς παρά οιουδήποτε, φιλοσόφου, πολιτικού, τεχνίτου ή κοινού ανθρώπου, δεχομένου να συζητήση προς αυτόν, το δε αποτέλεσμα ήτο πάντοτε καταλυτικόν. Αι συζητήσεις εκείναι ήσαν, εννοείται, προφορικαί· διότι αι μεν Αθήναι δεν ήσαν ακόμη τόπος ώριμος προς γραπτάς επικρίσεις, ο δε Σωκράτης δεν κατώρθωνε να γράψη λόγον συνεχή. Απεδοκίμαζε τα βιβλία καθώς και πάσαν μακρολογίαν, διατεινόμενος ότι δεν ηδύνατο να τα παρακολουθή και ότι είχεν ανάγκην να ερωτά κατά πάσαν φράσιν.

Ο Σωκράτης ουδέποτε κατενοήθη· φαίνεται δε ότι παρά πάσαν την επιμονήν του εις το γνώθι σαυτόν, ουδέ ο ίδιος ενόησε τον εαυτόν του. Οι όλως αντίθετα φιλοσοφούντες διετείνοντο ότι ήσαν οπαδοί του. Οι φίλοι του, Ευκλείδης ο Μεγαρεύς και Φαίδων ο Ηλείος, φαίνεται ότι εμάνθανον παρ' αυτού κυρίως διαλεκτικήν, λογικήν και μεταφυσικήν, στηριζομένην επί Ελεατικών θεωριών. Δύο άλλοι, ο Αισχίνης και ο Απολλόδωρος, κύριον δόγμα του ανδρός ενόμιζον τον εξωτερικόν τρόπον του βίου. Ο Αντισθένης, ο ιδρυτής της κυνικής σχολής, επίστευεν ότι ηκολούθει τον Σωκράτη, κηρύσσων εξ ίσου μάταια τα πλούτη, την δόξαν, την φιλίαν και παν άλλο εν τω κόσμω πλην της αρετής και θεωρών την αρετήν ως γνώσιν του ορθώς ζην, πάσαν δε άλλην γνώσιν ως αναξίαν και δη και αδύνατον. Εξίσου περιεφρόνει την θεωρητικήν γνώσιν και περιωρίζετο εις επιδίωξιν του ορθώς ζην άλλος Σωκρατικός, Αρίστιππος ο Κυρηναίος, αλλ' εταύτιζε το ορθώς ζην προς την απόλαυσιν πάσης ηδονής, εθεώρει δε τούτο ως τον μόνον ψυχολογικώς δυνατόν τρόπον βίου. Εάν δε είναι δυνατόν να είπη τις συντόμως, ποίαν του Σωκράτους άποψιν απέμαξεν ο Πλάτων, αύτη πιθανώς ήτο αφ' ενός μεν η αρνητική αυτού κριτική, η φέρουσα προς την σκέψιν των μεταγενεστέρων Ακαδημεικών, αφ' ετέρου δε η μυστική αυτού άποψις, η άποψις εκείνη, ήν έπειτα εξώθησαν εις τόσην υπερβολήν οι Νεοπλατωνικοί του τετάρτου μ. Χ. αιώνος. Ο Σωκράτης δηλαδή υπέκειτο εις ακουστικήν τινα παράκρουσιν· ενόμιζεν ότι θείον τι «σημείον» φωνάζον τον απέτρεπεν, οσάκις έμελλε να πράξη σφάλμα.

Αλλ' η βαθυτέρα μεταξύ Πλάτωνος και Σωκράτους συγγένεια υπήρχε, φαίνεται, εις κάτι άλλο — εις την αντίληψιν του Έρωτος. Ο ισχυρός δεσμός, ο συνδέων τον Σωκράτη μετά των οπαδών του, το μυστικόν ίσως της αφοσιώσεως και της λατρείας, μεθ' ής άνθρωποι τόσον διάφοροι απέβλεπον προς αυτόν, ήτο η περιπαθής και ακόρεστος εκείνη συγκίνησις, ήν ο Σωκράτης δεν ηδύνατο να ονομάση άλλως. Οι περί τον Περικλή ήσαν ερασταί των Αθηνών. Ο Σωκράτης ήτο εραστής του καλού και του αληθούς και του αγαθού και διά ταύτης της απωτάτης αιτίας παντός έρωτος ηγάπα τους μαθητάς του και πάντας τους προς τον αυτόν σκοπόν εργαζομένους. Και ο μεν Πλάτων εικονίζει τούτο τελείως· ο δε Σωκράτης ίσως είχε μόνον εκλάμψεις τινάς έρωτος· αλλ' είναι φανερόν ότι η σφοδρά εκείνη προσωπική έλξις ανδρός προς άνδρα, η ψυχραίνουσα πολλούς των νεωτέρων αναγνωστών των Πλατωνικών διαλόγων, αρχικώς απορρέει εξ αυτού του Σωκράτους. Αξιοσημείωτον όμως είναι ότι εν τω μέσω των τότε ελληνικών ηθών ο έρως εκείνος ουδέ κατ' αυτήν την δίκην του Σωκράτους έδωκεν αφορμήν οιαςδήποτε μομφής. Παρά Πλάτωνι ο έρως εμφανίζεται κάπως απερίσκεπτος· αλλ' η εξαισία του Αριστοτέλους αντίληψις της φιλίας ουδέν άλλο φαίνεται ότι είναι ή αυτός ο Πλατωνικός έρως υπό άλλο, ψυχρότερον και ασφαλέστερον όνομα.

Αλλά ποία ήτο η πηγή της απείρου του Σωκράτους επιδράσεως επί όλης της έπειτα φιλοσοφίας, αφού κατά τα θετικά φιλοσοφικά πορίσματα δεν ήτο υπέρτερος του Πρωταγόρου, ουδέ ηδύνατο να παραβληθή προς τον Δημόκριτον; Ήτο το δαιμόνιον, η θεία σχεδόν έμπνευσις του ανδρός. Εξωτερικώς μεν η ανεξαρτησία του από πάσης εταιρείας ή σχολής, ούτως ώστε μετά την καταστροφήν εκείνων και την πτώσιν του Πρωταγόρου, του Περικλέους, του Γοργίου, απέμεινε μόνος ορθός και διετήρησε την δόξαν του. Έπειτα δε το μέγα γεγονός, ότι επεσφράγισε την αποστολήν του διά του αίματός του. Ο Σωκράτης ήτο τόσον προφήτης, ώστε να προαισθανθή ότι του ήτο καλόν να αποθάνη· ότι ήτο αδύνατον ν' αρνηθή και μίαν λέξιν εξ όσων επίστευεν ή να στέρξη ό,τι ενδομύχως απέκρουεν. Η Πλατωνική Απολογία βεβαίως είναι πλάσμα· αλλ' έχομεν μαρτυρίας αποδεικνυούσας ότι η προς την ζωήν ή τον θάνατον αδιαφορία, ή μάλλον η υπεράνω τούτων έξαρσις του Σωκράτους, ήτο πραγματική. Τότε δε ο κόσμος ήτο ακόμη ασυνήθιστος εις θρησκευτικάς καταδιώξεις και δεν εγνώριζε πόσοι άνθρωποι είναι έτοιμοι να μαρτυρήσωσι χάριν της πίστεώς των. Αλλά κατά μίαν έποψιν ο Σωκράτης είναι υπέρτερος των μαρτύρων της θρησκείας· ότι δεν απέθανεν ονειρευόμενος στεφάνους δόξης, ουδέ πιστεύων τυφλώς εις ωρισμένην αποκάλυψιν. Απέθανεν απλώς έχων την ήρεμον και άσειστον πεποίθησιν, ότι η αλήθεια είναι πράγματι πολυτιμοτέρα της ζωής, και όχι μόνον η αλήθεια, αλλά και αυτή η άκαρπος ζήτησις της αληθείας. Η καταδίκη του συνεζητήθη πλείστον και σήμερον και το πάλαι· οι Σωκρατικοί, ως ο Αισχίνης και ο Αντισθένης, εξεδίκησαν λαμπρώς αυτήν διά της γραφίδος· ο Πλάτων έγραψε την Απολογίαν, τον Ευθύφρονα και τον Γοργίαν· Ο Λυσίας συνηγόρησεν υπέρ του Σωκράτους υπό μορφήν λόγου· Πολυκράτης ο σοφιστής εδοκίμασε να δικαιολογήση — πιθανώς όχι χάριν απλής σοφιστικής ασκήσεως — την απόφασιν του δικαστηρίου, κατ' αυτού δ' επέπεσον ο Ισοκράτης, γράψας μετά κομψής ειρωνείας τον Βούσιριν, και ο Ξενοφών μετά πειστικότητος όχι πολλής τα Απομνημονεύματά του.

Το κύριον σημείον της δίκης, όπερ πρέπει να φέρωμεν κατά νουν, είναι ότι ούτε οι κατήγοροι του ήσαν ποταποί, ούτε οι δικασταί πάντες «φθείρες», ως ο Μάρκος Αυρήλιος απλώς αποφαίνεται. Είναι δε αναντίρρητον ότι ο Σωκράτης περιεστοιχίζετο πάντοτε υπό νέων αργών, ιδίως των πλουσιωτέρων και μάλλον εκλύτων τάξεων· υπό μίαν δ' έποψιν δεν ωφέλησεν αυτούς· δηλαδή είχον αισθανθή μόνον την καταλυτικήν ενέργειαν της ηθικής του διδασκαλίας χωρίς να νοήσωσι και τον πραγματικόν αυτής σκοπόν. Η δε πολιτική του διδασκαλία ήτο εφεκτική. Ο Σωκράτης δηλαδή δεν ήτο μεν ολιγαρχικός, — αφού ο πρεσβύτατος μαθητής του, ο Χαιρεφών, επολέμησε μετά του Θρασυβούλου εν τη Φυλή — αλλά συνεζήτησε και κατέτριψε την ιεράν ιδέαν της δημοκρατίας, καθώς και πάσης άλλης κατά συνθήκην αρχής. Η δε πόλις μόλις μεν ανέρρωσεν εκ της αιματηράς τυραννίας των δύο μαθητών του, του Κριτίου και του Χαρμίδου, ουδέποτε δε ηδυνήθη ν' αναλάβη εκ της προδοσίας του εταίρου του Αλκιβιάδου. Η δεισιδαιμονία του λαού εξηγείρετο και συνεχέετο εξ ολιγαρχικών σκευωριών, θρησκευτικών προλήψεων και θείας τιμωρίας.

Των κατηγόρων του ο μεν ποιητής Μέλητος ήτο πιθανώς άνθρωπος φανατικός, αγανακτών διά το δαιμόνιον· εξ άλλου δε ασθενής και δειλός, φυλακισθείς παρανόμως υπό των τριάκοντα την αυτήν εκείνην φυλακήν, την οποίαν κατά την παράδοσιν των Σωκρατικών απέστερξεν ο Σωκράτης. Ο δε Λύκων φαίνεται ότι ήτο και τιμώμενος πολιτευτής, κατά του οποίου οι Σωκρατικοί ουδέν άλλο λέγουσιν ή ότι υπήρξε ποτε φανερός του διδασκάλου φίλος. Αλλ' οι δύο εκείνοι άνθρωποι δυσκόλως θα ηδύναντο να επιτύχωσι την καταδίκην του Σωκράτους κατά την συνήθη κατάστασιν της δημοσίας γνώμης, αν μη υπεστηρίζοντο υπό του Ανύτου. Διότι ολίγον έπειτα κατά το αυτό έτος ο Μέλητος κατηγορήσας επί ασεβεία τον Ανδοκίδην, έχων δε εναντίον τον Άνυτον, δεν έλαβε ουδέ το πέμπτον μέρος των ψήφων. Ο Άνυτος όμως ήτο είς των ηρώων της αποκατασταθείσης δημοκρατίας, και μάλιστα είς των επιφανεστέρων του γενναίου εκείνου ομίλου. Ως φυγάς εν τη Φυλή, έσωσε την ζωήν των ολιγαρχικών, όσους συνέλαβον οι περί αυτόν, μετά δε την νίκην ήτο είς των κηρυξάντων την αμνηστίαν και αφήκεν ανενοχλήτους και αυτούς τους κατόχους των δημευθέντων αυτού κτημάτων. Μετά του Σωκράτους είχε παλαιάς σχέσεις· και ήτο μεν αυτός εύπορος βυρσοδέψης, αφιέρωσε δε όλην του την ψυχήν εις την ανατροφήν του υιού του, έτοιμος να κάμη πάσαν προς χάριν του θυσίαν εκτός της ζητουμένης. Ο υιός του ήθελε να γίνη εταίρος του Σωκράτους, να συζή μετά νέων αριστοκρατικών αμφιβόλων αρχών και υπόπτων πολιτικών φρονημάτων, δεν έστεργε δε ν' ακολουθήση το πατρικόν επάγγελμα. Ο δε Σωκράτης αφελώς υπεστήριξε το αίτημά του. Ίσως εάν τότε ο Σωκράτης ηκολούθει τον δρόμον του ή ο Άνυτος τον ιδικόν του, τα πάντα θα ευωδούντο. Αλλά κατά δυστυχίαν ο υιός απέμεινεν απειθής και σκληροκέφαλος· ότε δε ο πατήρ του έφυγεν αντάρτης υπέρ της ελευθερίας, εκείνος παρέμεινεν εις το άστυ μετά του Σωκράτους και των τυράννων, τέλος δε κατήντησε και αδιόρθωτος μέθυσος. Ενώ λοιπόν ο γέρων βυρσοδέψης εμάχετο διά μέσου των αιματωμένων οδών του Πειραιώς, εσκέπτετο ότι ο σειληνόμορφος εκείνος σοφιστής εξηκολούθει να ζη εν Αθήναις, ευτυχής επί της τυραννίας όσον επί της δημοκρατίας, πάντοτε αστεϊζόμενος και πειράζων και συζητών αμφίβολα ζητήματα προς τον άσωτον υιόν του. Δεν εχρειάζετο πολλά διά να πεισθή ότι η ρίζα εκείνη της διαφθοράς έπρεπε να εκλείψη. Τοιουτοτρόπως ο θάνατος του Σωκράτους είναι αληθινή τραγωδία. Και ο Άνυτος ήτο άνθρωπος τίμιος και διακινδύνευσε την ζωήν υπέρ των ιδεών του· αλλ' ο ευγενέστερος και μεγαλύτερος αυτού εθριάμβευσεν εν τέλει.

Η'

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ.


Καθ' όν χρόνον ο γέρων Ηρόδοτος επέθετε τέλος εις την ιστορίαν του εν Αθήναις, νέα περίοδος πολέμου ήρχιζεν εν Ελλάδι και εχρειάζετο συγγραφέα. Ο κόσμος του Ηροδότου είχεν ικανοποιητικώς συντελεσθή. Η μεν Περσία είχε δαμασθή· η δε θάλασσα εδεσπόζετο υπό μιας αρχής· η ελευθερία και η τάξις είχον επικρατήσει· ισονομία, ισηγορία, δημοκρατία. Η δε παιδεία, ήν ο Ηρόδοτος ηγάπα αμέσως μετά την ελευθερίαν, είχεν ευρύτατα διαδοθή· εν τη μεγάλη πόλει, όπου έζη, πας πολίτης εγνώριζεν ανάγνωσιν και γραφήν, και πας ήτο δεινός και φιλόκαλος. Ουδέποτε δε, ουδ' εις αυτάς τας πλουσίας αυλάς των τυράννων, είχον συνέλθει τόσοι ποιηταί και λόγιοι, όσοι εις το λιτόν και φιλόπονον άστυ. Εκεί υπήρχε νέον είδος ποιήσεως, φυσικόν μόνον επί εκείνης της γης, τόσον παραδόξως αληθινόν και βαθύ και εκπληκτικόν, ώστε πάσα άλλη ποίησις εφαίνετο φλυαρία. Η δε πόλις η κατορθώσασα πάντα ταύτα — η μαχομένη, η συντάσσουσα, η δημιουργούσα — ήτο η μητρόπολις της ιδικής του Ιωνίας, η πόλις, ήν και ο Θηβαίος είχεν εγκωμιάσει (Πινδάρου απόσπ. 76)

ω ται λιπαραί και ιοστέφανοι και αοίδιμοι,
Ελλάδος έρεισμα, κλειναί Αθάναι,
δαιμόνων πτολίεθρον.

{ O shining, violet-crowned City of Song, great Athens, bulwark of Hellas, walls divine! }

Ο χαιρετισμός εκείνος του Πινδάρου εγαργάλιζε παραπολύ την υπερηφάνειαν των Αθηναίων. Η ηχώ αυτού αντήχει μυριάκις· μέχρι του 424 π. Χ. η λέξις ιοστέφανος ηδύνατο να ορθώση επί των εδρών προσεκτικούς τους ακροατάς και δεξιά χρήσις του επιθέτου λιπαραί υπό ξένου πρεσβευτού ηδύνατο να επιτελέση διπλωματικούς θριάμβους. (210)

Η φιλοπατρία εκείνη ήτο αληθώς περιπαθής αγάπη προς την προσωποποιουμένην πόλιν. Αλλ' άριστα συνέδεον αυτήν μετ' αφοσιώσεως εις παν ό,τι εθεώρουν υψηλόν — ήτοι προς την ελευθερίαν, τον νόμον, την ηθικήν — και προς ό,τι οι Έλληνες ωνόμαζον καλόν. Αι Αθήναι ήσαν απαράμιλλος πόλις και οι Αθηναίοι είχον υπέρ αυτής τας υπερβολικάς εκείνας αξιώσεις, όσας έχει τις μόνον χάριν του ιδανικού του ή χάριν ερωμένης. Τω όντι ο Περικλής μετεχειρίζετο την λέξιν ταύτην· ωνόμαζε τον εαυτόν του εραστήν της πόλεως (211) και συνήθροισεν όμιλον ομοίων ανδρών, συνηνωμένων εραστών μιας αθανάτου ερωμένης. Διά τούτο την εστόλισαν με τόσην αγάπην. Και άλλαι ελληνικαί πόλεις είχον μεγάλους ναούς των θεών. Αλλ' οι τότε Αθηναίοι ήσαν οι πρώτοι σπαταλήσαντες τόσα ποσά χάριν κτισμάτων, οποία τα Προπύλαια, τα νεώρια, το Ωδείον, δηλαδή χάριν έργων αφιερωμένων εις μόνας τας Αθήνας. Άρα γε ο Ηρόδοτος ηρέσκετο εις την σπατάλην ταύτην; Τουλάχιστον δεν ηδύνατο — τις ημπορεί να μαντεύση τας γνώμας άλλου; — να επιδοκιμάση τον τελικόν αυτής σκοπόν, τον ρητώς επαναλαμβανόμενον προς τους δυσφορούντας Έλληνας, ότι η ασύγκριτος πόλις ήτο απόλυτος ηγεμονίς των συμμάχων της, σοφή και αγαθή τύραννος, μόνον καθήκον έχουσα να προμαχή και να ηγήται της Ελλάδος και ν' αποκρούη τον βάρβαρον. (212)

Μεταξύ του Ηροδότου και της νεωτέρας περί τον Περικλή γενεάς υπήρχε μέγα χάσμα, το χάσμα της σοφιστικής διδασκαλίας. Οι ακροαταί του Αναξαγόρου, του Πρωταγόρου και του Ιπποκράτους διέφερον βεβαίως προς τας δοξασίας, τους σκοπούς και τας κλίσεις· αλλ' είχον κοινήν την σπουδαιοτάτην αρχήν, ότι η σκέψις πρέπει να είναι σαφής και ότι ο λόγος ανοίγει τα μυστήρια του κόσμου. Μεταξύ της γενεάς, εφ' ής ενετυπώθη η διδασκαλία εκείνων, ήτο και κάποιος νέος, όστις ανήκεν εις οίκον αντίπαλον του Περικλέους, αλλ' εθαύμαζεν από καρδίας τον Περικλή και εμιμήθη πολλά χαρακτηριστικά εκείνου· συναισθανόμενος δε την δύναμιν του νου του, ολίγας είχεν απατηλάς βλέψεις και εμίσει τα νεφελώδη. Ανήκε δε και αυτός εις την ομάδα των εραστών· παρέβαλλε τας Αθήνας του προς τας Ομηρικάς Μυκήνας ή την Τροίαν, παρέβαλλεν αυτάς προς τας παλαιάς Αθήνας, αι οποίαι ενίκησαν τους Μήδους· και ερευνών κατά το πνεύμα της περιόδου εκείνης την αρχαίαν ιστορίαν, απέξεσε την λάμψιν του αρχαίου μεγαλείου και ηύρεν ότι υπό το φως της ημέρας η ερωμένη του ήτο μεγαλυτέρα και ωραιοτέρα των παλαιών. Είδε — καθώς αναμφιβόλως πάντες οι περί τον Περικλή — ότι επήρχετο πόλεμος, αξιολογώτατος ίσως των μνημονευομένων, πόλεμος, μέλλων βεβαιότατα να στερεώση ακραδάντως την ηγεμονίαν των Αθηνών. Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ απεφάσισε λοιπόν να παρακολουθήση τον πόλεμον τούτον εξ αρχής, να σημειώση παν βήμα, να εξιχνιάση πάσαν αφορμήν, να μη αποκρύψη το παραμικρόν, να μη εξογκώση τίποτε — να κάμη ό,τι ο Ηρόδοτος δεν είχε κάμει ή μόνον εδοκίμασε να κάμη. Ήτο ευπατρίδης και διαπρεπής στρατιωτικός. Είχεν αίμα θρακικόν, πολεμικόν σθένος βορείου, είχε δε και συγγένειαν προς τον μέγαν Κίμωνα και τον Μιλτιάδην. Ο λοιμός του 430 παρ' ολίγον κατέστρεφε ριζηδόν όλας του τας φιλοδοξίας, αλλ' ήτο εκ των ολίγων όσοι ασθενήσαντες ανέλαβον. Ο πόλεμος είχεν ήδη διανύσει οκτώ έτη πριν ο Θουκυδίδης εύρη καιρόν να διακριθή· τω 423 εξελέγη δεύτερος στρατηγός και εστάλη εις την Χαλκιδικήν. Εκεί ήτο πλησίον των γαιών του, όπου είχε κληρονομικήν τινα αρχηγίαν των Θρακών, τότε δε υπήρχεν εκεί το κέντρον του πολέμου. Ο Σπαρτιάτης Βρασίδας, πλήρης δόξης, κατεπάτει τα σπλάγχνα των αθηναϊκών πόλεων. Μία ήττα θα τον κατέστρεφεν ολοσχερώς, επειδή δεν θα είχε τόπον υποχωρήσεως, ο δε νικητής του Βρασίδα θα ετιμάτο ως ο πρώτιστος της Ελλάδος στρατηγός.

Αλλ' όμως ουδείς δύναται να είπη ακριβώς τι συνέβη τότε. Αι δύο προ πάντων κινδυνεύουσαι πόλεις ήσαν η Αμφίπολις και η επί Στρυμόνι Ηιών. Τα πλοία των Αθηναίων θα ηδύναντο μεν να σώσωσι τας δύο πόλεις, όχι όμως και να βλάψωσι τον Βρασίδαν. Ενώ αν ο Θουκυδίδης κατώρθωνε να εξεγείρη τας θρακικάς φυλάς, ο Βρασίδας ήθελε κατατροπωθή. Τούτο δε φαίνεται ανέμενον και οι Αμφιπολίται και διά τούτο πιθανώς, ενώ ο Βρασίδας, εκκινήσας απροσδοκήτως και προχωρών ημέρας και νυκτός διά μέσου των χιόνων, διέβη την γέφυραν του Στρυμόνος και κατά την χειμερινήν πρωίαν ενεφανίζετο προ των τειχών της Αμφιπόλεως, ο Θουκυδίδης απείχεν «ημίσεος ημέρας μάλιστα πλουν» παραπλέων την Θάσον απέναντι του κέντρου της επί Θράκης δυνάμεώς του. Ο συστράτηγός του Ευκλής ήτο εν Αμφιπόλει και η πόλις ευκόλως ηδύνατο ν' αντισταθή. Αλλ' ο Βρασίδας είχε πράκτορας εντός· οι δε όροι του ήσαν μέτριοι, υπήρχε δε ανέκαθεν και κόμμα εναντίον των Αθηναίων. Ότε δε τα πρώτα επτά πλοία κατά την εσπέραν κατέπλεον εις την Ηιόνα, η Αμφίπολις είχε πέσει. Μετ' αυτής είχε χαθή και η μεγάλη διά τον Θουκυδίδην ευκαιρία. Έσπευσε τότε προς την Ηιόνα και είχε την ισχνήν παρηγορίαν ότι απέκρουσε δις τον Βρασίδαν από των τειχών αυτής. Αλλά κατόπιν παν ό,τι ηξεύρομεν είναι κατά τας ιδικάς του λέξεις (Ε', 26) τούτο· «και ξυνέβη μοι φεύγειν την εμαυτού έτη είκοσι μετά την ες Αμφίπολιν στρατηγίαν». { It befell to me to be an exile from my country for twenty years after my command at Amphipolis! }

Τις δύναται να είπη τα κατά την δίκην; (213) Γνωρίζομεν μόνον ότι ο δήμος ήτο τραχύς δεσπότης των στρατηγών του. Δεν ημπορούμεν να είπωμεν ουδέ καν ποία ήτο η απόφασις· ίσως ο Θουκυδίδης εξωρίσθη· ίσως έφυγε καταδικασθείς εις θάνατον αλλ' ίσως έφυγε και φοβούμενος την δίκην. Ουδέ γνωρίζομεν πού έζησε κατόπιν. Ο σωζόμενος βίος λέγει εν Αιγίνη, είτα δ' εν Σκαπτή ύλη επί της Θράκης. Αλλ' αύτη ήτο γη αθηναϊκή και όχι τόπος εξορίας. Βέβαιον δε είναι ότι κατήλθεν εις τας Αθήνας μετά το τέλος του πολέμου. Ο ίδιος λέγει ότι συχνά συνήντα τους Λακεδαιμονίους αρχηγούς. Φαίνεται δε ότι παρευρέθη εις την μάχην της Μαντινείας και πιθανώς εις τας Συρακούσας. Αγνοούμεν εντελώς και πότε απέθανεν, αλλά πιθανώς προ της κατά τα 396 εκρήξεως της Αίτνης. Ο τάφος του ευρίσκετο εν Αθήναις μεταξύ των του οίκου του Κίμωνος, ελέγετο δε ότι επ' αυτού υπήρχεν «ίκριον» — τι ήτο τούτο; — σημαίνον ότι ο τάφος ήτο κενός.

Εάν είχομεν περισσοτέρα αποσπάσματα του Κρατίππου, θα ηδυνάμεθα να προσθέσωμεν πολλά εις τα περί Θουκυδίδου. (214) Αλλ' οι σωζόμενοι βίοι, ο πρώτος έργον του Μαρκελλίνου (κατά τον ε' μ. Χ. αιώνα) ο δε άλλος ανώνυμος, είναι σωροί αντιφατικών θρύλων, εικασιών και πλανών. Κατ' αυτούς ο Θουκυδίδης έκλαιεν ακούων του Ηροδότου, εδέχθη δε τας ευλογίας του γέροντος· επήρε γυναίκα «πλουσίαν σφόδρα» εκ Θράκης· εξωρίσθη υπό του Κλέωνος· εκάθητο «υπό πλατάνω» γράφων την συγγραφήν του· «άπαντας Αιγινήτας κατατοκίζων, αναστάτους εποίησεν» { he drove all the Æginetans out of their island by his usury }· εδολοφονήθη τρις και «απέθανε νόσω» { died by disease}. Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς διά μακρών (σ. 143,144) λέγει ότι ο Κράτιππος ήτο σύγχρονος του Θουκυδίδου. Εάν τούτο ήτο αληθινόν, θα αποκαθίστανε το κύρος της παραδόσεως, αλλ' αι αντίθετοι μαρτυρίαι είναι ακαταγώνιστοι. Η νεωτέρα περί του βίου κριτική στηρίζεται όλη επί άρθρου εν τω Ερμή XII, όπου ο Βιλαμόβιτς καταλύει τα παραδιδόμενα μέχρι της βάσεως, δηλαδή μέχρις εκείνων όσα αυτός ο Θουκυδίδης λέγει εν παρόδω περί εαυτού, και δέχεται μόνον την ύπαρξιν τάφου «Θουκιδίδου Ολόρου Αλιμουσίου» μεταξύ των Κιμωνείων τάφων των Αθηνών. (215) Έπειτα δ' εκ των λειψάνων ανοικοδομεί ο Βιλαμόβιτς μικράν καλύβην, ήν νομίζει ασφαλή, δηλαδή συμπεραίνει ότι ο μαθητής του Θεοφράστου Πραξιφάνης, πρώτης τάξεως μάρτυς, είχεν ειπεί ότι ο Θουκυδίδης μετά τινων ποιητών έζησεν εν τη αυλή Αρχελάου του Μακεδόνος. Η απόδειξις υποστηρίζεται υπ' αυτού του Θουκυδίδου (Β' 100) αποφαινομένου ότι ο βασιλεύς εκείνος «και τάλλα διεκόσμησε τα τε κατά τον πόλεμον ίπποις και όπλοις και τη άλλη παρασκευή κρείττονι ή ξύμπαντες οι άλλοι βασιλείς οκτώ οι προ αυτού γενόμενοι». { king improving the country in the way of organisation and road-making " more than all the eight kings before him together. }

Αλλά τούτο άγει ασφαλώς και εις άλλο πόρισμα· ότι πράγματι μεν είπε τούτο ο Πραξιφάνης, αλλά δυνάμεθα να εύρωμεν και πού το είπεν — εν τω περί Ιστορίας διαλόγω. (216) Τούτο καταστρέφει το παν! Διότι αι σκηναί των διαλόγων και αυτού του Πλάτωνος δεν είναι ιστορικαί, μετά δε τον θάνατον του Πλάτωνος ήσαν όλως διόλου φαντασιώδεις. Ούτω και η καλύβη κατέπεσε, μόλις κτισθείσα, απέμεινε δε μόνον μία μικρά γωνία.

Ο διάλογος, συζητών την αξίαν της ιστορίας και της ποιήσεως — ο Αριστοτέλης ωνόμασε την ποίησιν φιλοσοφώτερον της ιστορίας — αντιπαραβάλλει τον Θουκυδίδην τον φιλαλήθη ιστορικόν μόνον προς πέντε διαφόρους ποιητάς· δυνάμεθα δε ίσως να εικάσωμεν την τελικήν απόφασιν εκ του αποσπάσματος, όπερ λέγει ότι ο Θουκυδίδης «άδοξος ην ως επί πλείστον . . . ύστερον δε δαιμονίως εθαυμάσθη». { in his lifetime Thucydides was mostly unknown, but valued beyond price by posterity! }

Τούτο λοιπόν είναι νέον περί Θουκυδίδου γεγονός, βάσιμον όσον και τα άλλα. Αι προσωπικαί του ελπίδες διεσκορπίσθησαν κατά τα 423· τα δε πολιτικά και δημόσιά του ιδεώδη συνετρίβησαν βαθμηδόν από του 414 μέχρι, του 404. Αλλά το μεγαλείον του ανδρός καταφαίνεται εκ τούτου, ότι παρέμεινε πιστός εις το ιστορικόν του ιδανικόν. Αναφέρει μετά των αυτών μικρών λεπτομερειών, της αυτής πειστικής φιλαληθείας όλους τους θριάμβους και τας συμφοράς — την ιδικήν του αποτυχίαν και εξορίαν, την φοβεράν εις Σικελίαν εκστρατείαν, την φρίκην των στάσεων, τον ηθικόν εκ του πολέμου κλονισμόν όλης της Ελλάδος, και αυτάς τας εσωτερικάς ταπεινώσεις και τας βιαίας τυραννίας της πόλεως, ήτις έπρεπε να ήτο η φιλόσοφος ηγεμονίς του κόσμου.

Εις τον Θουκυδίδην οφείλομεν την περί του πελοποννησιακού πολέμου αντίληψιν ημών. Ούτος περιείχε τρεις χωριστούς πολέμους, και οκτώ έτη ψευδούς ειρήνης. Την μετά τον πρώτον πόλεμον ειρήνην επηκολούθησε συμμαχία και εφαίνετο πιθανόν ότι η επερχομένη εν Ελλάδι θύελλα θα εύρισκε τας Αθήνας και την Σπάρτην ηνωμένας ως συμμάχους κατά τινος συμμαχίας Άργους και Θηβών. Ο Θουκυδίδης έγραφεν ακόμη τα κατά τον δεκαετή πόλεμον, ότε νέαι εχθροπραξίαι εξερράγησαν εν τη Σικελία και έστρεψε προς αυτάς την προσοχήν του. Ο πρώτος πόλεμος είναι πλήρης εν τω σωζομένω έργω. Και η εις Σικελίαν εκστρατεία είναι τελειωμένη καθ' εαυτήν, αλλ' όχι και τελείως τοποθετημένη εν τω συνόλω του έργου. Διότι έχει χωριστήν εισαγωγήν, επεξηγεί δε ποίος ήτο ο Αλκιβιάδης, ως αν μη είχε προηγουμένως μνημονευθή· επαναλαμβάνει επεισόδια εκ του περί του δεκαετούς πολέμου μέρους ή αναφέρεται εις αυτό ως εις χωριστόν έργον. Εφόσον δε ο σικελικός πόλεμος εξηκολούθει, ο Θουκυδίδης κατείδεν ό,τι ίσως ολίγοι τότε άνθρωποι ενόησαν, ότι δηλαδή η όλη σειρά των γεγονότων απετέλει πράγματι ένα πόλεμον. Συνέλεξε γεγονότα περί του χρόνου της ειρήνης και κατά μέρος διεμόρφωσεν αυτά εις ιστορίαν, (Γ', 26 μέχρι τέλους) συνέλεξε δε και πλείστα περί του τελικού Δεκελεικού ή ιωνικού πολέμου (Η'). Εν Ε' 26 προτάσσει δεύτερον πρόλογον «Γέγραφε δε και ταύτα ο αυτός Θουκυδίδης Αθηναίος εξής ως έκαστα εγένετο κατά θέρη και χειμώνας μέχρι ού την τε αρχήν κατέπαυσαν των Αθηναίων Λακεδαιμόνιοι και οι ξύμμαχοι και τα μακρά τείχη και τον Πειραιά κατέλαβον». Πώς έγραφε τας λέξεις ταύτας!

Αλλά δεν έφθασεν εις το τέλος. Χαρακτηριστικόν και του ανδρός και των αθηναϊκών γραμμάτων είναι ότι εστράφη από της κυρίας του εργασίας εις το κτένισμα του ύφους του βιβλίου, ως καθαρώς λογοτεχνικού. Αντί να περατώση το χρονικόν του πολέμου, επεξειργάζετο τα περί των επιχειρημάτων των δημηγορούντων ή τα περί της πολιτείας των φατριών σημειώματά του εις τεχνικάς απ' ευθείας δημηγορίας. Διότι η πεζογραφία τότε είχε μεγάλως αναπτυχθή ως ρητορική, ισχυροτάτη δε ήτο η κλίσις εκείνη, η πάντοτε χαρακτηριστική των Ελλήνων, — η αγάπη του ν' αντιλαμβάνωνται και τας δύο όψεις ενός ζητήματος και η δίψα να μάθωσι και την απολογίαν οιουδήποτε φερομένου ως αδικούντος. Αι δημηγορίαι είναι αι μέγισται λογοτεχνικαί προσπάθειαι του Θουκυδίδου. Ενίοτε φαίνονται κατ' ουσίαν αληθιναί και μέχρι τινός και κατά την φράσιν· ούτως η επιστολή του Νικίου φαίνεται ως πιστή, (Ζ', 11) ίσως δε και η δημηγορία του Διοδότου (Γ, 42). Ενίοτε όμως ο μεν λόγος είναι ιστορικός, αλλ' η περίστασις είναι παρηλλαγμένη· π. χ. ένα μέγαν επιτάφιον είπεν ο Περικλής μετά την εις Σάμον εκστρατείαν (217)· πιθανώς δε είπε και άλλον κατά το πρώτον έτος του πολέμου, ότε μόλις ίσως 50 Αθηναίοι υπήρχον προς ταφήν· αλλά πιθανώτερον είναι ότι ο Θουκυδίδης έχει μεταφέρει τον μέγαν λόγον εις χρόνον ότε ηδύνατο να τον χρησιμοποιήση εν τω έργω. (218) Ενίοτε οι δημηγορούντες φέρονται αορίστως κατά πληθυντικόν — οι Κορίνθιοι έλεγον — δηλαδή η πολιτική κατάστασις εικονίζεται διά ενός ή πολλών λόγων, δεικνυόντων ζωηρώς τας σκέψεις των διαφερομένων. Λαμπρόν τοιούτο παράδειγμα είναι ο φανταστικός διάλογος μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων, ο δεικνύων δραματικώς και διά βαθέων, ίσως δε και υπερβολικών χρωμάτων, τας διαθέσεις της εν Αθήναις φιλοπολέμου μερίδος περί των τότε ζητημάτων.

Τούτο εκ πρώτης όψεως φαίνεται ανόητος νεωτερισμός εισαγόμενος εις την ιστορίαν υπό του μεγάλου φίλου της αληθείας. Αλλ' ο Θουκυδίδης ομολογεί τούτο απεριφράστως. Ήτο δύσκολον και εις τον ίδιον και εις τους πληροφορούντας αυτόν να ενθυμώνται ακριβώς τι είχον ειπεί οι διάφοροι ρήτορες. Έγραψε λοιπόν τους λόγους όπως ενόμιζεν ότι απήτουν τα εκάστοτε περιστατικά, εχόμενος «ότι εγγύτατα της ξυμπάσης γνώμης των αληθώς λεχθέντων». { keeping as close as might be to the actual words used } Τούτο είναι τρόπον τινά γενική περιγραφή. Αυτός ο Θουκυδίδης θ' απεδοκίμαζεν ομοίαν καινοτομίαν γινομένην υπό του Ηροδότου, υπήρξε δε αυτή ολέθριον κληροδότημα εις δισχιλιετή κατόπιν ιστοριογραφίαν. Αλλ' είδομεν διατί εκείνος εφήρμοσεν αυτήν και είναι βέβαιον ότι την εφήρμοσε μετά εξαιρετικής επιτυχίας. Ίσως ουδέν λογοτεχνικόν έργον δύναται να παραβληθή προς την δύναμιν, μεθ' ής ο Θουκυδίδης προσωποποιών τρόπον τινά ένα λαόν, διαγράφει τας γενικάς γραμμάς του χαρακτήρος του. Τοιαύται πραγματικαί περιγραφαί είναι εν μεν τω Α' βιβλίω η αντίθεσις Σπάρτης και Αθηνών, η διαγραφομένη υπό των Κορινθίων, εν δε τω Β' η απεικόνισις των Αθηνών υπό του Περικλέους· αλλ' υπάρχει και δραματική προσωποποιία, ούτω δε αισθανόμεθα την διαφοράν των πατρίδων των αγορητών, όσον και τον προσωπικόν χαρακτήρα του Νικίου, του Σθενελαΐδου ή του Αλκιβιάδου. Θα ήτο δε δύσκολον να εύρη κανείς σαφεστέραν και πειστικωτέραν έκθεσιν συγκρουομένων πολιτικών συμφερόντων παρά την παρεχομένην εν ταις δημηγορίαις κατά την έναρξιν του πολέμου.

Βεβαίως ηθέλομεν προτιμήσει τους λόγους απαραλλάκτους· και βεβαίως χρειάζεται Θουκυδίδης, διά να δικαιολογήση τον τρόπον του Θουκυδίδου. Αλλ' εάν παραβάλωμεν τας δημηγορίας προς τα χωρία του Η' βιβλίου, όπου παρέχει την αυτήν ύλην ως διήγησιν, αγόμεθα να πιστεύσωμεν ότι η τεχνητή και πλαστή δημηγορία είναι σαφεστέρα και προς τον σκοπόν καταλληλοτέρα. Είναι δε βέβαιον ότι κατά το ιστορικόν του ιδανικόν ο Θουκυδίδης σχεδόν απέχει τόσον του Πολυβίου, όσον και του Ηροδότου. Η προσοχή και η αλήθεια βεβαίως επικρατεί και παρ' αυτώ, ως παρά Πολυβίω. «Τα δ' έργα των πραχθέντων εν τω πολέμω (κατ' αντίθεσιν προς τους λόγους) ουκ εκ του παρατυχόντος πυνθανόμενος ηξίωσα γράφειν ουδ' ως εμοί εδόκει, αλλ' οίς τε αυτός παρήν και παρά των άλλων όσον δυνατόν ακρίβεια περί εκάστου επεξελθών. Επιπόνως δε ηυρίσκετο, διότι οι παρόντες τοις έργοις εκάστοις ου ταύτα περί των αυτών έλεγον, αλλ' ως εκατέρων τις ευνοίας ή μνήμης έχοι. Και ες μεν ακρόασιν ίσως το μη μυθώδες αυτών ατερπέστερον φανείται· όσοι δε βουλήσονται των τε γενομένων το σαφές σκοπείν και των μελλόντων ποτέ αύθις κατά το ανθρώπειον τοιούτων και παραπλησίων έσεσθαι ωφέλιμα κρίνειν αυτά αρκούντως έξει· κτήμα τε ες αεί μάλλον ή αγώνισμα ες το παραχρήμα ακούειν ξύγκειται». { Of the things done in the war" (as distinguished from the speeches) "I have not thought fit to write from casual information nor according to any notion of my own. Parts I saw myself; for the rest, which I learned from others, I inquired to the fullness of my power about every detail. The truth was hard to find, because eye-witnesses of the same events spoke differently as their memories or their sympathies varied. The book will perhaps seem dull to listen to, because there is no myth in it. But if those who wish to look at the truth about what happened in the war, and the passages like it which are sure according to man's nature to recur in the future, judge my work to be useful, I shall be content. What I have written is a thing to possess and keep always, not a performance for passing entertainment! } Ο Θουκυδίδης ζητεί την αλήθειαν μετά τόσης επιμελείας και φιλοπονίας μεθ' όσης και νεώτερος αρχαιολόγος, όστις δεν έχει λόγον ν' αποκρύψη ή να εξάρη τίποτε. Αλλ' ο σκοπός του είναι διάφορος. Ο Θουκυδίδης δεν θέλει να προμηθεύση εις τους αναγνώστας του ιστορικόν υλικόν προς επεξεργασίαν· εννοεί να επεξεργασθή το σύνολον αυτός — να είναι μόνος αυτός κριτής της αληθείας και ως κριτής να εκδώση και την απόφασιν υπό καλλιτεχνικήν και οριστικήν μορφήν, χωρίς μήτε μάρτυρας να παρουσιάση, μήτε πηγάς να παραθέση. Χαρακτηριστική τούτου πιθανώς είναι η χρήσις αφ' ενός μεν των κειμένων, αφ' ετέρου δε των δημηγοριών. Γενικώς δυνάμεθα να είπωμεν ότι τα τελειωμένα μέρη του έργου δεν έχουσιν επίσημα έγγραφα, τα δε ατελείωτα δεν έχουσι δημηγορίας. Πάντα δε φέρουσιν ίχνη, ότι εγράφησαν μετά το τέλος του πολέμου. Το ατελές όγδοον βιβλίον ουδεμίαν έχει δημηγορίαν· το δε ατελείωτον μέρος του πέμπτου έχει μόνον τον διάλογον των Μηλίων.

Περί των επισήμων εγγράφων χωρούσι περισσοτέραι αμφιβολίαι· αλλά το σημείον τούτο έχει πολλήν εσωτερικήν σπουδαιότητα. Διότι των εννέα εγγράφων όσα παρενείρονται αυτολεξεί εις την συγγραφήν, τρία μεν ανήκουσιν εις το προδήλως ατελές όγδοον βιβλίον, τρία δε — εκεχειρία [Δ' 118] σπονδαί [Ε' 18] και συμμαχία [Ε' 23] μεταξύ Σπάρτης και Αθηνών — ανήκουσιν εις το τέλος του δεκαετούς πολέμου. Τα τρία τελευταία ταύτα εικάζομεν ότι προέρχονται εξ αττικών — όχι σπαρτιατικών — πρωτοτύπων και ότι ήσαν απρόσιτα εις τον εξόριστον μέχρι της κατά τα 403 επιστροφής του, αι δε διά μέσου άλλων πληροφορίαι περί αυτών δεν ήσαν ακριβείς. Διότι εκεί όπου ευρίσκονται, δεν είναι οργανικώς ηνωμένα μετά του κειμένου. Η διήγησις εγράφη εν αγνοία τούτων, και κάπου διαφωνεί. Η εκεχειρία δεικνύει ότι χωριστή εκεχειρία είχε συναφθή μεταξύ Αθηναίων και Τροιζηνίων, [Δ' 118,4] αμνημόνευτος εν τω κειμένω. Αι δε σπονδαί διαφέρουσι των ιστορουμένων περί Πτελεού [Η' 24,2] και της Σερμυλίων πόλεως και εμφαίνουσιν ότι οι Αθηναίοι είχον ανακτήσει τας εν τη Χαλκιδική πόλεις. Η δε συμμαχία ουδέν άρθρον περιέχει δεσμεύον τας Αθήνας ή την Σπάρτην να μη συνάψωσιν ιδιαιτέρας συμμαχίας άνευ αμοιβαίας συναινέσεως, ενώ η όλη διήγησις και μηνύει και λέγει τούτο. (Ε' 39, 46) Τοιουτοτρόπως τα έγγραφα πάντα εισήχθησαν υπό του Θουκυδίδου μετά τα 403 και εμφαίνουσι νέαν και υψηλοτέραν υπέρ του έργου αξίωσιν. Γράφων τα περί του δεκαετούς πολέμου, ουδέν έγγραφον είχεν — ούτε την ειρήνην του 445, ούτε τας μετά του Ρηγίου και των Λεοντίνων συνθήκας του 433, ουδ' αυτήν την μετά της Κερκύρας. Το αυτό και περί του σικελικού πολέμου· ουδέ η μετά των Εγεσταίων συνθήκη υπάρχει.

Ο Θουκυδίδης ήρχισε την ιστορίαν του ως αληθινόν χρονικόν του πολέμου κατά θέρη και χειμώνας· επεξέτεινε δε αυτήν εις δοκίμιον πλήρους και φιλοσοφικής ιστορίας των Αθηνών κατά τας διπλωματικάς και συμμαχικάς των σχέσεις. Ότε δε απεμακρύνθη των εγγράφων, ενόησε την αξίαν των, και επανευρών την ευκαιρίαν, συμπεριέλαβεν αυτά εις την ιστορίαν, ως ανεγράφοντο επί των λίθων. Αι μεγάλαι δημηγορίαι δεν εσώζοντο· αλλά γνωρίζων ότι εξέφραζον την βαθυτέραν έννοιαν των χρόνων εκείνων, έπραξεν ό,τι ηδύνατο διά να τας αποδώση ή να τας αναπλάση.

Αλλά και πάλιν το έργον του είναι ατελές. Έχει μόνον εννέα εν όλω έγγραφα, η δε συλλογή φαίνεται μέχρι τινός τυχαία. Τρία τούτων, περίεργα μάλλον ή σπουδαία, είναι απλώς ανεπιτυχείς και προδήλως μυστικαί συνθήκαι μεταξύ της Σπάρτης και της Περσίας. Φαίνεται ότι παρέλαβεν αυτάς διά ιδιαιτέρου τινός αγωγού, ίσως δε του αυτού — ο Kirchhoff νομίζει τον Αλκιβιάδην — όστις εχορήγησε τα εξ Άργους και Σπάρτης έγγραφα του Ε' βιβλίου. Βεβαίως θα εχρειάζετο πολύ περισσότερα έγγραφα διά ν' ανεγείρη την ιδεώδη του ιστορίαν και πολύ περισσοτέρας διατριβάς και παρεκβάσεις και επεξηγήσεις περί της εσωτερικής πολιτικής και των κοινωνικών μεταβολών, πράγματα, ήδη περιοριζόμενα σχεδόν μόνον εις τα δύο πρώτα βιβλία και την εισαγωγήν του έκτου. Αλλ' ουδέ τα ληφθέντα έγγραφα, καθώς είδομεν, μετεχειρίσθη εντελώς. Η διήγησις είχεν ακόμη μερικά μικρά λάθη, τα οποία διά της μαρτυρίας των εγγράφων ηδύνατο να διορθώση, υπήρχον δε και μερικαί σπουδαίαι παραλείψεις. Όσα λέγει περί του φόρου [Α' 96,2 Β' 13,3] είναι σκοτεινά εξ ελλείψεως λεπτομερειών· λέγει δε ότι η Θήρα δεν περιελαμβάνετο εις τας συμμάχους κατά τα 432, [Β' 9,4] δεν εξηγεί δε πώς συνέβη κατόπιν να πληρώνη φόρον κατά τα 426. Ολίγα δε λέγει περί συμβάσεως και προτάσεως ειρήνης, ολίγα περί οικονομικών, ολίγα περί της πολιτικής αναπτύξεως ή της στρατιωτικής παρασκευής των Αθηνών, [ουδέν δε περί παιδείας ή καλλιτεχνίας]. Εις το βάθος της ιστορικής αυτού εικόνος, ίνα μεταχειρισθώμεν την έκφρασιν του κ. Forbes, δεν υπάρχουσιν όσα παρέχει ο Ηρόδοτος. Αλλά το Α' βιβλίον, το σχετικώς πλήρες ως προς τα τοιαύτα, ίσως είναι δείγμα του τι θ' απέβαινε κατόπιν και το λοιπόν έργον.

Το ύφος του Θουκυδίδου, καθώς δεικνύουσιν αυτό τα σωζόμενα χειρόγραφα, είναι παράδοξον φαινόμενον. Αναντιρρήτως, είναι ύφος υψηλόν, έντονον, πυκνόν, ζωηρόν και καταλείπει την εντύπωσιν ισχυρού νου. Αλλ' αναντίρρητον είν' επίσης ότι είναι και τεχνητόν, σκοτεινόν παρά την ζωηρότητά του, αρχαϊκόν και ποιητικόν κατά την λέξιν, κλίνει δε εις εκφράσεις ανθηράς, φαινομένας σχεδόν κενάς. Τούτο κατά μέρος εξηγείται. Ο Θουκυδίδης γράφει τεχνητήν και κάπως ιωνίζουσαν διάλεκτον, ξυν αντί μετά, ήν αντί εάν, πράσσω αντί πράττω. Τούτο ερμηνεύει η λογοτεχνική παράδοσις· δηλ. οι Έλληνες συγγραφείς έτεινον πάντοτε εις διαμόρφωσιν ιδίας γλώσσης. Ο Θουκυδίδης είναι κατάφορτος αντιθέσεων, εξ εμφύτου δε βλέπει τα πράγματα κατά ζεύγη· ομοίως έβλεπε και ο Γοργίας και ο Αντιφών. Αγαπά δε να διακρίνη τα συνώνυμα· τούτο ήτο δίδαγμα του Προδίκου. Μεταστρέφει την τάξιν των λέξεων χαράσσων ειδικάς λεπτομερείας επί ζωηρού αναγλύφου. Τούτο δυσκολεύει την αντίληψιν του συνόλου της εννοίας. Αλλά προφανώς ήτο απόρροια της φύσεως του ανδρός· διότι συνηθίζει τούτο πολύ περισσότερον ή ο Αντιφών και ο Γοργίας, ή αυτός ο Σοφοκλής. Εκ της φύσεώς του επίσης απέρρεεν η συμπύκνωσις εκείνη της ύλης και της εννοίας, ήν αισθανόμεθα, αναγινώσκοντες αυτόν — η νέα ιδέα, η νέα λογική διάκρισις, η πιέζουσα την παλαιάν, πριν εκείνη καταστρωθή ανέτως. Ο Θουκυδίδης είναι φύσει semper instans sibi, ως λέγει ο Κοϊντιλιανός. Γραμματική τις ελευθερία βεβαίως είναι συνήθης εις τους Έλληνας, πιθανώς δε και εις πάντας τους πράγματι βαθείς και ζωηρούς συγγραφείς· π. χ. ενικά ονόματα μετά πληθυντικών ρημάτων, ελαφρά ανακόλουθα, καταληπταί βραχυλογίαι. Αλλά το ανεξήγητον είναι πως ο Θουκυδίδης έπεσεν αφ' ενός μεν εις αληθινά όργια στρυφνής γλώσσης, αφ' ετέρου δε εις παράφωνα σχόλια και επεξηγήσεις, απαντώσας ανά πάσαν σχεδόν σελίδα.

Ανεξήγητον, εάν αληθεύη· αλλ' αληθεύει πράγματι; Αι απαντήσεις εις τούτο πίπτουσι βροχηδόν. «Όχι το σωζόμενον κείμενον είναι διεφθαρμένον». «Αποδεικνύεται σφαλερώτατον διά των τότε επιγραφών. Είναι κατάμεστον γλωσσών. Παρεπληρώθη διά σχολίων και ερμηνευτικών σημειωμάτων κατά την μακράν χρήσιν του ως σχολικού βιβλίου». «Μεταγενέστεροι παραχαράκται διέφθειραν επίτηδες αυτό» (Cobet, Rutherford). «Είς τούτων ήτο αιμόδιψας και άλλος ελάλει ως ηλίθιος». (Μüller-Stübing). «Επειδή το έργον ήτο προφανώς ατελείωτον, εξεδόθη μετά τον θάνατον του συγγραφέως υπό άλλου» (Wilamowitz) ή υπό πολλών άλλων, οίτινες διέφθειραν αυτό, ευρόντες τα χειρόγραφα τόσον συγκεχυμένα, ώστε «η συγγραφική ενότης του Θουκυδιδείου έργου είναι ζήτημα τόσον σκοτεινόν, όσον και του Ομηρικού» (Schwartz).

Προς τας επιθέσεις ταύτας δεν είναι παράδοξον ότι οι κοινοί λόγιοι κωφεύουσιν ή αποβλέπουσι συμπαθώς, ενώ ο Herbst αντιτάσσει το θαυμάσιον πολεμικόν του έργον προς υπεράσπισιν παντός ό,τι αυτός επίστευε κατά τους μακαρίους εκείνους χρόνους, τους περί τα 1860, ότε, καθώς λέγει συγκινητικώς, ησθάνετο ανοίγων τον Θουκυδίδην του, ότι «ανεπαύετο εις τους κόλπους του Αβραάμ». Επίσης δεν είναι παράδοξον ότι συντηρητικοί εκδόται ασπάζονται την άτοπον θεωρίαν — απλώς προς απόκρουσιν των περί επεκτάσεως του έργου θεωριών του Ullrich, του Kirchhoff και του Cwiklinski, — ότι ο Θουκυδίδης ουδέ λέξιν έγραψεν από του 432 μέχρι του 404, έπειτα δε συνέγραψε το όλον βιβλίον διά μιας.

Ενταύθα δεν είναι τόπος αρμόδιος προς έλεγχον του κειμένου, πλην μόνον κεφαλαιωδώς και χάριν της σημασίας, ήν έχει διά την λογοτεχνικήν ιστορίαν και προς κατανόησιν του Θουκυδίδου. Και πρώτον το γενικόν διάγραμμα του Cobet, όν ακολουθεί και ο Rutherford, ότι το κείμενον παρεμορφώθη διά σημειωμάτων και γλωσσών και ότι ο Θουκυδίδης, δεινός περί το ύφος, καθ' ούς χρόνους το ύφος εσπουδάζετο επιμελώς, δεν ανέμειξε μακράς προτάσεις θαυμασίως εκφραστικάς μετά μικρών φρασειδίων φαινομένων ως διαλεκτικών, — τούτο φαίνεται ασφαλές. Απλή σύγκρισις των σωζομένων χειρογράφων και παρατήρησις του Θουκυδιδείου ύφους εμφαίνουσι τούτο. Αλλά τοιουτοτρόπως ελάχιστα προχωρούμεν. Η δε πολύτιμος έκδοσις του Δ' βιβλίου υπό του Rutherford, πειρωμένου να εφαρμόση λογικώς τα ανωτέρω πορίσματα, παρήγαγε κείμενον, όπερ ουδέ δέκα εν Ευρώπη φιλόλογοι ήθελον αποδεχθή. Διακρίνομεν ότι η γνησία λέξις παρεχαράχθη· διακρίνομεν οπωσούν τας γραμμάς. Αλλ' αδυνατούμεν εξ αυτών ν' αποκαταστήσωμεν το κείμενον. (219)

Έχομεν όμως ωρισμένα τινά γεγονότα, ώστε να ελέγξωμεν την παράδοσιν του κειμένου. Έχομεν επί αττικού λίθου το πρωτότυπον μιας των παρά Θουκυδίδη συνθηκών. (220) Έχομεν δε και σπουδαίας τινάς περικοπάς εν τω έργω μεταγενεστέρου γεωγράφου, Στεφάνου του Βυζαντίου.

Εάν λάβωμεν, ως ο Kirchhoff, μόνον τους 25 στίχους και λάβωμεν υπ' όψιν τας αποκαταστάσεις της επιγραφής, το σωζόμενον κείμενον του Θουκυδίδου φαίνεται σφαλερόν εις 32 σημεία· ή, μη, υπολογιζομένων των επαναλήψεων, εις 20, μη υπολογιζομένων δε των εξ εικασίας αποκαταστάσεων της επιγραφής, εις 13. Αι διαφοραί είναι ποικίλαι, εις την ορθογραφίαν, την τάξιν των λέξεων, την χρήσιν άλλων προθέσεων, ή ρηματικών τύπων, ή την παράλειψιν τυπικών φράσεων. Αλλά δεν υπάρχουσι διαφοραί εννοίας. Μαρτυρείται ότι ο Θουκυδίδης αντέγραψεν από γνησίου αθηναϊκού αντιγράφου του πρωτοτύπου — είναι δε σχεδόν βέβαιον ότι αντέγραψεν εξ αυτού του σωζομένου λίθου.

Εάν ήδη απορρίψωμεν την αστήρικτον θεωρίαν ότι ο Θουκυδίδης σκοπίμως εκαλλώπισε το ύφος της συνθήκης, τα σφάλματα του ημετέρου κειμένου πρέπει φυσικά ν' αποδοθώσιν εις τους ποικίλους αντιγραφείς, τους από Θουκυδίδου μέχρις ημών. Τότε το κείμενον πρέπει να θεωρηθή ότι έπαθε σοβαράς ζημίας. Άλλοι διά να σώσωσι την παράδοσιν, θυσιάζουσι τον Θουκυδίδην. «Ο ιστορικός δεν εφρόντιζε περί λέξεων. Έζη προ των χρόνων της φιλολογικής ακριβείας». Τούτο είναι επιχείρημα πιθανόν, αλλά και δίκοπον. Διότι, αν Θουκυδίδης, ο μαθητής των σοφιστών, δεν εφρόντιζε περί της ακριβολογίας των κειμένων, άρα γε οι τότε μισθωτοί γραφείς αντέγραφον προσεκτικώτερον τον Θουκυδίδην;

Η μαρτυρία του Στεφάνου του Βυζαντίου είναι διάφορος, αλλά καταλήγει εις το αυτό. Το σωζόμενον κείμενον του Θουκυδίδου παρέχει ξένα κύρια ονόματα υπό σταθεράν οπωςδήποτε και αττικήν μορφήν, ενομίζετο δε ως σχολαστικώτατον ν' αμφιβάλλωμεν περί αυτών. Αλλ' ο Στέφανος, έχων πέντε περικοπάς του Θουκυδίδου γράφει τα ονόματα κατά τον ορθόν και παλαιόν τύπον, τον οποίον, εννοείται, δεν ηδύνατο αυθαιρέτως να επινοήση. Εν άλλω τόπω (Γ', 105) όπου το ημέτερον κείμενον λέγει ότι τας Όλπας, χωρίον κείμενον επί των προς την Αμφιλοχίαν ορίων της Ακαρνανίας, «Ακαρνάνες τειχισάμενοι κοινώ δικαστηρίω εχρώντο» { the common tribunal of the Acarnanians } ο Στέφανος παραπέμπων λέγει «Ακαρνάνες και Αμφίλοχοι» όπερ είναι πράγματι ό,τι απαιτεί η θέσις των Ολπών.

Το πόρισμα των ανωτέρω είναι ότι πάσα περί Θουκυδίδου κριτική πρέπει ν' αναγνωρίση αποδεδειγμένην την ατέλειαν του υπάρχοντος κειμένου. Παραδείγματος χάριν, κατά την γνωστήν των Μυτιληναίων καταδίκην, ότε η εκκλησία του δήμου επέβαλεν εν ώρα παραφοράς την ποινήν του θανάτου εις άπαντας τους στρατευομένους, τη δε υστεραία μετενόησε και διά μεγίστης σπουδής των ερετών της δευτέρας τριήρους έσωσεν αυτούς, προστίθεται ότι τους « αιτιωτάτους όντας της αποστάσεως . . . διέφθειραν οι Αθηναίοι· ήσαν δε ολίγω πλείους χιλίων» (Γ' 50). Είναι ο αριθμός ούτος και μακρόθεν πιστευτός; Εις ουδέν άλλο τα χειρόγραφα είναι τόσον αναξιόπιστα, όσον εις τους αριθμούς, διότι το ελληνικόν αριθμητικόν σύστημα ευκολώτατα παρείχε λαβήν εις χονδρά λάθη. Οι αιτιώτατοι ήσαν τότε εν Αθήναις, εγίνετο δε εσκεμμένη τιμωρία αιχμαλώτων και όχι παράφορος σφαγή. Και όμως ουδείς ούτε παρά Θουκυδίδη, ούτε επί πολλούς μετ' αυτόν αιώνας σχολιάζει τοιούτο πράγμα! Ο Διόδωρος, [ΙΓ' 30,4] έχων ανοικτόν ενώπιόν του τον Θουκυδίδην, παριστά τον [Γύλιππον] δημηγορούντα περί των εγκλημάτων των Αθηνών, λαλούντα περί πολλών μικροτέρων αμαρτημάτων, περί του σκληρού ψηφίσματος της πρώτης εκκλησίας, ότι «εψηφίσαντο τους εν τη πόλει κατασφάξαι», ουδέ γρυ δε λέγει ότι ψυχραίμως εθανάτωσαν χίλιους. Είναι φανερόν ότι ο Διόδωρος δεν είχεν αναγνώσει τούτο. Το όλον έγκειται εις την ορθότητα του αριθμού α. Και όμως οι ημέτεροι εκδόται φωνασκούσι μεν και διαπληκτίζονται, αλλά δεν παραδέχονται ότι πιθανόν το α να είναι λάθος. (221)

Κατά τον αυτόν τρόπον εν Α' 51,4 το ημέτερον κείμενον δύναται να εξελεγχθή υπό συγχρόνου επιγραφής (C. I. Α. 179). Ο λίθος συμφωνεί ακριβώς μετά του Θουκυδίδου εις τα ονόματα της πρώτης σειράς των αναφερομένων στρατηγών εν δε τη δευτέρα λέγει· Γλαύκων [Μεταγέ]νης και Δρακοντίδης. Αλλά το κείμενον λέγει «Γλαύκων τε ο Λεάγρου και Ανδοκίδης ο Λεωγόρου», δηλαδή Ανδοκίδης ο ρήτωρ. Είναι τάχα τούτο σφάλμα του ιστορικού; Πιθανώς όχι. Δυνατόν να υποτεθή ότι ο κάτοχος αντιγράφου τινός, φέροντος κηλίδα ή και τρύπαν, αμφιβάλλων περί του τύπου Λέαγρος, εσκέφθη ότι «Λεωγόρας ήτο πραγματικόν όνομα· ο Ανδοκίδης ήτο υίός του Λεωγόρου». Ούτω δε παρεισήλθεν απρόσκλητος ο ρήτωρ και εφυγάδευσε τα δύο πραγματικά, αλλ' αδιάγνωστα ονόματα. Κάτι τοιούτο είναι πολύ πιθανώτερον ή ότι ο Θουκυδίδης έπεσεν εις τοιαύτην παραδρομήν.

Σχολιαστής χωρίου τινός περί το τέλος του Α' βιβλίου, όπου η διήγησις είναι ομαλή και το ύφος εύκολον, παρατηρεί ότι ενταύθα ο λέων γελά. Ο λέων θα εγέλα συχνότερα και γλυκύτερα, εάν μόνον ηδυνάμεθα να ίδωμεν την αληθινήν του έκφρασιν, αδιάστροφον υπό των περιπετειών της παραδόσεως.

Επανερχόμενοι εκ της αναποφεύκτου ταύτης παρεκβάσεως, παρατηρούμεν ευκόλως πόση φυσική αντίθεσις υπάρχει μεταξύ του Θουκυδίδου και της όλης μεθόδου του Ηροδότου. Ο Θουκυδίδης δεν εισάγει υπερφυσικά πρόσωπα εις την ιστορίαν του. Δεν βλέπει κανέν δείγμα — και πώς ηδύνατο να ίδη εν μέσω της τότε δυστυχίας; — δείγμα δράσεως θείας τινός προνοίας. Το πνεύμα του είναι θετικόν· δεν ομιλεί περί πραγμάτων όσα δεν ηξεύρει. Μειδιά κάπως ειρωνικώς, αναφέρων χρησμούς, οι οποίοι εννοείται ότι τότε ήσαν μυριόλεκτοι. Φέρει παραδείγματα της επιτηδείως διφορουμένης εννοίας ενός (Β' 17,54) και μνημονεύει ως περίεργον τον μόνον χρησμόν, όν είδεν επί τέλους αληθεύσαντα. (222) Περί προσώπων ολίγα λέγει. Αισθάνεται την επίδρασιν μεγάλου ανδρός, οίος ο Περικλής, αναισχύντου δημαγωγού, οίος ο Κλέων, ατασθάλου μεγαλοφυούς, οίος ο Αλκιβιάδης. Ζων επί περιόδου ψυχολογικής, διαγράφει των ανθρώπων τούτων τους χαρακτήρας και τον τρόπον του σκέπτεσθαι, διαγράφει δε αυτούς ενίοτε μετά ζωηράς δραματικής προσωποποιίας εν ταις δημηγορίαις και αλλαχού· αλλά φροντίζει μόνον περί του πνεύματος, ουδέποτε περί του τρόπου ή της ύλης, και ουδέποτε καταβαίνει εις λοιδορίαν. Αγαπά τα μεγάλα γεγονότα και τας ωργανωμένας δυνάμεις, πιστεύει δε προ παντός εις τον λόγον, την διανοητικήν δύναμιν, την ευφυίαν.

Έχει και άλλην από του Ηροδότου διαφοράν. Ο Θουκυδίδης ήτο έμπειρος και δόκιμος στρατιωτικός, ο δε Ηρόδοτος ήτο λογογράφος, έχων πείραν μόνον μικρών ιωνικών αψιμαχιών, τας οποίας είδε νέος. Ο Ηρόδοτος [Θ' 53] λαλεί περί «του Πιτανήτεω λόχου», δεικνύων ότι ενόμιζεν ότι οι σπαρτιατικοί λόχοι συνεκροτούντο κατά δήμους· τούτο παροργίζει τον Θουκυδίδην (Α' 20) ότι εξ επαγγέλματος ιστοριογράφος δέχεται λόχον «ός ουδ' εγένετο πώποτε» [και επιφέρει το περιλάλητον εκείνο «Ούτως αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας· και επί τα ετοίμα μάλλον τρέπονται» ]. Πλην της τοπογραφίας, η οποία πάντοτε ήτο δύσκολος προ της κατασκευής χαρτών, ο Θουκυδίδης καθόλου είναι σαφέστατος και ακριβέστατος εις στρατιωτικά ζητήματα· είναι δε αξιοσημείωτον ότι κατανοεί σχεδόν όλην της ελληνικής στρατιωτικής οργανώσεως την αδυναμίαν, ήτις κατόπιν απεκαλύφθη βαθμηδόν διά της πείρας. Κατά τον πελοποννησιακόν πόλεμον η όλη δύναμις του στρατού ενέκειτο εις το βαρύ πεζικόν. Ο Θουκυδίδης (Γ' 102, Δ' 39) δεικνύει την αχρηστίαν τοιούτου στρατού εναντίον ίσου πεζικού ελαφρού. Το δίδαγμα τούτο εφήρμοσαν ο Ιφικράτης και ο Ξενοφών. Δεικνύει προσέτι το αποτέλεσμα της υπεροχής του ιππικού των Συρακοσίων, προς ανίχνευσιν, επισιτισμόν και προς καταδίωξιν. Ομοίως εν Χαιρωνεία ενίκησε το ιππικόν του Φιλίππου, και το ιππικόν του Αλεξάνδρου κατέκτησε το κράτος του Δαρείου. Επίσης καταδεικνύει ο Θουκυδίδης το ασθενέστατον σημείον της ελληνικής στρατηγικής, την παρακώλυσιν της εν τω πεδίω της μάχης δράσεως του στρατηγού υπό του υπερβολικού κατ' οίκον ελέγχου. Η σικελική εκστρατεία εχάθη όχι εξ αιτίας του Νικίου, αλλά ένεκα της εκκλησίας του δήμου· ή και αν ο Νικίας διέπραξε σπουδαία λάθη, ταύτα ήσαν αποτελέσματα της παραλυτικής καταστάσεως, εις ήν εκράτει αυτόν το απόν εκείνο επιτελείον. Η ρωμαϊκή σύγκλητος, συγκειμένη κατά μέγα μέρος εξ ανδρών στρατιωτικών, συνεπάθει και προς τας ατυχίας των στρατηγών και προς τας υπερβάσεις αυτών. Αλλ' η εκκλησία των Αθηναίων εξηρτάτο μεγάλως εκ των απλών στρατιωτών και των ανδρών, οίτινες καίπερ υπόχρεοι εις στρατείαν, πράγματι ουδόλως ήσαν στρατιώται. Και εν Σπάρτη τα πράγματα δεν ήσαν καλύτερα δι' άλλην τινά αιτίαν. Δηλαδή μόνον εξαιρετική θέσις, όπως η του Βρασίδα εν τη Χαλκιδική ή του Άγιδος εν Δεκελεία, παρείχον εις τον στρατηγόν το δικαίωμα να δράση ελευθέρως, καίτοι πράγματι ο Άγις εδεσμεύετο και υπό του φθόνου. Και εδώ διακρίνομεν ένα των λόγων της κατόπιν επιτυχίας του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου.

Όπως πλείστοι μελετηροί στρατιωτικοί, — ο Βauer αναφέρει το παράδειγμα του Μόλτκε και άλλων — και ο Θουκυδίδης διαρκώς έχει κατά νουν την αβεβαιότητα του πολέμου, το αδύνατον του να προβλέψη κανείς τα πάντα ή να εννοήση κατά την διάρκειαν της μάχης ακριβώς το τι συμβαίνει. Δεν κρίνει, όπως οι μωροί, τους ανθρώπους εκ της επιτυχίας. Βεβαίως ως προς τούτο, προκειμένου περί ζητημάτων πολεμικών, είχεν οικείας αφορμάς· αλλ' η αρχή αύτη, μία των γνησιωτάτων σφραγίδων του αληθώς σκεπτομένου ανθρώπου, είναι αχώριστος απ' αυτού δι' όλου του έργου. Ο Περικλής ήτο πεπεισμένος εκ των ενώπιόν του πραγμάτων ότι η πόλις θα ενίκα· και όμως αι Αθήναι ηττήθησαν. Ο Περικλής ήτο βαθύς και ακριβής εις τους υπολογισμούς του, αλλά δεν ηδύνατο να προΐδη τον λοιμόν, ουδέ ήτο υπεύθυνος διά την μετά τον θάνατόν του εγκατάλειψιν της πολιτικής του. Άξιον δε προσοχής είναι ότι ο Θουκυδίδης ουδέποτε εκφράζει προσωπικήν κρίσιν, οσάκις αύτη δύναται να εξαχθή εκ των ιστορουμένων γεγονότων. Ομιλεί μόνον όταν νομίζη ότι τα γεγονότα δύνανται να παρερμηνευθώσιν. Η υπόσχεσις του Κλέωνος (Β 28) ότι θα εκυρίευε την Σφακτηρίαν εντός είκοσιν ημερών εξεπληρώθη. Αλλ' όμως ο Κλέων ήτο «μανιώδης», λέγει ο Θουκυδίδης. Κατά το τέλος της σικελικής εκστρατείας θαυμάζομεν ολοψύχως τον Δημοσθένη, προς δε τον Νικίαν αισθανόμεθα κάποιον οίκτον ανάμεικτον προς οργήν ή και περιφρόνησιν. Αλλ' ο Θουκυδίδης (Ζ' 86) μας διδάσκει, ότι ο Νικίας εφονεύθη «ήκιστα δη άξιος ών των γε επ' εμού Ελλήνων ες τούτο δυστυχίας αφικέσθαι διά την πάσαν ες αρετήν νενομισμένην επιτήδευσιν». { Of all the Greeks of my time, he least deserved so miserable an end, for he lived in the performance of all that was counted virtue } Ουδέποτε θ' ανεκαλύπτομεν τούτο περί του Νικίου εκ μόνων των γεγονότων. Αλλ' ο Θουκυδίδης εγνώριζε τον άνθρωπον· λέγει την καθαράν, σχεδόν την ωμήν περί αυτού αλήθειαν· και όμως ούτως αποφαίνεται εν τέλει. Το αυτό και περί Αντιφώντος. Ο Αντιφών ήτο πρόσωπον απαίσιον ήτο ο υπεύθυνος διά την τρομοκρατίαν. Αλλ' ο Θουκυδίδης τον εγνώριζε και τον εθαύμαζεν, (Η' 68) ενώ κατέγραφε πληρέστατα τας ανομίας αυτού. Το εγκώμιον του Μακκιαβέλλη προς τον Καίσαρα Βοργίαν είναι αυτονόητον. Η αρετή του Αντιφώντος ήτο πιθανώς ό,τι περίπου η virtu του Βοργία, ο δε Μακκιαβέλλης έθαλπε μέγα περί της Ιταλίας ιδανικόν, όπως περί των Αθηνών ο Θουκυδίδης. Ίσως δύναταί τις να ενθυμηθή και το προς τον ΙΑ' Λουδοβίκον εγκώμιον του Φιλίππου de Commines. (223) Αλλ' ο Θουκυδίδης καίτοι πνευματικώς συγγενής προς τους δύο τούτους, είναι ανήρ απείρως μεγαλύτερος του Φιλίππου de Commines, πολύ ηθικώτερος του Μακκιαβέλλη και πολύ ευγενέστερος αμφοτέρων. Είναι φειδωλός εις ηθικάς επικρίσεις, αλλά μόνον τυφλός δεν αντιλαμβάνεται ότι ο Θουκυδίδης εξ αρχής μέχρι τέλους ακολουθεί υψηλάς ηθικάς αρχάς. Ελέχθη ότι αποδίδει μόνον ευτελή ελατήρια και εις τους αρίστους των ηρώων του, δίψαν δόξης εις τον Βρασίδαν και πόθον διαφυγής της ποινής εις τον Δημοσθένη. Αλλά σπανίως αναφέρει οιονδήποτε προσωπικόν ελατήριον, οσάκις δε τοιαύται δυνάμεις ειςβάλλουσιν εις την ιστορίαν, εν γένει δεν είναι ανιδιοτελείς. Βεβαίως προϋποθέτει μεγάλην δόσιν φιλοπατρίας ως συνήθη· αλλά δεν πρέπει κανείς να απορήση μανθάνων ότι ο Θουκυδίδης δυσκολεύεται να εννοήση πράξιν όλως διόλου απηλλαγμένην φιλαυτίας. Εννοείται ότι και ο Θουκυδίδης ως άνθρωπος σφάλλεται και δεν ανευρίσκει πάντοτε την αλήθειαν. Π. χ. η εν τω Α' βιβλίω εισαγωγή του εις την αρχαίαν ιστορίαν είναι έν των θαυμασιωτάτων του έργου του μερών. Λόγω ιστορικής φαντασίας, και ευρύτητος βλέμματος είναι πιθανώς απαράμιλλος μέχρι των χρόνων των Εγκυκλοπαιδεικών του ιη' αιώνος· κατά δε την μέθοδον υπερέχει και τούτων. Αλλ' όμως είναι φανερόν ότι ο Θουκυδίδης δεν εννοεί τι εστι μύθος. Πραγματεύεται αυτόν ως παραμορφωθείσαν ιστορίαν και οσάκις ουδεμίαν έχει σχέσιν προς αυτήν. Αν ο Πέλοψ και ο Ίων και ο Έλλην υπήρχον, η έκθεσις του Θουκυδίδου θα ήτο ορθή· αλλ' ακόμη εκλαμβάνει τα φαντάσματα εκείνα ως ανθρώπους.

Εν τω προοιμίω δεν υπάρχει λόγος μεροληψίας· αλλά και όπου υπάρχει, το πνεύμα του συγγραφέως απομένει αδιαλείπτως δίκαιον και νηφάλιον. Σήμερον επικρίνεται συχνά. (224) Αλλά τα σαφή γεγονότα, — ότι οι πλείστοι των παλαιών εθεώρησαν αυτόν ως τύπον ευθύτητος, ότι άλλοι μεν τον ενόμισαν φιλοσπαρτιάτην, άλλοι δε φιλαθήναιον, ότι ο μεν Πλάτων και ο Αριστοτέλης έψεξαν αυτόν ως υπερβολικά δημοκρατικόν, οι δε νεώτεροι επικριταί του παραπονούνται ότι δεν ήτο αρκετά δημοκρατικός — λαλούσιν όσα ολόκληροι τόμοι. Η ιδική του πολιτική ήτο φανερά μετριοπαθής. Ομολογεί ότι τα πράγματα της πόλεως ευηρέστησαν περισσοτέρον αυτόν — εξαιρουμένης ίσως της «του πρώτου ανδρός αρχής» — κατά τους πρώτους μήνας της παλινορθώσεως του 411, διότι τότε (Η', 97) μετρία «ήτε εις τους ολίγους και τους πολλούς ξύγκρασις εγένετο» { a fair combination of the rights of the Few and the Many!}. Ο Θουκυδίδης φαίνεται άνθρωπος αυστηρών προσωπικών γνωμών, αλλά και πνεύμα δυνάμενον να παραμερίζη αυτάς ενόσω διηγείται. Η φράσις του (Η' 73) «Υπέρβολός τις» — ότε ο Υπέρβολος ήτο ο δυνατώτατος πολιτευτής των Αθηνών — ερμηνεύεται όταν ενθυμηθώμεν ότι ο ιστορικός αποτείνεται προς όλον το ελληνικόν και ότι πολλοί ούτ' εγνώριζον ούτ' εφρόντιζον περί της εσωτερικής πολιτικής των Αθηνών. Η δ' επακολουθούσα περιφρονητική κατάκρισις του Υπερβόλου εγράφη συμφώνως προς το πνεύμα, το κρατούν εν Αθήναις κατά το τέλος του πέμπτου αιώνος. Περί δε του Κλέωνος γράφει μετά τινος προσωπικού πάθους. Αλλ' η δευτέρα περί αυτού εισαγωγή (Δ' 21) οφείλεται προδήλως εις παραδρομήν είτε του συγγραφέως, είτε του αντιγραφέως· και η καταπλήσσουσα φράσις του Δ' 28,5 δικαιολογείται, αν αναλογισθώμεν ότι «οι σώφρονες Αθηναίοι» όσοι «μάλλον ήλπιζον» «Κλέωνος απαλλαγήσεσθαι» ή «Λακεδαιμονίους χειρώσασθαι» ήσαν οι τότε πλειοψηφούντες εν τη εκκλησία, δηλαδή οι περί τον Νικίαν. Εν τέλει δε η απεικόνισις του Κλέωνος είναι η ήκιστα δυσμενής των σωζομένων και αν είναι δυσάρεστος, πρέπει να ενθυμηθώμεν ότι ο Θουκυδίδης είχεν υποχρέωσιν να δείξη ότι ο Κλέων δεν ήτο Περικλής.

Δεν πρέπει να λησμονώμεν ότι ο Θουκυδίδης κατήλθεν εις τας Αθήνας κατά τα 403 ως φάσμα εκ του τάφου, λείψανον του παλαιού ομίλου του Περικλέους. Έκτοτε εκινείτο μεταξύ ανθρώπων ξένων. Το ιδανικόν του είχεν εκπνεύσει προ μιας γενεάς μακράν των Αθηνών και η ανάμνησίς του εξηφανίσθη μεταξύ των στενοχωριών και των σφαγών και της πενίας της τελευταίας δεκαπενταετίας. Η πολιτική του Περικλέους, η ιδέα της ηγεμονίας, αυτή η δημοκρατία είχεν εντελώς, αμετακλήτως εγκαταλειφθή υπό των ανθρώπων, προς ούς ανεστρέφετο ο Θουκυδίδης. Οι τότε φιλοσοφούντες έλαβον την οδόν των ολιγαρχικών, την μετέπειτα οδόν του Αριστοτέλους. Η αθηναϊκή ιστορία εθεωρείτο διαδοχή δημαγωγών, του Αριστείδου, του Εφιάλτου, του Περικλέους, του Κλέωνος, του Κλεοφώντος, του Καλλικράτους· «από δε Κλεοφώντος ήδη διεδέχοντο συνεχώς την δημαγωγίαν οι μάλιστα βουλόμενοι θρασύνεσθαι και χαρίζεσθαι τοις πολλοίς» { and from that time on in succession all who were ready for the greatest extremes in general recklessness, and in pandering to the people for their immediate advantage. } ως λέγει ο Αριστοτέλης (Αθην. Πολ. 28,4). Η δημοκρατία έπρεπε να γίνη δεκτή υπό μετρίαν και αλλοίαν μορφήν αλλά, καθώς έλεγεν ο Αλκιβιάδης (Θουκ. Στ, 89,6) ήτο «ομολογουμένη άνοια» { folly confessed}, οι δε ηγέται αυτής ήσαν ανεξαιρέτως ιδιοτελείς αγύρται. Ο Περικλής — κατά τον Στησίμβροτον και τους κωμικούς — δεν ήτο διάφορος των χειρίστων εξ αυτών, και αυτός ο Αριστείδης ο δίκαιος είχε τα τρωτά του! Οι άνθρωποι, οι ζώντες κατά τας αρχάς του δ' π. Χ. αιώνος, εκινούντο μεταξύ ερειπίων, έχοντες συντρίμματα ελπίδων, λείψανα ιδανικών και ωχράς τινας αξιώσεις. Ο άριστος αυτών, «των πολλών ικανώς ιδών την μανίαν», εγίνωσκεν «ότι ουδέν υγιές, ως έπος ειπείν, περί τα των πόλεων πράττει, ουδ' έστι σύμμαχος, μεθ' ότου τις ιών επί την τω δικαίω βοήθειαν σώζοιτ' αν» { has seen the madness of the multitude. He knows that no politician is righteous, nor is there any champion of justice at whose side he may fight and be saved! } αλλά θα ήτο «ώσπερ εις θηρία άνθρωπος εμπεσών» και εθεώρει κάλλιον ο Πλάτων να ιδιωτεύη «οίον εν χειμώνι κονιορτού και ζάλης υπό πνεύματος φερομένου υπό τειχών αποστάς» { retires under the shelter of a wall while the hurrying wind and the storm of dust and sleet go by. } (Πολιτ. 469 D). Τοιουτοτρόπως έζη μονήρης και ο γηραιός εξόριστος των Περικλείων χρόνων. Η ζωή του είχεν ήδη διαρρεύσει χωρίς να διακριθή, αι Αθήναι του είχον καταντήσει αγνώριστοι, η παλαιά του ερωμένη είχεν αποθάνει και ταφή. Αλλ' εφύλαττεν ο Θουκυδίδης σταθεράν την ανάμνησιν της αληθινής του πόλεως και του πολιτικού του αρχηγού — του ανδρός, όν ωνόμαζον οι λοιποί δημαγωγόν, διότι ήτο υπέροχος, ανώτερος της αντιλήψεώς των· εάν μόνον έζη εκείνος ή εάν αι συμβουλαί του ετηρούντο, θα έσωζε και θα εμεγάλυνε τας Αθήνας, τας ηττημένας τώρα. Νέοι αναφαινόμενοι τότε άνδρες έγραφον φυλλάδια και ελέγχους. Αλλ' ο Θουκυδίδης δεν είχε πλέον όρεξιν να ελέγχη. Εσπούδαζε τους αρχαίους και τους μυθικούς χρόνους και παρεσκεύαζε το θαυμάσιον εκείνο προοίμιον της συγγραφής. Εσώρευσεν όλην των χρόνων του την ιστορίαν, όπως ουδείς άλλος άνθρωπος προτού. Ενώ δ' έμαθε δεκάκις περισσοτέρα των προγενεστέρων συγγραφέων, επέμενε να μάθη και άλλα, πριν εκδώση το βιβλίον του εις φως. Προ παντός ήθελε ν' αφήση την αλήθειαν να λαλήση αφ' εαυτής, ώστε κανείς να μη τον αντικρούση, μηδέ να τον αποδείξη ποτέ άδικον. Επεθύμει να περιβάλη την ιστορίαν του διά λέξεων παλαιών, καθώς του Γοργίου, του Προδίκου, του Αντιφώντος, αυτού του Περικλέους. Επόθει ν' αφυπνίση τας μεγάλας ηχούς του παρελθόντος, όπως λαλήσωσιν αύται προς τον αλλοιωθέντα νέον κόσμον.

Αλλ' ο θάνατος τον επρόλαβε. (225) Το έργον έμεινεν ατελείωτον. Αλλά και όπως ευρίσκετο, ήτο απηρχαιωμένον πριν ή εκδοθή. Ως χρονικόν, εξηκολούθησεν αυτό ο Ξενοφών, ως μνημείον δε της ανθρωπίνης ματαιότητος ο Θεόπομπος. Αλλά το ύφος και το πνεύμα του βιβλίου ήτο ήδη ακατάληπτον εις τους ανθρώπους του δ' π. Χ. αιώνος. Και ανεγνωρίσθη μεν ο Θουκυδίδης 300 περίπου έτη βραδύτερον υπό των λογίων ως ο μέγας φιλαλήθης ιστορικός· αλλά μόλις 50 μετά τον θάνατόν του έτη ο Έφορος είχε μεταγράψει και αντικαταστήσει αυτόν και τον αφήκε ν' αναμένη τους χρόνους της αναζωπυρήσεως των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων, της επί των ημερών του Καίσαρος Αυγούστου. (226)

Θ'

ΤΟ ΔΡΑΜΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Αποβλέποντες εις το Σοφόκλειον δράμα ως τέλειον δημιούργημα, χωρίς να παρακολουθήσωμεν την ιστορικήν αυτού ανάπτυξιν, συχνά λυπούμεθα δι' ανεξήγητα εκ πρώτης όψεως κατά συνθήκην μέρη. Και όμως το αρχαίον δράμα καθαρεύει τελείως πολλών κατά συνθήκην στοιχείων, υπολείπονται δε μία ή δύο κατά παράδοσιν ficelles — παραδείγματος χάριν χρησμοί και εκθέσεις παιδίων — αλλά καθόλου το δράμα των περιπετειών και των χαρακτήρων είναι και αληθινόν και ανεπιτήδευτον. Δεν έχει ούτε κίβδηλον ηρωισμόν, ούτε ανύπαρκτον μοχθηρίαν, ούτε ανάλατον αίσθημα, έχει δε μοναδικήν τόλμην και ποικιλίαν πλοκής και τελείαν έλλειψιν των ερωτικών εκείνων ζευγαρίων, όσα κατήντησαν τύραννοι ημών αφ' ής εφάνη το νέον δράμα.

Εν πρώτοις ολόκληρος σειρά νομιζομένων συνθηματικών τύπων δύναται ν' απορριφθή αμέσως. Επί του παρόντος πρέπει να μη δίδωμεν πίστιν εις εκείνους όσοι λαλούσι περί προσωπείων και κοθόρνων και αμφιέσεων ιερατικών (227), επαναλαμβάνοντες τας αμφιβόλους γνώσεις του Πολυδεύκους και του Λουκιανού, δεικνύουσι τα χονδροειδή έργα της Νοτίου Ιταλίας και τα ζωγραφήματα της Πομπηιανής παρακμής, συμπιλούσιν εξ αυτών σφαλεράς περιγραφάς της αψύχου Μακεδονικής και Ρωμαϊκής σκηνής — της σκηνής της ανταγωνιζομένης προς το αμφιθέατρον — έπειτα δε καλούσιν ημάς να σχηματίσωμεν ιδέαν περί του Ευριπιδείου οράματος εκ του αηδούς τούτου κυκεώνος. Η αρχαιολογική σκαπάνη οφείλει ανυπερθέτως ν' αναδιδάξη ημάς περί των πλανών όσας μετέδοσαν τα αρχαιολογικά βιβλία.

Και πάλιν όμως η γνησία παράδοσις περιέχει, αρκετά συνθηματικά στοιχεία· τα πρόσωπα είναι τα πλείστα μυθικά (228)· πάντα λαλούσιν εμμέτρως· προσπαθούσι ν' απαντώσι συμμετρικώς και διακόπτονται συνήθως μετά το τέλος του στίχου. Αλλά το χειρότερον, αιωνίως είναι παρών εκεί χορός δώδεκα ή δεκαπέντε ομογενών προσώπων — παρθένων, μητέρων, αιχμαλώτων και των ομοίων — των οποίων το κυριώτατον καθήκον είναι κατά μεν την όρασιν να μετριάζωσι την αναρμοστίαν της παρουσίας των, κατά δε τα διαλείμματα να χορεύωσι και να ψάλλωσιν εις δωρικήν διάλεκτον όχι φυσικήν. Η ερμηνεία του πράγματος, είναι ιστορική (229).

Είδομεν ανωτέρω (σελ. 101) ότι ο χορός των Σειληνών, ήτοι των Κενταυροειδών θιασωτών του Διονύσου ανεμείχθη μετά του σατυρικού χορού αγρίων τράγων, ακολούθων του Πανός, του θεού των αρκαδικών βουνών. Τραγικός χορός σημαίνει χορός τράγων και τραγωδία σημαίνει ωδή τράγου. Αν ήλλαξεν η έννοια της λέξεως, τούτο συνέβη διότι και το πράγμα σημαντικά μετεβλήθη. Η τραγωδία ανεπτύχθη εκ των δωρικών τραγικών χορών της βορείας Πελοποννήσου, των εν Κορίνθω χορών του Αρίονος και των εν Φλειούντι προδρόμων του Πρατίνα και εκείνων, ούς ο τύραννος Κλεισθένης κατήργησεν εν Σικυώνι, διότι «ετίμων τον Άδρηστον και δη προς τα πάθεα αυτού τραγικοίσι χοροίσι εγέραιρον» { those which the tyrant Cleisthenes suppressed at Sikyon for "celebrating the sufferings of Adrastus.” }(Ηροδότου Ε' 67).

Βεβαίως και άλλαι επενέργειαι δυνατόν να είχον συντελέσει. Μιμητικόν στοιχείον είχε και η παλαιοτάτη λαϊκή ποίησις και δρώμενα (παριστανόμενα) — η λέξις είναι σχεδόν η ιδία με το δράμα, παράστασις — μνημονεύονται κατά πολλάς θρησκευτικάς τελετάς. Η γέννησις του Διός παριστάνετο εν Κρήτη, ο δε γάμος του μετά της Ήρας εν Σάμω και Κρήτη και Άργει. Εν Πλαταιαίς υπήρχον ιερά ξόανα καλούμενα δαίδαλα. Εν Δήλω δε χορός παρίστανε τον Θησέα σώζοντα τους νέους εκ του λαβυρίνθου. Και αυτά τα μυστήρια της Ελευσίνος και τα άλλα απεκαλύπτοντο μάλλον προς τα θνητά όμματα παρά τα θνητά ωτία.

Το πρώτον βήμα προς την μεταμόρφωσιν του τραγικού χορού έγινεν επί αττικής γης, όπου η ψαλλομένη δωρική ποίησις συνήντησε την απαγγελλομένην ιωνικήν. Ευρεία παράδοσις αναφέρει ότι ο εκ του δήμου Ικαρίας Θέσπις υπήρξεν ο πρώτος ποιητής, όστις προς ανάπαυσιν των χορευτών και ποικιλίαν της τελετής εξήρχετο αυτοπροσώπως και απετείνετο προς τους θεατάς διά τροχαϊκών τετραμέτρων, όπως απήγγελλεν ο Σόλων εν τη αγορά, τω δε 534 εδίδαξεν εν τω άστει την πρώτην αυτού τραγωδίαν (230). Διάδοχοί του υπήρξαν ο Χοιρίλος και κάποιος ξένος, ο οποίος παρίστανεν ανά την Αττικήν, Πρατίνας ο Φλειάσιος.

Οι χορευταί ήσαν τότε σάτυροι· τι ήτο ο ποιητής; Πιθανώτατα παρίστανε τον ήρωα της υποθέσεως, τον μυθικόν βασιλέα ή Θεόν. Παλαιός στίχος, ακατάληπτος κατόπιν, έλεγεν «ηνίκα μεν βασιλεύς ήν Χοιρίλος εν Σατύροις» { when Choirilus was a king among satyrs.}. Αλλ' αφού ο ποιητής παρίστανεν έν πρόσωπον, διατί να μη παριστάνη και περισσότερα; Αν παρουσιάζετο πρώτον, άς είπωμεν, ως βασιλεύς Λυκούργος, διατί να μη αλλάξη φόρεμα κατά το ακόλουθον άσμα και να επανέλθη ως ο ιερεύς, όν είχεν αποπέμψει ο Λυκούργος; την ερχομένην φοράν ηδύνατο να γίνη άγγελος διηγούμενος τον θάνατον του τυράννου. Ό,τι χρειάζεται είναι μόνον έν μέρος προς μεταμφίεσιν. Λοιπόν μέρος του κυκλικού χορευτικού χώρου, της ορχήστρας, αποχωρίζεται, κατασκευάζεται υπόστεγον, δηλαδή σκηνή (231), και η πρόσοψις αυτής καλλωπίζεται. Συνήθως γίνεται ανάκτορον έχον τρεις θύρας, διά να εισέρχεται και εξέρχεται ο υποκρινόμενος. Εν τω μεταξύ ο τρόπος του χορού κάπως μεταβάλλεται, διότι δεν υπάρχει πλέον κύκλος και ο παλαιός κυκλικός χορός γίνεται ο τετράγωνος χορός της τραγωδίας.

Εννοείται ότι και ο χορός ηδύνατο ν' αλλάξη ένδυμα. Ο Πρατίνας είχε ποτε χορόν παριστώντα Καρυάτιδας κόρας χορευούσας. Αλλά τούτο ήτο πρόοδος σπουδαιοτέρα και φαίνεται ότι εχρειάσθη πολλά διάμεσα βήματα. Yπήρχον ονόματα δραμάτων *Κήρυκες, *Ιχνευταί, *Παλαισταί κ.τ.τ. (232). Δεν αναλογούσι ταύτα κάπως προς τον βλάκα Μάκκον ή τον γέροντα Πάππον, τα τυπικά πρόσωπα των οσκικών Ατελλανών δραμάτων, και προς τον αγγλικόν Devil a Monk; Ο υποκριτής δεν παριστάνει απλώς στρατιώτην· παριστάνει τον γελωτοποιόν Μάκκον της παλαιάς σκηνής, διατεινόμενον ότι είναι στρατιώτης. Ο χορός δεν είναι κήρυκες· είναι σάτυροι μετημφιεσμένοι. Το φυσικόν τέλος του είδους τούτου της τέρψεως είναι να σχίζεται το κωμικόν ένδυμα και οι σάτυροι, ο Μάκκος ή ο διάβολος ν' αποκαλύπτωνται όπως είναι. Οι τραγικοί χοροί επετρέπετο ν' αλλάζωσι τρεις ενδυμασίας, πριν εμφανισθώσιν ως ανεγνωρισμένοι σάτυροι. Δηλαδή, διά να μεταχειρισθώμεν την μεταγενεστέραν γλώσσαν, εκάστη παράστασις ήτο τετραλογία συνέκειτο εκ τριών τραγωδιών (εκ μικρών μύθων, ως λέγει ο Αριστοτέλης εν συγκρίσει προς τα μακρότερα δράματα του καιρού του) κατόπιν δε ήρχετο σατυρικόν δράμα. Η συνήθεια αύτη παρέμεινε μέχρι της μέσης περιόδου του Ευριπίδου. Ο Κύκλωψ αυτού ήτο το μόνον σωζόμενον σατυρικόν δράμα [μέχρι της ανακαλύψεως των Ιχνευτών του Σοφοκλέους] η δε Άλκηστις είναι πραγματικόν δράμα, διδασκόμενον ως καταληκτικόν τριών τραγωδιών.

Η ελληνική λέξις «υποκριτής» σημαίνει «αποκριτής» (233)· Ο ποιητής ήτο πράγματι και ο παριστάνων· αλλ' αν ήθελε ν' αναπτύξη τον μονόλογόν του εις διάλογον, εχρειάζετο άλλον διά να του απαντά. Ο χορός συνήθως ήτο διηρημένος εις δύο, καθώς μαρτυρεί το σύστημα της στροφής και αντιστροφής. Ο ποιητής πιθανώς έλαβε πρώτον ως υποκριτάς τους κορυφαίους των δύο μερών. Οπωσδήποτε η εντελώς ανεπτυγμένη τραγωδία κανονικώς έχει τρεις υποκριτάς. Τον παλαιόν κυκλικόν χορόν απετέλουν 50 χορευταί και ο ποιητής· τον όλον τραγικόν θίασον 48 χορευταί, 2 υποκριταί και 1 ποιητής. Τούτο ήτο το όλον όπερ ο καλούμενος χορηγός — ο πλούσιος πολίτης, ο [κατά το Πάριον χρονικόν από του 509] αναλαμβάνων την δαπάνην της παραστάσεως — ήτο υπόχρεος να χορηγήση, καίτοι δε εις το λειτούργημα τούτο συχνάκις εδαπανώντο γενναία ποσά και εδίδοντο και παραχορηγήματα ήτοι δώρα, ουδέποτε προσελήφθη και τέταρτος υποκριτής. Ουδ' εφρόντιζεν ο χορηγός περί αλλαγής ενδυμάτων και των 48 χορευτών· παρουσιάζοντο μόνον 12 διά μιας εις έκαστον των τεσσάρων δραμάτων της τετραλογίας. Η παράδοσις λέγει αορίστως ότι ο Θέσπις είχεν ένα υποκριτήν, ο Αισχύλος δύο και ο Σοφοκλής τρεις, καίτοι ενίοτε ο Αισχύλος εισήγε και τρίτον. Καθόλου δε η πόλις, και όχι ο ποιητής, παρείχεν ωρισμένα βραβεία εις τους υποκριτάς και ανελάμβανε την διεξαγωγήν της εορτής του Διονύσου. Επομένως οσάκις βλέπομεν αρχαίον κριτικόν αποδίδοντα ωρισμένας σκηνικάς μεταβολάς εις ωρισμένους ποιητάς, τούτο συνήθως σημαίνει ότι αι μεταβολαί εκείναι εφαίνοντο κατά πρώτον εις τούτων τα έργα. Ακρωτηριασμένη επιγραφή (C. I. Α. II. 971) φαίνεται δηλοϋσα το έτος μιας σπουδαίας μεταβολής ή τακτοποιήσεως των από σκηνής διδασκαλιών. Η κωμωδία γίνεται δεκτή εις τα μεγάλα Διονύσια· οι υποκριταί αυξάνονται εις τρεις· οι δε αποτελούντες τον τραγικόν χορόν εις 15 αντί 12, και πιθανώς η επί της σκηνής πρόσοψις του ανακτόρου γίνεται μόνιμος. Οι ποιηταί τείνουσι φυσικά ν' αποσυρθώσι της σκηνής. Ο Αισχύλος έπαυσε να διδάσκη κατά τα τέλη της ζωής του· ο δε Σοφοκλής λέγεται ότι ηύρε την φωνήν του λίαν αδύνατον. Το επάγγελμα του υποκριτού κατεστάθη πάντως προ του 456 π. Χ. διότι τότε ευρίσκομεν τα ονόματα των νικησάντων υποκριτών μνημονευόμενα μετά του ποιητού και του χορηγού.

Ο χορός ήτο το κύριον στοιχείον της τραγωδίας. Δύο δηλαδή πράγματα, εχρειάζοντο διά ν' αποτελεσθή διδασκαλία· ο χορηγός εσχημάτιζε χορόν και ο ποιητής εδίδασκεν αυτόν· αυτά ήσαν τα δύσκολα (234). Η καθαυτό σύνθεσις ήτο απλή λεπτομέρεια, την οποίαν οιοσδήποτε καλός ποιητής ήτο έτοιμος να εκτελέση. Όθεν πάντες οι τεχνικοί όροι εσχηματίσθησαν εκ της σχέσεως προς τον χορόν. Ο Πρόλογος είναι το προ της εισόδου του χορού· επεισόδιον ο διάλογος των υποκριτών, οίτινες επεισήεσαν μετά τον χορόν, το δε τέλος του έργου λέγεται έξοδος, διότι τότε εξέρχεται ο χορός. Αλλ' ο χορός έφθινε καθόσον ανεπτύσσετο η τραγωδία, διότι ο διάλογος είναι ο παρέχων ζωήν εις το δράμα και δεν εβράδυνε ν' αποβή κατά την λέξιν του Αριστοτέλους πρωταγωνιστής· την ανάπτυξιν αυτού δυνάμεθα να παρακολουθήσωμεν και εις τα ολιγοστά λείψανα της αρχαίας δραματουργίας· από απαγγελλομένης ποιήσεως τείνει να γίνη λόγος δραματικός, γίνεται ολιγώτερον πομπώδης και άκαμπτος, γοργότερος δε και φυσικώτερος, αυξάνει δε κατά την έκτασιν. Των Ικετίδων του Αισχύλου, του αρχαιοτάτου των σωζομένων δραμάτων, ο χορός είναι πράγματι αυταί αι ηρωίδες της τραγωδίας, αίτινες κατά τα δύο τρίτα του έργου ψάλλουσιν, είναι δε παρούσαι από του πρώτου μέχρι του τελευταίου στίχου. Του δε Φιλοκτήτου του Σοφοκλέους (409 π. Χ.) ο χορός προσωπικώς είναι ασήμαντος· δεν εμφανίζεται παρά μόνον αφού το δράμα έχει αρκετά ήδη προβή, τα δε χορικά αποτελούσι το έν έκτον του συνόλου. Αυτός δε είναι και ο λόγος, δι' όν τα μεταγενέστερα δράματα είναι πολύ εκτενέστερα των παλαιοτέρων· διότι παριστάνοντο ταχύτερον.

Υπήρχεν όμως και άλλος λόγος, περιορίζων το μουσικόν της τραγωδίας μέρος, εντελώς διάφορος. Βαθμηδόν το μέλος δεν απέμενεν ολόκληρον εις τον χορόν. Διότι εφ' όσον ανεπτύσσετο η αθηναϊκή δημοκρατία, ο χορός έπαυε να είναι επαγγελματικός. Απετελείτο εξ ελευθέρων πολιτών, οίτινες ανέλαβον την εκτέλεσιν των δημοσίων θρησκευτικών χορών ως μέρος είτε των δικαιωμάτων των είτε των καθηκόντων. Τούτου αποτέλεσμα ήτο ότι ο χορός εγίνεν ολιγώτερον περίτεχνος, τα δε μέτρα και τα μέλη έπρεπε να είναι προσιτά εις την ικανότητα και μετρίου μουσικού. Αλλ' εν τω μεταξύ το κοινόν μουσικόν διαφέρον ανυψώνετο και η καλαισθησία των πολιτών είχε περισσοτέρας απαιτήσεις. Κατά τον πελοποννησιακόν πόλεμον το σύνηθες χορικόν άσμα δεν έθελγε πλέον τον ανεπτυγμένον Αθηναίον. Προκειμένου ν' ακούση μουσικήν, ήθελε κάτι λεπτότερον και κινητικώτερον, κάτι πλησιέστερον προς την ζωντανήν μουσικήν του διθυράμβου, όστις οσημέραι εγίνετο τεχνικώτερος και δυσκολώτερος. Όθεν ενώ από του Αισχύλου μέχρι των νεωτέρων έργων του Σοφοκλέους το μέλος του δράματος εξέπιπτεν, από των αρχαιοτέρων μέχρι των τελευταίων έργων του Ευριπίδου ανυψώνετο και πάλιν. Αλλ' όμως δεν ήτο πλέον χορικόν μέλος. Ο Ευριπίδης μετεχειρίζετο υποκριτάς, οίτινες ήσαν και δόκιμοι αοιδοί· όθεν έχει συχνάς μονωδίας. Της Μηδείας (431 π. Χ.) το λυρικόν μέρος αποτελεί περίπου το πέμπτον του όλου· του δε Ίωνος (414 π. Χ.) είναι περίπου το ήμισυ, αλλ' αι μονωδίαι και τάλλα από σκηνής άσματα συμποσούνται πάλιν εις το ήμισυ των χορικών· του Ορέστου (408 π. Χ.) αι μονωδίαι είναι τριπλάσιαι των χορικών. Μία φαινομένη εξαίρεσις διασαφεί την σημασίαν του κανόνος τούτου. Αι Βάκχαι μία των νεωτάτων τραγωδιών έχει πολλά χορικά και καμμίαν μονωδίαν. Διατί; Διότι ο Ευριπίδης, ότ' έγραφεν αυτάς, είχε μετοικήσει εις την Μακεδονίαν και πιθανώτατα δεν είχεν εκεί τους υποκριτάς του. Η Μακεδονία δεν είχε δράμα, αλλ' είχε ζωντανόν διθύραμβον και εξ επαγγέλματος αοιδούς· εκείνοι λοιπόν έψαλλον εν ταις Βάκχαις.

Η προς τα άνω αυτή φορά του σατυρικού άσματος είχε πολλάς αιτίας, δηλαδή τας πνευματικάς ορμάς τας εξευγενισάσας τον Αθηναϊκόν λαόν· τον πόθον νέου είδους τέχνης, όπως αντικαταστήση το εκπνέον έπος ως φορείον του ηρωικού μύθου· την εκ της Διονυσιακής λατρείας προερχομένην δίψαν βαθυτέρας συγκινήσεως, ήτις σχεδόν κατ' ανάγκην είναι τραγική. Οι παλαιωθέντες σάτυροι περιωρίσθησαν με την παλαιάν των πρωτότυπον γελωτοποιίαν εις παράμερον γωνίαν κατά το τέλος των τριών τραγωδιών και το κωμικόν στοιχείον αφείθη ν' αναπτυχθή εις χωριστόν είδος τέχνης (235).

Όπως συλλογιζόμεθα σήμερον ημείς, κωμωδία και τραγωδία φαίνονται μόνον δυο όψεις του αυτού πράγματος, το δε μεταξύ των όριον είναι μόλις αισθητόν· ομοίως εσκέπτοντο και οι Αθηναίοι του Μενάνδρου. Αλλ' όμως η ιστορική καταγωγή των ήτο διάφορος. Η μεν τραγωδία προήλθεν εκ του τεχνικού και επαγγελματικού χορικού άσματος· η δε κωμωδία εκ των χυδαιοτήτων των αγροτών κατά τας εορτάς του θέρους και του τρυγητού. «Η μεν από των εξαρχόντων τον διθύραμβον — λέγει ο Αριστοτέλης — η δε από των τα φαλλικά». Ταύτα επανηγυρίζοντο εις τιμήν των θεών της γονιμοποιήσεως και αυξήσεως ανθρώπων, ζώων και φυτών, θεών τιμωμένων υπό ποικίλα ονόματα ανά τα διάφορα μέρη της Ελλάδος. Ήσαν ο Διόνυσος εν Αχαρναίς, Ρόδω και Δήλω, αι αδελφαί Δημία και Αυξησία εν Αιγίνη, η Δημήτηρ εν δήμοις της Αττικής, ο Παν εν τη βορεία Πελοποννήσω. Σήμερον βεβαίως εξαφνιζόμεθα φανταζόμενοι την δημοσίαν τέλεσιν τοιούτων χονδρών ασχημιών μεταξύ λαού πολύ απλοϊκωτέρου και ολιγώτερον ανεκτικού ημών. Αλλά, και αν μη λάβωμεν υπ' όψιν την νεωτέραν σεμνοτυφίαν, πρέπει να έχωμεν κατά νουν πολλά άλλα πράγματα· τα στοιχεία εκείνα της ανθρωπίνης φύσεως, άπερ είναι αδιόρθωτα και δεν είναι σεβαστά, οι Έλληνες εσυνήθιζον να ταναγνωρίζωσιν ελευθέρως και να τα κανονίζωσιν. Περιστελλομένη δύναμις αποβαίνει επικίνδυνος· λοιπόν πάσαι αι φυσικαί ορμαί αφίνοντο να εκδηλωθώσιν όσον το δυνατόν αβλαβέστερον. Υπήρχε μεν αυστηρός νόμος κατά πάσης καταχρήσεως των εορτών τούτων, κατά της βίας, της απρεπούς συμμετοχής των ανηλίκων αλλά, καθόλου ειπείν, ούτ' εντροπή υπήρχεν, ούτε μυστικότης. Ατυχώς η περί κωμωδίας φιλοσοφία του Αριστοτέλους, περιλαμβανομένη εις το λείπον μέρος της Ποιητικής, δεν εσώθη. Αλλ' αφού ορίζει την ηθικήν βάσιν της τραγωδίας ως κάθαρσιν της ψυχής ημών από του ελέου και του φόβου διά ισχυράς εκροής των τοιούτων συγκινήσεων, αφού δικαιολογεί τα εξοργιάζοντα την ψυχήν μέλη ως επιφέροντα κάθαρσιν των εμφύτων εις ημάς αγρίων συγκινήσεων, αίτινες άλλως ηδύναντο να εκραγώσιν εις ό,τι ονομάζει ενθουσιασμόν, εύκολον είναι να εικάσωμεν ότι και της κωμωδίας αι ασχημίαι θα ενομίζοντο ως προξενούσαι άλλην προδηλοτέραν και αναγκαιοτέραν κάθαρσιν. Εξ άλλου δεν πρέπει να λησμονώμεν ότι πάντοτε υπήρχεν εν Ελλάδι ζωηρά κατά των φαλλικών παραστάσεων αποδοκιμασία· ότι και αυτός ο απόλυτος ασκητισμός είχε πάντοτε τους οπαδούς του· τέλος δε ότι όπου η θρησκεία καθιερώνει ανήθικον έθιμον υποτάσσει και τους υγιεστέρους εγκεφάλους. Αναμφιβόλως πολλαί εγκρατείς και σεμναί ιέρειαι του Διονύσου θα επίστευον ότι αι παλαιαί και συμβολικαί εκείναι τελεταί είχον λαμπράς ανταμοιβάς και επί γης και αλλαχού.

Έν εκ των χαρακτηριστικών των τελετών εκείνων ήτο η παρρησία, αύτη δε παρέμεινε καύχημα της κωμωδίας. Ηδύνατο δηλαδή κανείς κατά την ωρισμένην ημέραν να πειράζη και να υβρίζη ελευθέρως οιονδήποτε πρόσωπον, ενώπιον του οποίου κατά τας λοιπάς ημέρας ο φόβος ή η ευπρέπεια επέβαλλον σιωπήν. Κατά τινας των τελετών το προνόμιον τούτο είχον μόνον αι γυναίκες. Αφ' ής η κωμωδία προπαρεσκευάζετο επιμελώς, κέντρον αυτής ήτο άσμα, γραφόμενον και εκμανθανόμενον, διά του οποίου ο χορός, ενεργών απλώς ως στόμα του ποιητού, απετείνετο προς το κοινόν περί «θεμάτων της ημέρας»· τούτο απέβη η παράβασις της προηγμένης κωμωδίας. Κατά τάλλα, αρχή της κωμωδίας ήτο κατά τας εορτάς του Διονύσου ή συγγενούς αυτού θεού θίασος προσωπιδοφόρων, οίτινες παρήλαυνον ψάλλοντες μετ' αυλών φαλλικόν άσμα και τέρποντες τους θεατάς διά προχείρων πειραγμάτων. Αλλ' ούτ' επληρώνοντο, ούτε είχον επισημότητα καμμίαν. Μόνον από του 465 π. Χ περίπου ανεγνωρίσθησαν επισήμως οι κώμοι και η κωμωδία επετράπη να σταθή παραπλεύρως της τραγωδίας. Παρουσιάσθη πρώτον κατά τα Λήναια, [μηνός Γαμηλιώνος, ήτοι κατά Ιανουάριον ή Φεβρουάριον] έπειτα δε κατά τας άλλας του Διονύσου εορτάς. Αλλά μόνον από της αρχής του πελοποννησιακού πολέμου δύο νεαροί ποιηταί, ο Εύπολις και ο Αριστοφάνης, έδωσαν καλλιτεχνικήν μορφήν εις την παλαιάν κωμωδίαν, έπλεξαν τα μεμονωμένα κωμικά κομμάτια εις μίαν πλοκήν, και οπωσδήποτε απέρριψαν ή συνεκάλυψαν τα φαλλικά. Έκτοτε η κωμωδία ανεπτύχθη γοργοτέρον και αυτής της τραγωδίας. Ο χορός έλαβεν ενεργότερον και ζωηροτέρον μέρος εις την δράσιν, η εξ αρχής κενότης αυτού εδείχθη πολύ ολιγώτερον επιζημία και εξηφανίσθη πολύ ταχύτερον. Το τελευταίον έργον του Αριστοφάνους, ο Πλούτος, δεν έχει χορόν και είναι όριον της διαμέσου αναπτύξεως της γνωστής υπό το όνομα Μέση κωμωδία, δειλοτέρας παρά την παλαιάν, όχι τόσον τελείας όσον η νέα. Κατόπιν η κωμωδία μεταπίπτουσα δυστυχώς εις ασθενεστέρας χείρας και ολιγώτερον «δαιμονίους» εγκεφάλους, διώκει την πραγματοποίησιν των προσπαθειών του Ευριπίδου, τον θρίαμβον της δραματικής ιδέας, την τέχνην την ούτε τραγικήν ούτε κωμικήν, αλλά συνάμα και τα δύο, ήτις τείνει εσκεμμένως να γίνη μίμησις της ζωής, κάτοπτρον του καθ' ημέραν λόγου, έκφρασις του πραγματικού. Η μορφή αύτη της τέχνης διαπλασθείσα διήρκεσεν έπειτα επί αιώνας· ήρχισεν ολίγον μετά τα 400 π Χ. ότε η δημοσία πενία συνετέλεσεν όσον και το αίσθημα του καλού εις την κατάργησιν του πολυδαπάνου χορού και ότε το ονομαστί κωμωδείν μετά μακρούς αγώνας και αντιδράσεις κατηργήθη. Έφθασε δε η νέα κωμωδία εις το κατακόρυφον διά του Φιλήμονος και του Μενάνδρου περί τα 300 π. Χ., επιγραφαί δε ποικίλων περί τα 160 π. Χ. χρονολογιών εδίδαξαν προσφάτως ημάς ότι και τότε ακόμη κατά τα μεγάλα Διονύσια εδιδάσκοντο πλην των παλαιών και πέντε κατ' έτος πρωτότυποι κωμωδίαι. Αλλά παράδοξος ειρωνεία της τύχης εξήλειψεν εκτός μακράς σειράς αποσπασμάτων καί τινων αδεξίων λατινικών διασκευών, το σύνολον της εξαιρέτως πλουσίας ταύτης συγκομιδής της αρχαίας λογοτεχνίας.

ΦΡΥΝΙΧΟΣ Ο ΠΟΛΥΦΡΑΔΜΟΝΟΣ (ακμάζων κατά τα 494 π. Χ.)


Ολιγώτερον σκιώδης μεταξύ των προαισχυλείων δραματικών είναι ο Φρύνιχος. Η παράδοσις έσωσε τα ονόματα δέκα του δραμάτων, και την είδησιν ότι εν τω διαλόγω μετεχειρίζετο το τροχαϊκόν τετράμετρον και εισήγαγε πρόσωπα γυναικεία. Ο Ηρόδοτος λέγει ότι έγραψε *Μιλήτου άλωσιν, ότι του επεβλήθη πρόστιμον [διότι υπέμνησεν οικεία κακά] και ότι το θέμα τούτο κατόπιν απηγορεύθη. Η πτώσις της Μιλήτου ήτο εθνική συμφορά, πάντως δε το δράμα περιείχε και πολλά δυσάρεστα εις τας φατρίας. Ο Φρύνιχος επέτυχε περισσότερον εις άλλο συγχρόνου πηγής έργον, τας *Φοινίσσας εκεί ο χορός παρίστανε τας συζύγους των Φοινίκων του Ξέρξου ναυτών, η δε σκηνή τον θάλαμον του συμβουλίου του βασιλέως, όπου οι γέροντες ανέμενον τα νέα του πολέμου. Ο Φρύνιχος πιθανώτατα τότε έτυχε του άθλου έχων χορηγόν αυτόν τον Θεμιστοκλή, τον αληθινόν, καίτοι φυσικά μη ανημονευόμενον, ήρωα του έργου. Λυπηρά προ πάντων είναι η απώλεια των λυρικών αυτού μερών, των περιέργων απηρχαιωμένων μελών, τα οποία και κατά τας ημέρας του Πελοποννησιακού πολέμου εψιθύριζον ακόμη οι τραχείς παλαίμαχοι του Μαραθώνος,

λύχνους έχοντες και μινυρίζοντες μέλη
αρχαιομελισιδωνοφρυνιχήρατα. (Αριστοφ. Σφήκες 220)
.

{ Lights in their hands, old music on their lips, Wild honey and the East and loveliness }

Η χάρις και τρυφερότης των σωζομένων αποσπασμάτων του Φρυνίχου παρέχει εις ημάς το μέτρον, όπως εννοήσωμεν πόσον το μεγαλείον ύφος του Αισχύλου ωφείλετο μάλλον εις τον ίδιον αυτού χαρακτήρα παρά την τέχνην του καιρού του· αληθινόν όμως απομένει ότι τα Μηδικά έπραξαν υπέρ της τραγωδίας ό,τι περίπου αι μεταναστάσεις υπέρ του Ομήρου και ότι ο Φρύνιχος και ο Αισχύλος ήσαν αμφότεροι «Μαραθωνομάχοι» (236).

Ι'

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

ΕΥΦΟΡΙΩΝΟΣ ΕΛΕΥΣΙΝΙΟΣ (525-456 π. Χ.)


Ο Αισχύλος κατήγετο εξ αρχαίων ευπατριδών. Ήλθε δε εις το άστυ εξ Ελευσίνος, της έδρας όχι μόνον μυστηρίων της Δήμητρος, αλλά και ειδικής λατρείας Διονύσου του Ζαγρέως, κειμένης πλησίον του δήμου του Θέσπιδος, της Ικαρίας. Λέγεται ότι ενωρίς ήρχισε να δραματουργή αλλά κατά τα 490 εκλήθη μακράν της σκηνής, ίνα πολεμήση εν Μαραθώνι, όπου ο αδελφός του Κυναίγειρος έπεσεν ενδόξως. Την πρώτην του ποιητικήν νίκην ενίκησε κατά το μέσον της κατόπιν εννεαετούς ειρήνης (484)· τέσσαρα δ' έτη βραδύτερον ηκολούθησε και αυτός την γενικήν έξοδον εις τα πλοία και την Σαλαμίνα, ότε εις την διάθεσιν των βαρβάρων αφείθησαν οι λίθοι των Αθηνών. Τα έτη εκείνα ήσαν κατάλληλα προς ενδιάθετον γένεσιν τραγωδιών και στοχασμών μεγάλων, αλλ' όχι και προς συγγραφήν αυτών και διδασκαλίαν. Κατά τα 476 ο Αισχύλος παρευρέθη πιθανώς εις τους εν Θράκη πολέμους· ηχώ τούτων έχομεν εν τη τετραλογία *Λυκουργεία (237) και εν τοις Πέρσαις (στ. 866). Ολίγον δε κατόπιν ήλθεν εις τας Συρακούσας, ίσως χάριν πολιτικών σκοπών, και έγραψε τας *Αιτναίας εις τιμήν της πόλεως Αίτνης, ήν τότε ίδρυεν ο Ιέρων (476-5) επί των προπόδων του ηφαιστείου.

Από του 484 και εξής ο Αισχύλος επρώτευε πιθανώς μεταξύ των εν Αθήναις ποιητών, καίτοι οι δύο γηραιοί αντίπαλοί του, ο Πρατίνας και ο Φρύνιχος, και πλην άλλων και υιοί τούτων, ο Αριστίας και ο Πολυφράδμων, από καιρού εις καιρόν ενίκων αυτόν και καθόσον ηξεύρομεν, ήσαν άξιοι των επάθλων. Παλαιοτάτη των σωζομένων τραγωδιών αυτού φαίνονται αι Ικέτιδες αλλά η πρώτη χρονολογικώς γνωστή είναι οι Πέρσαι, δι ών ενίκησε την πρώτην του νίκην κατά τα 470 π. Χ.

Κατά τα 478 απήλθεν εκ νέου εις τας Συρακούσας, άγνωστον και πάλιν προς ποίον σκοπόν, αν και λέγεται ότι εδίδαξε και εκεί τους Πέρσας. Κατά τα 468 ηττήθη πρώτην φοράν υπό του νεαρού Σοφοκλέους. Αλλά κατά το επόμενον έτος ενίκησε και πάλιν διά των Επτά επί Θήβας. Δεν γνωρίζομεν το έτος της μεγάλης τριλογίας του Προμηθέως, αλλ' αύτη, καθώς και η Λυκούργεια, φαίνεται ότι εδιδάχθησαν κατόπιν. Εσχάτη δε των νικών του ήτο η Ορέστεια [Αγαμέμνων, Χοηφόροι και Ευμενίδες) κατά τα 458. Κατόπιν απήλθε και πάλιν εις την Σικελίαν — οι μικροί άνθρωποι της παρακμής εικάζουσιν ότι εζήλευσε διά την προ δεκαετίας νίκην του Σοφοκλέους! — και απέθανεν αιφνιδίως εις την Γέλαν τω 406. Ο συρμός επανέφερε συχνά τα δράματά του επί της αθηναϊκής σκηνής, — τινές έχαιρον ότι δι' αυτών ηττάτο ο Ευριπίδης — αλλά και ειδικός νόμος εψηφίσθη προς αναπαράστασιν των τραγωδιών του και οριστικώς εθεωρήθη ως κλασσικός ήδη προ των χρόνων του Πλάτωνος. Ο δε περίφημος χάλκινος ανδριάς του κατεσκευάσθη χάριν του λιθίνου θεάτρου, όπερ ανήγειρεν ο Λυκούργος περί τα 330 π. Χ.

Το επίγραμμα, όπερ ελέγετο ότι είχε γράψει χάριν του εν Γέλα τάφου του, είναι χαρακτηριστικόν· ουδέ λέξις περί των ποιημάτων του· μόνον δύο στίχοι μετά τας αναγκαίας περί του ονόματος και του τόπου της γεννήσεως πληροφορίας, λέγουσιν·

Αλκήν δ' ευδόκιμον Μαραθώνιοι άλσος αν είποι
Και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος.

{ grove of Marathon can bear witness to his good soldierhood, and the long- haired Mede who felt it! }

Είναι πιθανώτατον ότι η αντιμετώπισις του θανάτου κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν του ενετυπώθη ως η υπερτάτη του βίου του στιγμή, και ίσως η ποίησίς του δεν του εφαίνετο τελεία· διότι συχνά και εις τα ακρότατά της ύψη εμποιεί τοιαύτην εντύπωσιν.

Των 90 δραμάτων, όσα έγραψεν ο Αισχύλος, έχομεν επτά. Τούτων εικάζομεν ότι αρχαιότατον είναι αι Ικέτιδες — παράδοξον και ωραίον έργον, όμοιον προς ταρχαϊκά εκείνα αγάλματα, τα έχοντα άκαμπτα μέλη και έκφρασιν γελαστήν αλλά λιθίνην. Και η υπόθεσις είναι αρχαϊκή, καταλληλοτέρα προς μέλος ή προς δράμα. Ικέτιδες είναι αι 50 κόραι του Δαναού αι καταφυγούσαι εις το Άργος, διά να μη υπανδρευθώσι τους εξαδέλφους των, τους 50 υιούς του Αιγύπτου. Ο τρόμος των εμφαίνει χρόνον, ότε γάμος μεταξύ πρώτων εξαδέλφων ενομίζετο ως αιμομιξία (238). Ζητούσι την προστασίαν του Πελασγού βασιλέως του Άργους, ο οποίος αναφέρει το ζήτημα εις τον δήμον. Ο δήμος δέχεται τας Ικέτιδας και ο αγέρωχος Αιγύπτιος κήρυξ αποδιώκεται. Εν τοις *Θαλαμοποιοίς οι υιοί του Αιγύπτου διώκουσι τας Δαναΐδας, νικώσι τον Δαναόν και απαιτούσι τας νύμφας. Ο Δαναός, προτιμών τον φόνον παρά την αιμομιξίαν, παραγγέλλει τας κόρας του να δολοφονήσωσι τους άνδρας των κατά την νύκτα του γάμου, πάσαι δ' εκτελούσι τούτο εκτός της Υπερμήστρας, η οποία [σώσασα τον Λυγκέα] κατηγορείται εις τας *Δαναΐδας ως υπανδρευθείσα τον εξάδελφόν της και παρακούσασα την πατρικήν εντολήν, αθωώνεται δε διά της βοηθείας της Αφροδίτης. Αι Ικέτιδες φαίνεται ότι εδιδάχθησαν επί της παλαιάς κυκλικής ορχήστρας μετά «κοινοβωμίας» εν τω μέσω και ειδώλων κύκλω. Δεν υπάρχει πρόσοψις ανακτόρου και ο μόνιμος αριθμός 50 χορευτών καθ' όλην την τριλογίαν γεννά την υπόνοιαν, ότι ο παλαιός κυκλικός χορός ήτο ακόμη αδιαίρετος.

Οι Πέρσαι (472 π. Χ.) ήτο το μεσαίον δράμα τριλογίας, ής το πρώτον ωνομάζετο *Φινεύς, ο τυφλός γέρων του αργοναυτικού μύθου, όστις πιθανώς επροφήτευε κάτι περί μεγαλυτέρας συγκρούσεως μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, ής η εκστρατεία εκείνη ήτο η αρχή· τρίτον ήτο ο Γλαύκος αλλ' υπήρχον δύο δράματα φέροντα το όνομα τούτο και η πλοκή δεν είναι βεβαία. Οι δε Πέρσαι εγράφησαν κατά το υπόδειγμα των *Φοινισσών του Φρυνίχου· αι πρώται λέξεις και των δύο είναι σχεδόν αι ίδιαι και η σκηνή αμφοτέρων υπόκειται εν τω συμβουλίω των Σούσων, καίτοι κατόπιν εν τοις Πέρσαις μεταφέρεται παρά τον τάφον του Δαρείου. Οι Πέρσαι ολίγην έχουσι πλοκήν κατά την συνήθη της λέξεως σημασίαν. Αλλ' η βαρεία ομίχλη των πρώτων σκηνών, αι φοβεραί αστραπαί της αληθείας, η επίκλησις της σκιάς του γηραιού βασιλέως Δαρείου, όστις ουδένα Πέρσην έκαμε να κλαύση, και η σκυθρωπή προφητεία του περί της επερχομένης καταστροφής, πάντα ταύτα ενέχουσι το σπέρμα μεγάλης δραματικής δυνάμεως. Εις τον αναγνώστην απομένει αλησμόνητος

«Ασίας θούριος άρχων»,
πολύχειρ και πολυναύτας, Σύριον θ' άρμα διώκων [84]
.

{ the many arms and many ships, and the sweep of the chariots of Syria }

και κατά τα χορικά και κατά την εξαισίαν περιγραφήν της μάχης. Το δε γεγονός, ότι οι Πέρσαι είναι η πρώτη αφήγησις μεγάλης ιστορίας υπό μεγάλου ποιητού, όστις και αυτός συνετέλεσεν εις το αποτέλεσμα εκείνο, καθιστά το δράμα μοναδικόν εν τη λογοτεχνία· η δε καλλονή του είναι αληθώς ανταξία της σημασίας ταύτης.

Οι δ' Επτά επί Θήβας ήσαν το τρίτον δράμα της τριλογίας μετά τον *Λάιον και τον *Οιδίποδα. Κατά παλαιάν παραλλαγήν του μύθου ο Οιδίπους μετά την ανακάλυψιν της πλάνης εχωρίζετο την Ιοκάστην και ενυμφεύετο την αδελφήν αυτής Ευρυγάνειαν. Αλλ' ο Αισχύλος έλαβε την υπόθεσιν κατά την οικτροτάτην αυτής μορφήν, την πασίγνωστον. Οι Επτά παριστώσι την πολιορκίαν των Θηβών υπό του εξορίστου Πολυνείκους, την μάχην και την αλληλοκτονίαν των αδελφών, εθαυμάζοντο δε μεγάλως υπό των παλαιών ως δράμα «Άρεως μεστόν»

ο θεασάμενος πας αν τις ανήρ ηράσθη δάιος είναι

{ that made every one who saw it wish forthwith to be a 'fiery foe,' }

κατά τον Αριστοφάνη (Βατράχων 102). Πράγματι δε η ατμόσφαιρα είναι πολεμική, οι χαρακτήρες απλοί και δυνατοί. Και όμως οι Επτά είναι μεν έργον λαμπρόν και δυνατόν, αλλ' ίσως είναι το μόνον των Αισχυλείων δραμάτων, όπερ φέρει αμυδροτέραν την σφραγίδα μεγάλου ποιητού. Φαίνεται μάλλον ως καλόν έργον υποδεεστέρου (239).

Πολύ διάφορος είναι ο Προμηθεύς, έργον της αυτής μεταβατικής περιόδου, απαιτούν τρεις υποκριτάς εν τω προλόγω, όπως και οι Επτά πιθανώς απαιτούσιν εν τη εξόδω. Η τριλογία φαίνεται ότι συνέκειτο εκ του Δεσμώτου Προμηθέως, του *Λυομένου Προμηθέως και του *Πυρφόρου Προμηθέως (240). Η υπόθεσις είναι τιτανική και χρειάζεται μεγάλην και πτεροφόρον φαντασίαν, διά δε των χειρών του Αισχύλου και [κατά τα 1819] του Shelley' διεπλάσθη εις δύο των μεγίστων του κόσμου δραματικών έργων. Ο Προμηθεύς είναι ο τύπος του ανθρώπου, του μαχομένου κατά της τυραννικής δυνάμεως της διεπούσης τον κόσμον τούτον. Έσωσε τον άνθρωπον από της επιβουλής του Διός, τον εδίδαξε τας τέχνας του πολιτισμού και προ πάντων του έδωσε το πυρ, το οποίον άλλοτε ήτο θείον κτήμα, φυλαττόμενον εν τω ουρανώ. Διά την ανταρτικήν ταύτην αγάπην των ανθρώπων είναι προσηλωμένος επί υψηλοκρήμνου πέτρας του Καυκάσου· αλλά δεν υποτάσσεται, πρώτον μεν διότι είναι αθάνατος, έπειτα δε διότι κατέχει μυστικόν, εξ ού κρέμαται η τύχη του ουρανού και της γης. Ο Ζευς δοκιμάζει δι' απειλών και βασάνων να τον συντρίψη· αλλ' ο Προμηθεύς δεν εννοεί να εγκαταλείψη τους ανθρώπους. Και αι Ωκεανίδες, αι συναχθείσαι διά να τον παρηγορήσωσι, δεν θέλουσι να εγκαταλείψωσι τον Προμηθέα· αντιμετωπίζουσι τους αυτούς κεραυνούς και βυθίζονται μετ' αυτού εις την άβυσσον. Η δράσις συμβαίνει εις την αρχήν και το τέλος του δράματος, το δε μεσαίον μέρος, αναπληρούν κατά το φαινόμενον αιώνας μάλλον ή ημέρας, κατέχουσι μακραί διηγήσεις του Προμηθέως προς τας Ωκεανίδας, η άκαρπος παρέμβασις αυτού του Ωκεανού και η παράδοξος είσοδος άλλου θύματος του Διός, της εξάλλου Ιούς, διωκομένης υπό οίστρου και φοβουμένης το φάσμα του μυριωπού Άργου. Ο χορός του Προμηθέως είναι κατά τον χαρακτήρα και την δραματικήν τελειότητα ο κάλλιστος ίσως και ικανοποιητικώτατος των σωζομένων ελληνικών δραμάτων. Τα μέλη παρέχουσιν εντύπωσιν Weltschmerz, ομοίαν δε ταύτης θα ήτο δύσκολον να εύρη τις προ του δεκάτου ενάτου μ. Χ. αιώνος. Η όλη γη συμπάσχει μετά του Προμηθέως [στ. 431-5]

βοά δε πόντιος κλύδων
ξυμπίτνων, στένει βυθός,
κελαινός Άιδος δ' υποβρέμει μυχός [γας]
πηγαί ο αγνορύτων ποταμών
στένουσιν άλγος οικτρόν.

{ There is a cry in the waves of the sea as they fall together, and groaning in the deep ; a wail comes up from the cavern realms of Death, and the springs of the holy rivers sob with the anguish of pity! }

Αλλαχού ο τόνος είναι φιλικώτερος [στ. 545 — 553]

φέρ' όπως άχαρις χάρις,
ω φίλος, ειπέ πού τις αλκά;
τις εφαμερίων άρηξις; ουδ' εδέχθης
ολιγοδρανίαν άκικυν, ισόνειρον, | α το φωτών
αλαόν γένος έμπεπο | δισμένον; ούποτε πολλαί
ταν Διός αρμονίαν θνατών παρεξίασι βουλαί.

{ Nay, thine was a hopeless sacrifice, O beloved; speak — what help shall there be, and where? What succour from things of a day? Didst thou not see the little- doing, strengthless, dream-like, wherein the blind race of man is fettered? Never, never shall mortal counsels outpass the great Harmony of Zeus! }

Ο Ζευς είναι ακαταμάχητος· οι υπακούοντες εις αυτόν είναι ήσυχοι και ευτυχείς, όπως ήσαν άλλοτε αι Ωκεανίδες. Αλλ' όμως αισθάνονται ότι είναι κάλλιον να εξαναστώσιν.

Ουδέν ίσως κομμάτιον αφανισθείσης λογοτεχνίας είναι τόσον επιθυμητόν όσον ο *Λυόμενος Προμηθεύς. Ποία συνδιαλλαγή ήτο άρα γε δυνατή; Εις πολλά σημεία ο Ζευς εντέλει δικαιολογείται. Παραδείγματος χάριν, η κατά το φαινόμενον άσκοπος καταδίωξις της Ιούς άγει εις αποτελέσματα μεγάλα, δηλαδή πλην άλλων την γέννησιν του Ηρακλέους, ο οποίος είναι άλλος λυτρωτής της ανθρωπότητος και ελευθερωτής του Προμηθέως. Εξ άλλου φαίνεται ότι ο Προμηθεύς δεν έχει σκοπόν ν' ανατρέψη τον νέον τύραννον, όπως ο Προμηθεύς του Shelley, αφού είχε σκοπίμως βοηθήσει αυτόν κατά των παλαιών τυφλών δυνάμεων, του Κρόνου και των Τιτάνων· αλλ' εννοεί τρόπον τινά να του αποσπάση ένα συνταγματικόν χάρτην και να σώση τοιουτοτρόπως τους ανθρώπους. Αλλά χρειάζεται άλλος Αισχύλος διά να λύση τον δεσμόν τούτον κατά τρόπον αντάξιον του πρώτου. Περί δε του δευτέρου δράματος μανθάνομεν ότι ήρχιζεν επανερχομένου του Προμηθέως εις το φως μετά 30 χιλιάδας ετών, τον δε χορόν απετέλουν Τιτάνες. Το τελευταίον δράμα ο * Πυρφόρος Προμηθεύς φαίνεται ότι ηρμήνευε την εν Αθήναις καθιέρωσιν της εορτής του Προμηθέως. Τοιαύται αρχαί εορτών ήσαν δραματικά θέματα συνήθη.

Η Ορέστεια είναι το ύψιστον κατόρθωμα του Αισχύλου και ίσως όλης της ελληνικής δραματουργίας. Ενέχει όλην την λάμψιν της γλώσσης και την λυρικήν γοητείαν των παλαιών τραγωδιών, το παλαιόν και σχεδόν υπεράνθρωπον μεγαλείον του διαγράμματος, είναι δ' εξίσου δυνατόν και βαθύ εις χαρακτηρισμούς, εξίσου τραγικόν ως το κάλλιστον του Σοφοκλέους έργον. Η εν τω Αγαμέμνονι σκηνή της Κασσάνδρας, όπου η μελλοθάνατος μάντις, την οποίαν ουδείς πιστεύει, βλέπει το όραμα του θανάτου, όστις περιμένει αυτήν και τον βασιλέα εντός του ανακτόρου, είναι φρικαλέα επί της σκηνής, μελετωμένη δε κατ' ιδίαν φαίνεται αιωνίως ζωηρά. Η πρώτη τραγωδία περιέχει τον φόνον του Αγαμέμνονος κατά την θριαμβευτικήν εκ της Τροίας επιστροφήν του υπό συζύγου, κατά της οποίας διεπράχθη βαρύ αμάρτημα και η οποία διέπραξεν αμάρτημα βαρύ. Αι Χοηφόροι παριστώσι την ανταπόδοσιν. Ο Ορέστης, ο οποίος ήτο παιδίον ότ' εδολοφονήθη ο πατήρ του, αφού εμεγάλωσεν εν τη εξορία, επανέρχεται μυστικά διά να τιμωρήση τον Αίγισθον και κατ' εντολήν του Απόλλωνος να φονεύση την μητέρα του.

Αι Χοηφόροι είναι υπό τινας επόψεις το περιπλοκώτατον των δραμάτων του Αισχύλου· υπάρχει σκηνή αναγνωρίσεως, αδύνατος εις τα καθ' έκαστα, αλλά μεγάλη εις συγκίνησιν· υπάρχει ωρισμένη πλεκτάνη, διά της οποίας οι εργάται της εκδικήσεως εισέρχονται εις το ανάκτορον· υπάρχει μεγάλη τόλμη εις την διαγραφήν πάντων των προσώπων μέχρις αυτής της παθητικής και γελοίας τροφού· υπάρχει επιφοιτώσα σκιά της άνωθεν του Ορέστου εξ αρχής επικρεμαμένης παραφροσύνης, η οποία γίνεται βαθυτέρα καθ' άς ώρας ο μητροκτόνος έχων έναυλον την φοβεράν φωνήν του Απόλλωνος, ταλαντεύεται μεταξύ δύο φόβων, μέχρι της στιγμής ότε αι κατάραι της μητρός του λαμβάνουσιν ορατήν εις αυτόν μορφήν και φεύγει τας «φαιοχίτωνας» Ερινύς.

Αι Ευμενίδες είναι δραματικαί εις την αρχήν και καθαρώς θεαματικαί κατά το τέλος· υπάρχει αρκετόν μεγαλείον εν τη σκηνή της διαδικασίας, όπου ο Ορέστης κατηγορείται υπό του χορού των Ερινύων, υπερασπίζεται δε υπό του Απόλλωνος, και αθωώνεται διά της ψήφου της Αθηνάς. Αλλ' οι θεοί φέρονται πολύ πλησίον ημών και ο θεσμός του Αρείου πάγου δεν έχει δι' ημάς την θρησκευτικήν σημασίαν, ήν είχε διά τον Αισχύλον. Ό,τι δ' όμως ψυχραίνει ημάς, δηλ. η βαθμιαία χαλάρωσις του διαφέροντος μέχρις ού ο έλεος και ο φόβος αναλύονται ηρέμα εις καλλιτεχνικήν απόλαυσιν, ήτο, καθά μαρτυρούσι πάντα τα χορικά και πλείσται τραγωδίαι, είς των ουσιωδών κανόνων της Ελληνικής τέχνης. Σημειωτέον ότι και ο Σαικσπήρος ωμοίαζεν εις τούτο προς τους Έλληνας· διότι καταλήγει τας τραγωδίας του εις ηρεμωτέρας μεταξύ δευτερευόντων προσώπων σκηνάς, όπως και τα σοννέτα του εις ηρέμους στίχους. Τανάπαλιν ημείς σήμερον περαίνομεν τα δράματά μας εις τέλος δυνατόν και τα σοννέτα μας εις τον βαρύτατον των στίχων.

Το γενικόν πνεύμα του Αισχύλου παρενοήθη διά τον λόγον ότι ήκμαζε κατά την αρχήν προοδευτικωτάτης περιόδου. Ο σκαπανεύς του 490 εκλαμβάνεται ως αντιδραστικός του 404. Καθόλου ο Αισχύλος είναι πρόδρομος του σοφιστικού κινήματος, όπως ο Ευριπίδης είναι επίγονος αυτού. Πρώτον, είναι ενθουσιώδης δημοκρατικός του παλαιού τύπου, καθά μαρτυρούσιν οι υπέρ ελευθερίας παιάνες των Περσών. Τούτο είναι ακριβώς το πνεύμα, όπερ ο Ηρόδοτος παριστάνει ως ανυψώσαν τας Αθήνας από κοινού ιωνικού κράτους εις ηγεμονίδα της Ελλάδος. Ουδ' είναι μόνοι οι Πέρσαι. Ο βασιλεύς των Ικετίδων είναι στοιχειωδώς συνταγματικός· ο δε Προμηθεύς βρίθει διαμαρτυριών κατά του δεσποτισμού, αι οποίαι αποπνέουσι το αληθινόν αττικόν πνεύμα· μέγα μέρος του Αγαμέμνονος είναι αμείλικτος καταδίκη μονάρχου κατακτητικού. Είναι αλήθεια ότι διά των Ευμενίδων ο Αισχύλος υπερεξαίρει τον Άρειον Πάγον καθ' ούς χρόνους ο Εφιάλτης και ο Περικλής εζήτουν ν' αφαιρέσωσι μέγα μέρος των δικαιωμάτων του· και δεν ήτο μεν αντίπαλος του Περικλέους, ο οποίος υπήρξε χορηγός του μίαν τουλάχιστον φοράν, αλλ' ήτο άνθρωπος του 490. Εις δε την γενεάν εκείνην, καθώς μας εδίδαξεν η Αθηναίων Πολιτεία του Αριστοτέλους, ο Άρειος Πάγος εφαίνετο η ενσάρκωσις των περσομάχων Αθηνών, ενώ διά την νεολαίαν του 460 ήτο απηρχαιωμένον και ανώμαλον σωματείον.

Περί δε της θρησκευτικής ευλαβείας του Αισχύλου, γινώσκομεν ότι ο ποιητής κατεδιώχθη, ως διακοινώσας ή άλλως βεβηλώσας τα μυστήρια, όπερ αποδεικνύει ότι ήτο μισητός εις την φιλόθρησκον μερίδα. Δυνάμεθα δε ν' αποδεχθώμεν ό,τι ρητώς λέγει ο Κλήμης και υποσημαίνει ο Αριστοτέλης, ότι δηλαδή διέφυγεν, αποδείξας ότι δεν είχε μυηθή και επομένως ουδέν είχε να διακοινώση. Αλλ' αν πιστεύσωμεν και μόνον ότι ο Ελευσίνιος ευπατρίδης δεν είχε μυηθή, τούτο σημαίνει τάσιν τινά εναντίαν των ιερέων. Πάντως δε φαίνεται ότι αυτός ουδέν έλαβεν ιερατικόν αξίωμα, όπως ο Πίνδαρος και ο Σοφοκλής, θα κατετάσσετο δε μετά των πολιτών εκείνων, οίτινες δεν ηδύναντο να συγχωρήσωσιν ή να λησμονήσωσι την προ του πολέμου ανανδρίαν των Δελφών. Οπωςδήποτε και αν έχη τούτο, θρησκευτικώς ο Αισχύλος είναι καθόλου πρόδρομος του Ευριπίδου· αλλ' αυτός μεν ίσταται επί βαθμίδος, όπως φαίνεται ακόμη δυνατός ο συμβιβασμός των κυρίων τύπων της καθεστώσης θρησκείας μετά της ηθικής και της λογικής· ο Ευριπίδης έφθασεν εις απώτερον σημείον, όθεν η διαφορά φαίνεται αθεράπευτος. Και αν αφήσωμεν τον Προμηθέα, ο οποίος είναι πράγματι ανατρεπτικός, καίτοι εν ταις λεπτομερείαις δυσερμήνευτος, ο ποιητής, ο λέγων ότι τον γόον των πτηνών, όσα έχασαν τους νεοσσούς των, ακούει «ή τις Απόλλων ή Παν ή Ζεύς { some Apollo, some Pan or Zeus } (Αγαμ. 55.), ο λέγων «Ζευς, όστις ποτ' εστίν» { Zeus, whoe'er he be}, ο ομολογών ο

«ουκ έχω προσεικάσαι πάντ' επισταθμώμενος
πλην Διός, ει το μάταν από φροντίδος άχθος
χρη βαλείν ετητύμως
,

{ there is no power I can find, though I sink my plummet through all being, except only Zeus, if I would in very truth cast off this aimless burden of my heart }

απέχει πολύ της Πινδαρικής πολυθεΐας. Ενίοτε προσπαθεί να πιστεύση τον Δία ως θεόν λογικόν, αντίθετον προς τας τυφλάς τιτανικάς δυνάμεις του Ησιοδείου μύθου·

«Ουδ' όστις πάροιθεν ήν μέγας,
παμμάχω θράσει βρύων
ουδέ λέγεται πριν ων·
ός δ' έπειτ' έφυ, τριακτήρος οίχεται τυχών.
Ζήνα δε τις προφρόνως επινίκια κλάζων
τεύξεται φρενών το παν·
τον φρονείν βροτούς οδώ-
σαντα, τον πάθει μάθος
θέντα κυρίως έχειν
».

{ Lo, there was one great of yore, swollen with strength and lust of battle, yet it shall not even be said of him that once he was! And he who came thereafter met his conqueror, and is gone. Call thou on Zeus by names of Victory. . . . Zeus, who made for Man the road to Thought, who stablished 'Learn by Suffering' to be an abiding Law! }

Ταύτα βεβαίως δεν είναι άρθρα πίστεως των Δελφών ή της Ελευσίνος· είναι ανυπόκριτοι ανθρώπινοι στοχασμοί, απωθούντες τα μυστήρια, ενέχοντες άρνησιν της κοινής πολυθεΐας και αντίληψιν, μεταφορικήν ίσως, αλλ' εμφαίνουσαν αληθινήν πίστιν πε?? σειράς θεών κυβερνησάντων τον κόσμον, δηλαδή μακρόν αγώνα μεταξύ φυσικών δυνάμεων, καταλήξαντα εις την παρούσαν τάξιν, την ερειδομένην επί του λόγου και ομοιάζουσαν προς την πολιτικήν τάξιν, την οποίαν ο Αισχύλος είδε κρατούσαν διά των Αθηναϊκών νόμων. Αν συγκρίνωμεν ταύτα προς τους στίχους του Ευριπίδου (Τρωάδων 884)

ω γης όχημα καπί γης έχων έδραν,
όστις ποτ' ει συ, δυστόπαστος ειδέναι,
Ζευς, είτ' ανάγκη φύσεος, είτε νους βροτών,
προσηυξάμην σε· πάντα γαρ δι' αψόφου
βαίνων κελεύθου κατά δίκην τα θνήτ' άγεις.

{ Base of the world and o'er the world enthroned, Whoe'er thou art, Unknown and hard of surmise, Cause-chain of Things or Man's own Reason, God, I give thee worship, who by noiseless paths Of justice leadest all that breathes and dies! }

βλέπομεν το αυτό πνεύμα, αλλά βαίνον περαιτέρω· διότι οι στίχοι είναι σαφέστεροι, έπειτα δε ο τρίτος είν' επαναστατικός, εν τέλει δε το μικρόν θρησκευτικόν υπόλειμμα, όπερ το χωρίον περιέχει, απορρίπτεται ως απατηλόν! Η θεία θρησκεία, διά την οποίαν απονέμονται ευχαριστήρια, αστοχεί· η άψοφος κέλευθος άγει εις αδίκους ερημίας, τουλάχιστον εφόσον το βλέμμα των θνητών δύναται να φθάση.

Ο μόνος σωθείς θρήσκος Έλλην ποιητής είναι ο Πίνδαρος. Ο Σοφοκλής ανέλαβε θρησκευτικόν αξίωμα και ίδρυσεν ιερόν, αλλ' επειδή κατά τους χρόνους του επεκράτησεν ο λόγος, ο ποιητής εκείνος, φύσει συμπαθής, αντανακλά αυτόν ασυναισθήτως.

Περί των θετικών ιδεών, των θρησκευτικών και των ηθικών, όσας εκφράζουσιν αι τραγωδίαι του Αισχύλου, πολλά εγράφησαν μέχρι τούδε. Εις τοιούτου είδους κριτικήν είναι δύσκολον ν' αποφύγη κανείς τα άκρα, οι δε κριτικοί καθόλου υπήρξαν μάλλον ιστορικοί της φιλοσοφίας ή ερασταί της ελληνικής ποιήσεως. Αλλ’ ίσως δυνάμεθα να διακρίνωμεν εν τω Αισχύλω σαφέστερον των άλλων συγγραφέων τρεις χαρακτηριστικούς τρόπους του βλέπειν εις την ζωήν. Αι τραγωδίαι του, καθώς ίσως πάσαι αι μεγάλαι τραγωδίαι, πηγάζουσιν έκ τινος ισχυράς εσωτερικής θελήσεως, — είτε διανοουμένης είτε συγκινουμένης είτε παθαινομένης, — η οποία μάχεται κατά ισχυροτέρων εξωτερικών δυνάμεων, είτε περιστάσεων, είτε νόμων, είτε θεών. Ο Αισχύλος ήτο ο υπέρ πάντα άλλον άνθρωπον αισθανόμενος τα ανυπέρβλητα εμπόδια, κατά των οποίων παλαίει η ανθρωπίνη φύσις· εξ άλλου η ανατροπή του μεγάλου βασιλέως ήτο η κυριωτάτη σκέψις των τότε Ελλήνων. Τοιουτοτρόπως ο κίνδυνος ο εκ της ανθρωπίνης «ύβρεως» και του θείου «φθόνου» — το ότι δηλαδή η βούλησις του ανθρώπου στοχάζεται μακροτέρον παρ' όσον φθάνει — είναι μία των προδηλοτέρων του Αισχύλου ιδεών.

Άλλη είναι η πεποίθησις αυτού εις το αναπόδραστον· όχι μοιρολατρεία, ουδέ σκιά ταύτης κατά την κοινήν σημασίαν, αλλά σκέψις καταλαμβάνουσα πλείστους ανθρώπους, βλέποντας μεγάλην συμφοράν, ότι αυτή είναι το φυσικόν επακολούθημα πολλών προηγουμένων λόγων. Τα εγκλήματα των Αισχυλείων δραμάτων είναι διττώς κληρονομικά. Αι μεγάλαι οικίαι των Θηβών και των Μυκηνών είχον ό,τι ημείς θα ωνομάζομεν σπέρμα εγκληματικής παραφροσύνης, όπως απεικονίζεται σαφώς εν τη Ηλέκτρα του Ευριπίδου. Ο Ορέστης ήτο υιός δολοφόνου γυναικός και ανδρός «πολυκτόνου». Οι δε προγονοί του ήσαν αγέρωχοι και στασιαστικοί «βασιλείς», των οποίων τα πάθη ευκόλως παρέφερον αυτούς εις εγκλήματα. Αλλά και αυτό καθ' εαυτό το έγκλημα είναι κληρονομικόν. Δηλαδή ο άγριος κτύπος φέρει κατ' ανάγκην τον αντίκτυπον, την παλαιάν τυφλήν εκδίκησιν, το αδίκημα όπερ εκπλύνει το άλλο αδίκημα. Τούτο βεβαίως είναι πράγμα απλούν· αλλ' ο ποιητής το παριστάνει υπό μυστηριώδη και συμβολικήν μορφήν το παλαιόν αίμα παραμένει νωπόν επί του εδάφους, κράζον άλλο αίμα να το πλύνη. Το αδίκημα γεννά τέκνα κατ' εικόνα του. Η πρώτη αμαρτία παράγει Αράν καθημένην επί του τόπου του εγκλήματος ή επί της καρδίας και ίσως της φυλής του αμαρτήσαντος. Κατά πόσον τούτο είναι μεταφορά ή πραγματική πίστις του ποιητού, είναι πρόβλημα δυσαπόκριτον.

Η άλυσις αυτή των ιδεών αναποδράστως άγει εις το ερώτημα, ποίον λοιπόν είναι το τέρμα του αδικήματος, του αιωνίως εκδικουμένου και αναγεννωμένου; Δύναται, εννοείται, να μη υπάρχη άλλο τέλος παρά την εξάλειψιν της οικογενείας καθώς εν τη Θηβαϊκή τριλογία· αλλά δύναται να έλθη και στιγμή, ότε τέλος πάντων ο νόμος ή η δικαιοσύνη δύναται να επεμβή και να είπη την τελικήν και ικανοποιητικήν λέξιν. Διαλλαγή είναι το τέλος της Ορεστείας, της τριλογίας του Προμηθέως και της των * Δαναΐδων. Και εδώ πάλιν έχομεν κατοπτρισμόν των χρόνων του Αισχύλου, δηλαδή απόδειξιν του Αθηναϊκού πολιτισμού και της ευνομίας.

Επιθεωρούντες τα σωθέντα δράματα και ταποσπάσματα ως σύνολον, ευρίσκομεν ποικίλα δείγματα και της περιόδου εκείνης και της φύσεως του ποιητού. Είναι χαρακτηριστικόν και των δύο ότι ο Αισχύλος έγραψε και σατυρικά δράματα πολλά και, ως φαίνεται, καλά. Πράγματι τιτανικά πνεύματα, οποία τότε μεν ήσαν ο Αισχύλος και ο Δημόκριτος, κατά δε τους ημετέρους χρόνους ο Βίκτωρ Ουγγώ και ο Καρλάιλ, οσάκις ευθυμούσι, τέρπονται και τέρπουσιν. Είς των αληθώς απλοϊκών αστεϊσμών του Αισχύλου, υπήρχεν εν τω σατυρικώ δράματι, όπερ ωνομάζετο *Προμηθεύς πυρκαεύς, όπου το πυρ εφέρετο κατά πρώτον εις τον κόσμον και οι άγριοι σάτυροι, έξαλλοι διά την λάμψιν έκαιον τα γένειά των, δοκιμάζοντες να το φιλήσουν. (Το πράγμα γίνεται κοινότερον αλλά και κοσμικώτερον εν τω σατυρικώ δράματι του Σοφοκλέους, τω * Ελένης γάμω, όπου οι σάτυροι επίσης τρελαίνονται διά την Ελένην). Της περιόδου εκείνης χαρακτηριστικόν είναι κυρίως το πλήθος των οραμάτων, όσα ωνομάζοντο εκ του χορού, ο οποίος ήτο ακόμη το κύριον μέρος, αι *Βασσάραι, οι * Ηδωνοί, αι *Νηρεΐδες κτλ. Άλλο χαρακτηριστικόν είναι η αγάπη του ποιητού προς την γεωγραφίαν. Ο Ηρόδοτος δεν είχεν ακόμη γράψει και γινώσκομεν πόσον θαυμάσιοι εφαίνοντο εις τους χρόνους του οι απώτεροι τόποι της γης· οι Αθηναίοι του Αισχύλου ηγάπων τας τοιαύτας περιγραφάς και διότι εξήγειρον την φαντασίαν των, και διότι η ακμή των Αθηνών ώθει αυτούς προς τα έξω χάριν ερευνών η χάριν εμπορίου. Των σωζομένων δραμάτων πρώτος ο Προμηθεύς γέμει γεωγραφικών μυθολογημάτων, έπειτα δε οι Πέρσαι και κατόπιν αι Ικέτιδες· και αυτός ο Αγαμέμνων έχει την απαρίθμησιν των σταθμών των φρυκτών. Ο * Γλαύκος ο πόντιος και η *Νιόβη, πιθανώς δε και οι * Μυσοί θα έγεμον τοιούτων περιγραφών. Αλλά το παράδειγμα τούτο του Αισχύλου δεν ηύρε μιμητήν. Ο μεν Σοφοκλής έχει την γνωστήν προς τον Ηρόδοτον κλίσιν και αγαπά τα γεωγραφικά επίθετα ως κοσμητικά, αλλά το προς την ιστορίην διαφέρον αυτού είναι περιωρισμένον. Ο δ' Ευριπίδης, ο ζητητικώτατος περί πάντας τους λοιπούς κλάδους της γνώσεως, είν' εντελώς αδιάφορος εις τούτον.

Κατά την εκλογήν των θεμάτων ο Αισχύλος προτιμά τα υπεράνθρωπα ήτοι τα υπερκόσμια, τα οποία παραδόξως συνδυάζονται προς την γεωγραφικήν ταύτην αγάπην. Ο Προμηθεύς αρχίζει τοιουτοτρόπως

«Χθονός μεν ες τηλουρόν ήκομεν πέδον
Σκύθην ες οίμον, άβροτον εις ερημίαν
».

{ Lo, we are come to the farthest verge of the world, to where the Scythians wander, an unearthly desolation! }

Εκεί είναι η αληθινή κατοικία του Αισχύλου και εκεί η μεγάλη του φωνή ακούεται φυσική και ανεμπόδιστος. Πολλά των χαμένων του δραμάτων έχουσι σκηνήν το βασίλειον εκείνο, όπερ λέγει ο Σοφοκλής [απόσπ. 658]

υπέρ τε πόντον πάντ' έπ' έσχατα χθονός
νυκτός τε πηγάς ουρανού τ' αναπτυχάς,
Φοίβου παλαιόν κήπον·

{ The last peaks of the world, beyond all seas, Well-springs of night and gleams of opened heaven, The old garden of the Sun. }

τοιαύτη ήτο η σκηνή των * Ηλιάδων, όπου ο Αισχύλος επραγματεύετο τον μύθον του Φαέθοντος, των * Ψυχαγωγών, όπου ο Ζευς εζύγιζε την μοίραν του Έκτορος και του Αχιλλέως, του *Ιξίονος, του * Μέμνονος· και τα πολυάριθμα δράματα του Διονυσιακού κύκλου δεικνύουσι το αυτό πνεύμα.

Κατά μέρος μεν ένεκα της νηπιότητος της τέχνης, κατά μέρος δ' εκ της τάσεως της μεγαλοφυίας του συχνά εξέλεγεν ο Αισχύλος θέματα κατά το φαινόμενον ουδεμίαν έχοντα πλοκήν, όπως αι Ικέτιδες και οι Πέρσαι. Απλώς παριστάνει μίαν θέσιν, ρίπτεται εντός αυτής και την φωτίζει διά της λάμψεως των λυρικών του στίχων. Και ο Ευριπίδης έκαμε το πείραμα τούτο π. χ. εις τας Ικέτιδας και τους Ηρακλείδας. Αλλ' ο Σοφοκλής ουδέποτ' ερριψοκινδύνευε τοιουτοτρόπως, πλην ίσως εν τω *Ελένης γάμω. Είναι δε περίεργον ότι ο Αισχύλος αντιθέτως προς τους διαδόχους του απέφυγεν εντελώς τους τοπικούς μύθους· ίσως διότι ησθάνετο ότι τα θέματα ταύτα ήσαν πολύ πτωχά, η δ' ευρύτης των μηδικών είχεν εξαφανίσει πάντα τα μικροτέρα πράγματα εκ του ορίζοντος της φιλοπατρίας του.

Διδακτική είναι η σύγκρισις των αποσπασμάτων των τριών μεγάλων τραγικών· εν γένει ταποσπάσματα είναι γνωμικά και δεικνύουσι την κλίσιν του πνεύματος των συγγραφέων. Ο μεν Σοφοκλής γράφει γνώμας, αλλ' ολίγας, μη αγαπών τας θεωρίας και γενικότητας, καίτοι λαλεί περί της δυνάμεως του πλούτου (απόσπ. 88) και των λέξεων (απόσπ. 192) και των κακών γυναικών (απόσπ. 188). Ο δ' Ευριπίδης, τουναντίον, υπεραγαπά τας γενικότητας περί πάντων των επουρανίων και επιγείων. Είναι δε κομψός και απλούς, μάλιστα τόσον απλούς, ώστε απρόσεκτος αναγνώστης αφαιρείται.

Ουδείς προσαιτών βίοτον ηράσθη βροτών. (απ. 322)

{ Love does not vex the man who begs his bread }

Τις δ' οίδεν ει το ζην μεν εστι κατθανείν,
το κατθανείν δε ζην κάτω νομίζεται. (απ. 639)

{ Who knoweth if we quick be verily dead, And our death life to them that once have passed it? }

Ενίοτε, καθώς εν τοις λόγοις της Φαίδρας και της Μηδείας, πραγματεύεται λεπτώς ψυχολογικόν τι ζήτημα, λέγει δε πολλά περί του πλούτου και της δουλείας και της δυνάμεως του λόγου. Αλλ' ο Αισχύλος ουδέποτε σκέπτεται περί τοιούτων πραγμάτων. Έχει μεγάλους τινάς στίχους περί έρωτος (απόσπ. 44) αλλ' αι συνήθεις γνώμαι του είναι καθώς η εν τη * Νιόβη

Μόνος θεών γαρ θάνατος ου δώρων ερά
ουδ' αν τι θύων, ουδ' επισπένδων άνοις,
ουδ' έστι βωμός, ουδέ παιωνίζεται
μόνον δε Πειθώ δαιμόνων αποστατεί· [αποσπ.

{ Lo, one god craves no gift. Thou shalt not bend him By much drink-offering and burnt sacrifice. He hath no attar, hearkeneth to no song, And fair Persuasion standeth far from Death }

Ενίοτε ο Αισχύλος λυπεί την νεωτέραν καλαισθησίαν· προ πάντων οι μακροί δραματικοί του λόγοι είναι τόσον θυελλωδώς μεγάλοι, ώστ' εκ πρώτης όψεως δεν διακρίνει κανείς την λεπτήν ψυχολογίαν· π.χ. ο λόγος, διά του οποίου η Κλυταιμήστρα υποδέχεται τον άνδρα της. Αγνοεί αν εκείνος ήκουσε τίποτε περί της απιστίας της· γνωρίζει ότι αυτή δεν έχει φίλους, ότι ο άνθρωπος τον οποίον ετρόμαζεν εις τα όνειρά της, επέστρεψε, και ότι η τελευταία ώρα δι' εκείνον ή δι' εκείνην ήλθε· προσπαθεί ως μελλοθάνατος να δικαιολογηθή· συχνά της έρχεται να λιποθυμήσει, αλλ' εφ' όσον ομιλεί συνάγει θάρρος, και τελειώνει εν μέσω της νευρικής εντάσεως [μετά φρικτών περί του παρασκευασμένου φόνου υπαινιγμών·]

ευθύς γενέσθω πορφυρόστρωτος πόρος
ες δώμ' άελπτον ως αν ηγήται δίκη
(241).

{ Let all his path be red, and Justice guide him, Who saw his deeds, at last, unhoped for, home! }

ΙΑ'

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

ΣΟΦΙΛΟΥ ΚΟΛΩΝΗΘΕΝ (496-406 π. Χ.)


Ο Σοφοκλής υπό του θρύλου διεμορφώθη εις πρόσωπον ιδανικής γαλήνης και ευτυχίας. Αληθώς δε ο βίος του συμπίπτει προς την μεγίστην της πατρίδος του ακμήν. Ήτο δηλαδή νεώτερος ή ώστε να κακοπαθήση πολύ κατά την φυγήν του 480, απέθανε δε πριν να κυριευθώσιν αι Αθήναι. Ήτο πλούσιος, ευσεβής, εύμορφος, εύθυμος, φιλήδονος, έξυπνος, και είχε την χάριν ν' αγαπάται πανταχού και υπό πάντων· είχε τους δύο εκείνους πόρους του βίου, τους μόνους ίσως μη βλαπτομένους εκ του πολέμου, δηλαδή την οπλοποιίαν και την υπό της πόλεως συντηρουμένην δραματουργίαν. Ενίκησε δε τας πλείστας νίκας, δηλαδή είκοσιν, ενώ ο Ευριπίδης πέντε· (αι του Αισχύλου συνέβησαν ότε η άμιλλα ήτο μικροτέρα). Ανεμείχθη εις τα πολιτικά, καίτοι δε η πρακτική του ικανότης ήτο μετρία, ανήλθεν εις τα επιφανέστατα της πόλεως αξιώματα. Έστεργε πάντοτε τας Αθήνας και δεν εδοκίμασε πικρίαν τοιαύτην ώστε να ζητήση παρηγορίαν εις ξένας αυλάς, όπως οι ομότεχνοί του. Εις ταύτα δυνάμεθα να προσθέσωμεν ότι ήτο και καλλιτέχνης άψογος, ολίγα δεικνύων σημεία θείας δυσμενείας (242). Ο πατήρ του ήτο πλούσιος οπλοποιός και τέλειος πολίτης, όχι μέτοικος, ως ο Κέφαλος. Εδιδάχθη δε ο Σοφοκλής την μουσικήν παρά του Λάμπρου, ελέγετο δε ότι κατά τα επινίκια της Σαλαμίνος εξήρχε «μετά λύρας γυμνός τοις παιανίζουσι περί το τρόπαιον». Την πρώτην νίκην ενίκησε κατά τα 408, ότε ήτο 28 ετών, πιθανώς διά του *Τριπτολέμου. Αύτη ήτο η πρώτη επιτυχία τοπικού δράματος, διότι ο Τριπτόλεμος ήτο επιχώριος ήρως, ουδαμού μνημονευόμενος υπό του Ομήρου. Η δε περί της νίκης ταύτης παράδοσις διεκοσμήθη ως εξής· ότι δηλαδή εν τω θεάτρω υπήρχε τόση ταραχή, ώστε ο άρχων αίφνης, καταργήσας τους πέντε συνήθεις κριτάς, παρεκάλεσε τους δέκα στρατηγούς, τους μόλις επιστρέψαντας εκ της εκστρατείας, να κρίνωσιν αυτοί τον αγώνα. Η πρώτη ήττα του Αισχύλου υπό της νεωτέρας γενεάς, η οποία δεν είχε γνωρίσει τον Μαραθώνα και την Σαλαμίνα, θα εγέννησε την αυτήν δυσθυμίαν οποία θα εκράτησεν εν τη νεωτέρα Ελλάδι και τη Ιταλία εναντίον των πρώτων πρωθυπουργών, οίτινες δεν επολέμησαν κατά τους υπέρ ανεξαρτησίας αγώνας.

Έν των πρωιμωτάτων δραμάτων του Σοφοκλέους ήσαν πιθανώς αι * Πλύντριαι. Η σκηνή, όπου εφαίνετο η Ναυσικά και αι αμφίπολοι παρά την θάλασσαν, ενθυμίζει την παλαιάν ορχήστραν, πριν ή καθιερωθή οριστικώς η πρόσοψις ανακτόρου, αυτός δε ο ποιητής υπεδύθη την Ναυσικάν, όπερ θα ήτο δυνατόν κατά την πρώτην του νεότητα. Αρχαιότατον των χρονολογουμένων έργων του είναι η Αντιγόνη, η οποία εδιδάχθη ολίγον πριν ο ποιητής αναδειχθή στρατηγός κατά τον Σαμιακόν πόλεμον του 440, και απετέλει κατά τους ευφυολόγους τον κυριώτατον λόγον της εκλογής του. Ο ποιητής Ίων, ο οποίος συνήντησεν τον Σοφοκλή εν Χίω περιέγραψεν αυτόν ως εύθυμον και ομιλητικώτατον «τα μέντοι πολιτικά (λέγει) ούτε σοφός ούτε ρεκτήριος ην, αλλ' ως αν τις είς των χρηστών Αθηναίων» { of public affairs he "understood about as much as the average educated Athenian." }. Κατά τα 443 [ως μανθάνομεν εξ ευρεθείσης επιγραφής] (243) ήτο ελληνοταμίας, δηλ. ταμίας του συμμαχικού φόρου, και δεν απέτυχεν εις το έργον. Η φήμη και δημοτικότης του φαίνεται ότι ήσαν μεγάλαι, άλλως δεν θα εξελέγετο είς των δέκα προβούλων, των κατασταθέντων μετά την εις Σικελίαν εκστρατείαν του 413. Είναι δε αξιομνημόνευτον, ότι δικασθείς μετά των άλλων, διότι συνέπραξεν εις την εγκατάστασιν της ολιγαρχικής Βουλής του 411, ηθωώθη, ειπών αφελέστατα «ου γαρ ην άλλα βελτίω».

Αδέσποτος θρύλος [μνημονευόμενος υπό του Κικέρωνος] αναφέρει οικογενειακόν επεισόδιον του τέλους της ζωής του, αποδιδόμενον εις τας σχέσεις του μετά της Σικυωνίας εταίρας Θεωρίδος. Ο [εκ της Νικοστράτης| νόμιμος υιός του Ιοφών ενεκάλεσεν αυτών ως ανίκανον πλέον να διοική την οικογενειακήν περιουσίαν. Ο Σοφοκλής ανέγνωσε τότε χορικών του Οιδίποδος του επί Κολωνώ, όπερ έγραφε, και ούτως απέδειξε την πνευματικήν ακμήν του. Το ανέκδοτον όζει κωμωδίας, τα δε εις τον ποιητήν κατά τον χρόνον του θανάτου του αναφερόμενα, ιδίως υπό του Αριστοφάνους εν τοις Βατράχοις και υπό Φρυνίχου του Ευνομίδου εν ταις * Μούσαις, αποκλείουσι την πιθανότητα, ότι προ μικρού είχε συμβή εις αυτών τίποτε σπουδαίον. Ο Σοφοκλής απέθανε κατά τα 406 ολίγους μήνας μετά τον Ευριπίδην, εις τιμήν του οποίου εισήγαγε τον τελευταίον του χορόν και τους υποκριτάς αστεφανώτους «εν τω προάγωνι». Ο τάφος του έκειτο επί της εις Δεκέλειαν οδού, [το δε Μέγα ετυμολογικόν λέγει ότι] προσεφέροντο εις αυτών ως εις ήρωα «Δεξίωνα» θυσίαι, επί τω λόγω ότι «εδέξατό» ποτε τον θεόν Ασκληπιόν εις την οικίαν του. Όντως υπήρξεν ιερεύς του Ασκληπιάδου ήρωος Άλκωνος [όπερ κατά τας επιγραφάς ο Körte διώρθωσεν Αμύνου] και ίδρυσεν Ιερών εις των Μηνυτήν Ηρακλέα· αλλά των πραγματικών λόγον της εις αυτόν λατρείας διασαφεί μάλλον τούτο, ότι είχεν ιδρύσει «ταις Μούσαις θίασον», είδος τι θεατρικής λέσχης των «περί Διόνυσον τεχνιτών». Τοιουτοτρόπως απέβη ήρως ιδρυτής, ως ο Πλάτων και ο Επίκουρος, και αναμφιβόλως ετιμάτο διά θυμιαμάτων και ωδής κατά την γενέθλιον του ημέραν.

Ο Σοφοκλής έγραφε σχεδόν αδιακόπως επί 60 έτη· αξιόλογον χωρίον του Πλουτάρχου σκοπεί ναποδώση την ιδίαν του ποιητού εκτίμησιν περί της αναπτύξεως της τέχνης του. Ότι αυταί αι λέξεις είναι αληθώς ιδικαί του, δεν είναι πιστευτόν· αλλ' η χρήσις των όρων δεικνύει φράσεις παλαιοτάτας· δυστυχώς το χωρίον είν' εφθαρμένον (244). Πρώτον «έλεγε τον Αισχύλου διαπεπαικώς(;) όγκον» — δηλ. αφού ενέπαιξεν, ή αφού απεσκοράκισε την μεγαλορρημοσύνην του Αισχύλου; — «είτα το πικρόν και κατάτεχνον της αυτού κατασκευής, τρίτον ήδη το της λέξεως μεταβάλλειν είδος», ήτοι τέλος έφθασεν εις ευκολώτερον και απλούστερον ύφος και έμεινεν, ως φαίνεται, ευχαριστημένος. Ο Bergk ευρίσκει ίχνη «Αισχυλείου περιόδου» επί τινων αποσπασμάτων του Σοφοκλέους, είναι δε περίεργον ότι αρχαίοι κριτικοί εύρισκον « Σοφόκλειον χαρακτήρα» εν τω ψευδευριπιδείω Ρήσω. (Ούτος δεν ομοιάζει προς τας σωζομένας τελευταίας τραγωδίας του Σοφοκλέους, αλλά μάλλον υπεμφαίνει μίμησίν τινα του Αισχύλου, γενομένην κατά των τέταρτον αιώνα). Μέρος της κατατέχνου τάσεως — η λέξις δύναται να μεταφρασθή και «τεχνικής» ή «επαγγελματικής» — καταφαίνεται εν ταις σκηνικαίς μεταβολαίς, αι οποίαι ιδιαιτέρως αποδίδονται εις των Σοφοκλή, καίτοι βεβαίως πρέπει να φέρωμεν κατά νουν ότι η εις των ιερών χώρον παραδοχή «τριών υποκριτών και σκηνογραφίας» ωφείλετο κυρίως εις δημοσίαν απόφασιν και όχι εις την ιδιωτικήν πρωτοβουλίαν ενός ποιητού.

Ίσως η σπουδαιοτάτη του Σοφοκλέους μεταβολή ήτο η εν τη «οικονομία», ως έλεγον οι αρχαίοι Έλληνες, της τραγωδίας. Μετεχειρίζετο δηλ. όλην την μυθικήν του ύλην εις μίαν καλώς συγκροτουμένην και πλεκομένην υπόθεσιν και επομένως εδίδασκε συγχρόνως τρεις χωριστάς τραγωδίας αντί μιας συνεχομένης τριλογίας (245). Αλλά καθόλου ο Σοφοκλής ειργάζετο ως ευσυνείδητος καλλιτέχνης, καλλωπίζων τας λεπτομερείας, ζητών περισσότερα και λειότερα εργαλεία, και δι' επιτηδείας συναρμογής επιτυγχάνων έντεχνον κατασκευήν και τελείαν αποβολήν υπερβολής ή όγκου, αφού δεν ηδύνατο να πτερυγίζη τόσον πλησίον των ουρανών, όσον ο μέγας προκάτοχός του. Η «πικρά και κατάτεχνος» περίοδος καταφαίνεται καλώς εν τη Ηλέκτρα. Η Ηλέκτρα είναι κατάτεχνος υπό καλήν σημασίαν διά της τέχνης της πλοκής, των σαφών χαρακτήρων, του αρμόζοντος ύφους. Αλλά είναι «κατάτεχνος» και υπό κακήν σημασίαν. Παραδείγματος χάριν, εν τω λόγω του αγγέλου, όπου χρειάζεται μόνον ψευδής αγγελία του θανάτου του Ορέστου, ο ποιητής παρενείρει λαμπράν, μακράν και ήκιστα δραματικήν περιγραφήν των Πυθίων. Είναι και «πικρά». Ο Αισχύλος εν ταις Χοηφόροις είχε ζωηρώς αισθανθή την φρίκην της τραγωδίας του και έσυρε τα πρόσωπά του εις τον φόνον, παραφερόμενα υπό θυελλώδους συγκινήσεως, οδυνηράς και εν μέρει θρησκευτικής· ακμή του πάθους είναι βεβαίως η μητροκτονία, ο δε Ορέστης μετ' αυτήν παραφρονεί. Αλλ' εν τη Ηλέκτρα δεν υπάρχει τι τοιούτον. Η Ηλέκτρα δεν έχει τύψεις συνειδήσεως· ο Ορέστης δεν δεικνύει σημεία παραφροσύνης, την δε έντασιν αποτελεί όχι η κορύφωσις της φρίκης, η μητροκτονία, αλλά το δυσκολώτατον μέρος του έργου, η σφαγή του Αιγίσθου! Ο Αισχύλος, είχεν αποχωρίσει την Ηλέκτραν και την Κλυταιμήστραν· εδώ βλέπομεν αυτάς να επαναρχίζωσι την καθημερινήν λογομαχίαν. Τέλος δε αντί της φρικιαστικής κραυγής, όπου καταλήγουσιν αι Χοηφόροι.

πού δήτα κρανεί, ποί καταλήξει
μετακοιμισθέν μένος άτης;

{-" What is the end of
all this spilling of blood for blood?"-}

η Ηλέκτρα λήγει εις έκφρασιν εντελούς ικανοποιήσεως. Τούτο το πνεύμα παριστάνει την Ηλέκτραν κατά τα άλλα μεν τελείαν, αλλά τόσον άχαριν (246). Ίσως μερική τούτου εξήγησις είναι κάποια φυσική κλίσις του Σοφοκλέους προς την αυστηρότητα και απαρέσκεια προς την αισθηματολογίαν αλλά φαίνεται ότι συνετέλει και η τάσις του προς τον αρχαϊσμόν. Η γλώσσα του αρχαΐζει εξ αρχής μέχρι τέλους· και φαίνεται επίσης αρχαΐζουσα και η έμπνευσις.

Και οι τρείς τραγικοί επραγματεύθηοαν τον μύθον της Ηλέκτρας, αλλά κατά τρόπους χαρακτηριστικά διαφόρους. Το ρεαλιστικόν πνεύμα της Ηλέκτρας του Ευριπίδου είναι ολοφάνερον εις τους λυκοειδείς Πελοπίδας, τον αγαθόν αυτουργόν, και την οικτράν σκηνήν της μετανοίας και του αμοιβαίου ονειδισμού των δολοφόνων. Αλλά και ο Αισχύλος είχε προσπαθήσει να καταστήση ζωντανήν την υπόθεσιν· επήρε τον παλαιόν αιματηρόν μύθον κατά τρόπον σοβαρόν και συνταράσσοντα, όλως διάφορον του Ομήρου, αλλ' εξ ίσου δυνατόν· τοιουτοτρόπως ο Ορέστης του αισθάνεται και ομιλεί καθώς θα ωμίλει αυτός ο Αισχύλος. Μόνον ο Σοφοκλής αφήκε τον μύθον ακριβώς όπως τον ηύρεν. Εγνώριζεν ότι οι παλαιοί εκείνοι πολέμαρχοι δεν εσκότιζον πολύ την συνείδησίν των, ότι δηλαδή εσκότωναν κατά τον παλαιόν απλοϊκόν τρόπον. Δεν εδοκίμασε λοιπόν να τους μετρήση αναλόγως προς εαυτόν, κινδυνεύων να τους κάμη ασυμμέτρους προς το αρχαίον έπος. Η αυτή αντικειμενικότης διαφαίνεται και εις άλλο χαρακτηριστικόν του Σοφοκλέους, ότι τονίζει κυρίως την φυσικήν οδύνην εν τω Οιδίποδι, τον φυσικόν πόνον εν ταις Τραχινίαις και τω Φιλοκτήτη, τούτο δε είναι το πνεύμα του παλαιού και αγρίου έπους. (247)

Παρομοία επιφύλαξις κρατεί τον Σοφοκλή ασφαλή εντός των ορίων της τέχνης. Ποιητής αυστηρώς πιστός εις την πραγματικότητα ή τανάπαλιν αχαλίνωτος την φαντασίαν, διατρέχει τον κίνδυνον να κινήση ή την αγανάκτησιν των θεατών ή την θυμηδίαν. Ο Σοφοκλής αποφεύγει τους σκοπέλους τούτους, δεχόμενος εξ αρχής μέχρι τέλους την παράδοσιν περί των ηρώων και των μυθικών προσώπων όπως εύρισκεν αυτήν. Τα εις αυτόν αποδιδόμενα κριτικά λόγια· «παριστώ τους ανθρώπους οίους δει, Ευριπίδης δ' οίοι εισιν» { I draw men as they ought to be drawn ; Euripides draws them as they are }· ο Αισχύλος «τα δέοντα ποιεί αλλ' ουκ ειδώς γε» {Æschylus did the right thing, but without knowing it} πάντα σημαίνουσιν ό,τι λέγομεν «ακαδημαϊκήν» αντίληψιν της τέχνης. Ο Σοφοκλής είναι ο μόνος Έλλην ποιητής, ο «κλασσικός» κατά την κοινοτάτην σημασίαν, σχεδόν όπως και ο Βεργίλιος και ο Μίλτων. Και αυτό το τέλειόν του ύφος, το οποίον αποτελεί τόσον αισθητήν πρόοδον από της μεγαλορρημοσύνης του Αισχύλου, εμφαίνει μικρότερον ποιητήν, αλλά δεξιώτερον τεχνίτην. Ο υπεράνθρωπος λόγος του Αισχύλου φαίνεται οιονεί φυσικώς υπεράνθρωπος λόγος· είναι ακριβώς η γλώσσα, την οποίαν θα μετεχειρίζετο ο Προμηθεύς, ή εν εξάρσει και η Άτοσσα ή ο Αγαμέμνων. Αλλ' ούτε ο Οιδίπους, ούτε η Ηλέκτρα, ούτε κανείς άλλος θνητός εκτός πεπαιδευμένου Αθηναίον ποιητού θα ωμιλούσαν όπως παριστά τούτους ο Σοφοκλής. Τούτο το ιδικόν του χαρακτηριστικόν επέβαλεν ο Σοφοκλής ως τέλειον πρότυπον όχι μόνον εις τον Αριστοτέλη, αλλά και εις πάντας τους κριτικούς και τους γραμματικούς, απέμειναν δε μόνον οι ποιηταί θαυμάζοντες τον Αισχύλον, τον γράφοντα ως εν μέθη, και τον Ευριπίδην, τον συντριβόμενον μεταξύ των ακτών της ζωής και της ποιήσεως.

Ο αυτός εντός του μέτρου περιορισμός διακρίνεται και όπου ο ποιητής εγγίζει θρησκευτικά σημεία. Ως λέγει ο Σχολιαστής, (εις Ηλέκτραν 831) «τελέως αμηχανεί ο Σοφοκλής εις τους θεούς βλασφημών. Και γαρ εις ήν των θεοσεβεστάτων» {quite helpless in representing blasphemy}. Αντιπαραβάλετε λόγου χάριν τα όμοια χωρία της Αντιγόνης αυτού (στ. 1043) και του Ηρακλέους του Ευριπίδου (στ. 1232). Εν τω Ηρακλεί ο ήρως επιπλήττει τον Θησέα ότι θέλει να τον ανακουφίση εκ της οδύνης του και να εκκαλύψη την κεφαλήν του, όπερ αντέκειτο προς την κοινήν δεισιδαιμονίαν, ο δε Θησεύς απαντά διαρρήδην, ουδαμώς «μιαίνεις θνητός ών τα των θεών» {a mortal cannot pollute the eternally pure element}, και κατωτέρω ζητεί την χείρα του φίλου του· ότε δε ο Ηρακλής διστάζει «αλλ' αίμα μη σοις εξομόρξωμαι πέπλοις» {It is bloody, it will infect you with my crime!}, ο Θησεύς απαντά πάλιν «έκμασσε, φείδου μηδέν» {Let me clasp it, and fear not! }(στ. 1400). Τόσον τολμηρός ήτο ο Ευριπίδης· ενώ ο Σοφοκλής εγνώριζε μεν ότι μωρόν είναι να πιστεύη κανείς εις φυσικήν μόλυνσιν του αίματος και ότι ο θνητός δεν δύναται και θέλων να μολύνη το ηλιακόν φως, αλλ' εθεώρει τας γνώμας ταύτας ως ασεβείς ή ταπεινάς· εμβάλλει λοιπόν αυτάς ως βλασφημίας εις το στόμα του υβριστού Κρέοντος ουδείς παροξυσμός απιστίας ετάρασσε την συγκίνησίν του. Άλλην χαρακτηριστικήν διαφοράν των δύο ποιητών εμφαίνει ο τρόπος καθ' όν επραγματεύθησαν την αιμομιξίαν του Οιδίποδος. Ο Σοφοκλής συχνά την επαναλαμβάνει και τονίζει τας μετατροπάς των συγγενικών σχέσεων του ήρωος, αλλ' ουδέποτε την αισθάνεται κατά βάθος. Αντιπαραβάλετε προς την τραγικήν αυτού ρητορικήν την περί του αυτού πράγματος περιπαθή σκηνήν του Ευριπίδου εν τέλει των Φοινισσών, την ωραίαν συμπάθειαν, την οποίαν ο τυφλός διατηρεί προς την ταλαίπωρον Ιοκάστην, την πεποίθησίν του ότι αυτή, εάν έζη, θα τον συνώδευεν εις την εξορίαν χωρίς παράπονον [στ. 1617], τον τρυφερόν αποχαιρετισμόν προς τον νεκρόν της. Τι είχε προς ταύτα ν' απαντήση ο Κρέων; ενώ ηδήνατο, δεν ετόλμησε ν' αφήση άταφον την Ιοκάστην. Δεν είναι θαύμα ότι ο Σοφοκλής ενίκησε τετραπλασίας του Ευριπίδου νίκας! Δεν ήτο λίαν ευαίσθητος, ουδέ τολμηρός την φαντασίαν· εκ τούτου προέρχεται π. χ. το μόνον εν τη οικονομία του Οιδίποδος τον τυράννου σφάλμα. Η τραγωδία αυτή είναι θαύμα συνθέσεως· δηλ. εκάστη περιπέτεια επακολουθεί φυσικώτατα την άλλην, συγχρόνως δ' εκάστη εξαρτάται εκ των χαρακτήρων των προσώπων, επειδή δηλονότι ταύτα ήσαν οία ήσαν, προσέτι δε συντελεί και εις την διαγραφήν αυτών. Αλλ' ο Τειρεσίας έχει μίαν κηλίδα. Ο γηραιός μάντις έρχεται προς τον βασιλέα, έχων στερεάν απόφασιν να μη αποκαλύψη το απόρρητον, όπερ εφύλαττεν επί 16 έτη· και όμως το λέγει· διατί; εξ ακατασχέτου θυμού, επειδή τον ύβρισεν ο Οιδίπους. Τοιούτος μάντις υποβιβάζει το αξίωμα του· και όμως ο Σοφοκλής δεν φαίνεται ότι το εννοεί (248).

Ο Σοφοκλής λοιπόν εξιδανικεύει μεν, αλλά κάπως κατά συνθήκην. Δεν έχει ούτε την δημιουργικήν φλόγα του Αισχύλου, ούτε το εν τη σκέψει θάρρος ή την αβράν συμπάθειαν του Ευριπίδου. Αλλά παν ό,τι άλλο δύναται να λεχθή περί αυτού είναι μόνον ανεπιφύλακτος θαυμασμός. Πλοκή, ηθοποιία, περιβάλλον, πάντα ταύτα είναι σεμνά και «Ομηρικά»· η ανάλυσίς του, μέχρι του ορίου, όπου φθάνει, είναι θαυμασίως ασφαλής και αληθής· η γλώσσα του είναι θαύμα δυνάμεως λεπτής· η μελωδία του ιαμβικού του τριμέτρου, η προερχομένη εκ των βραχειών καταλήξεων του στίχου και των ποικίλων αυτού τομών, είναι απαράμιλλος· τα χορικά του είναι πάντοτε περίτεχνα και ωραία, αν και κάποτε καταλείπουσι την εντύπωσιν περισσής επεξεργασίας· εάν δεν έχουσι τον συγκινητικώτατον λυρισμόν του Αισχύλου και του Ευριπίδου, είν' εξ άλλου απηλλαγμένα και του κόμπου του ενός και της πολυλογίας του άλλου. Είναι δε βέβαιον ότι ο Σοφοκλής δεικνύει συχνά μίαν υψηλήν και σπανιωτάτην αρετήν. Αισθάνεται, καθώς ο Wordsworth, το μεγαλείον της τάξεως και της υγιείας· βλέπει τρόπον τινά το μέγεθος του θεού εν τη γαλήνη του κόσμου. Ολίγαι χείρες εκτός των ιδικών του ηδύναντο να καλλιτεχνήσωσι το εν τη Αντιγόνη στάσιμον περί της δεινότητος του ανθρώπου ή την πάροδον του χορού του Αίαντος περί μεγάλων και μικρών. Αλλά και η περίφημος εν τω επί Κολωνώ Οιδίποδι απάρνησις της ζωής

μη φύναι τον άπαντα νικά λόγον

έχει τόσον βάθος ηρεμίας, τόσην έλλειψιν παραφοράς, ώστε αν συγκριθώσι και τα αβρότατα και τολμηρότατα του Ευριπίδου μέλη, φαίνονται ταύτα ως ποιητικά πρωτόλεια.

Όσον ανόμοιοι και αν είναι οι δύο τραγικοί, εν τούτοις η οικονομία του Οιδίποδος του τυράννου ζωηρώς ενθυμίζει τα τελευταία του Ίψεν έργα. Από της πρώτης σκηνής η δράσις χωρεί κατ' ευθείαν και αδιάσπαστος προς το τέλος. Το δε διαφέρον στρέφεται όχι προς το τι πράττουσι τώρα οι ήρωες, αλλά προς την ανεύρεσιν του τι είχον άλλοτε διαπράξει. Και μία των ισχυροτάτων σκηνών είναι η προς αλλήλους εσκεμμένη και οδυνηρά εξομολόγησις του συζύγου και της γυναικός περί μερικών σκοτεινών σημείων της ζωής των, τα οποία μέχρι τότε είχον αφήσει σκεπασμένα. Ο μύθος του Οιδίποδος έχει το μέγα πλεονέκτημα ότι παρέχει τοιαύτην εν τω παρελθόντι πράξιν, την ακουσίαν πατροκτονίαν και την αιμομιξίαν, ώστε ο μεν ήρως βδελύσσεται εαυτόν, αλλ' όμως ημείς δεν τον αντιπαθούμεν. Και πράγματι ο χαρακτήρ του Οιδίποδος, η επιμονή του να μάθη την αλήθειαν αντί πάσης θυσίας, η εντελής περιφρόνησις του ιδικού του πόνου, πάντα ταύτα είναι ηρωικά και φυσικώς απορρέουσιν εκ του μύθου. Αλλά της Ιοκάστης η διαγραφή ήτο δύσκολος· και μόνον ότι ήτο πολύ πρεσβυτέρα του συζύγου της ήτο δυσάρεστον· αλλ' ο ποιητής έδωκεν εις αυτήν μεγαλοπρεπή θλίψιν, ήρεμον αξιοπρέπειαν και σκυθρωπήν αντίληψιν της ζωής, αρμόζουσαν εις γυναίκα πικρώς δοκιμασθείσαν. Βεβαίως ο αρχαϊκός μύθος έχει χονδράς απιθανότητας, αλλ' αύται, καθώς παρατηρεί ο Αριστοτέλης, κείνται έξω της τραγωδίας. Εν τη δράσει το παν είναι φυσικόν εκτός του τέλους. Διατί ο Οιδίπους εξορύσσει τους οφθαλμούς του; Η Ιοκάστη ενόησεν ότι ώφειλε ν' αποθάνη και εκρεμάσθη. Αυτός ο Οιδίπους εσκόπει να την φονεύση, αν μη τον προελάμβανε. Διατί δεν την ηκολούθησε; Βεβαίως πάσα ελευθέρα σύνθεσις τοιαύτην θα παρείχε λύσιν· αλλ' ο Σοφοκλής ήτο προσηλωμένος εις τον αρχαίον μύθον και ο μύθος έλεγε σαφέστατα ότι ο Οιδίπους έζησε τυφλός πολύν καιρόν κατόπιν. Ο Ευριπίδης απέφυγε δεξιώς την δυσκολίαν ταύτην. Ο Οιδίπους του συλλαμβάνεται και τυφλώνεται υπό των υπηκόων, φονεύσας ήδη την Ιοκάστην και ζητών να φονεύση τα τέκνα του και να φονευθή. Ως καθαρώς τεχνικόν έργον ο Τύραννος Οιδίπους του Σοφοκλέους είναι πραγματικώς άξιος της θέσεως, την οποίαν του έδωκεν ο Αριστοτέλης, είναι δηλαδή το ύψιστον πρότυπον της ελληνικής τραγωδίας. Έχει βαθείαν αλήθειαν συγκινήσεως και υψηλούς στοχασμούς· έχει θαυμαστήν ρώμην λόγου, ηθοποιίαν και φαντασίαν· και από της καθαράς απόψεως δραματικής εναργείας και τέχνης, ολίγαι οιουδήποτε δράματος σκηναί είναι τόσον ανεκφράστως τραγικαί, όσον η σιωπηλή έξοδος της Ιοκάστης, όταν αυτή μόνη συνείδε την επερχομένην καταστροφήν.

Ο Αίας — τον οποίον οι γραμματικοί επονομάζουσι μαστιγοφόρον προς διάκρισιν από του *Αίαντος του Λοκρού — είναι άκαμπτος και πρωιμωτάτη τραγωδία. Μόνον εν τω προλόγω και τω τελευταίω επεισοδίω έχει τρεις υποκριτάς και αυτοί πράγματι δεν φαίνονται χρησιμοποιούμενοι καλώς, όπως π. χ. εν τη Ηλέκτρα και τη Αντιγόνη. Ο Αίας ηττημένος υπό του Οδυσσέως κατά τον περί των όπλων του «Αχιλλέως αγώνα», ελύσσα μέχρις ού η Αθηνά του αφήρεσε το λογικόν. Απεπειράθη να προσβάλη τον Οδυσσέα και τους Ατρείδας εντός της σκηνής των και, καθώς ο Δον Κιχώτος, αντί τούτων επετέθη κατά προβάτων και βοών. Επανέρχεται εις τα λογικά του, απομακρύνεται εις έρημον παρά την θάλασσαν τόπον και εκεί πίπτει επί το ξίφος του. Τους τελευταίους πεντακοσίους στίχους καταλαμβάνει το ζήτημα της ταφής του, τέλος δε ο ασπονδότατος εχθρός του, ο Οδυσσεύς, πείθει τους Ατρείδας να τιμήσωσι τον νεκρόν. Ωραιότατα της τραγωδίας μέρη είναι οι εν τη μανία του λόγοι του ήρωος και προ πάντων η ηθογραφία της φίλης του Τεκμήσσης, της ευγενικής αιχμαλώτου, την οποίαν αυτός περιφρονεί και η οποία αληθώς υπερβαίνει τον ήρωα εις το θάρρος, την ψυχικήν δύναμιν και την αυταπάρνησιν. Αλλ' είναι δύσκολον να πεισθώμεν ότι ο Αίας όπως εσώθη είν' έργον ομοιόμορφον. Όχι μόνον το μέτρον ποικίλλει πολλαχού, αλλά και η αβρά Τέκμησσα και η αδυσώπητος Αθηνά φαίνονται φέρουσαι Ευριπίδειον επίδρασιν· άλλα δε τεκμήρια μεταγενεστέρας τέχνης, καθώς η κατάχρησις αγγέλων και η παράστασις του Μενελάου ως διεστραμμένου Σπαρτιάτου, συνδυαζόμενα προς το δυσανάλογον μήκος του περί της ταφής διαλόγου, γεννώσι την υπόνοιαν ότι το πρώιμον τούτο δράμα είναι κατόπιν επεξειργασμένον.

Η δε Αντιγόνη είναι ίσως η ενδοξοτάτη των ελληνικών τραγωδιών· ο μύθος στηρίζεται επί της αιωνίως συγκινητικής ιδέας του μαρτυρίου, της αφοσιώσεως εις υψηλοτέρον, άγραφον, νόμον, η οποία καταλήγει εις εξανάστασιν και παράβασιν του κατωτέρου, του γραπτού. Ο Πολυνείκης εσκοτώθη πολεμών εναντίον του σφετεριστού αδελφού του Ετεοκλέους και εναντίον της πατρίδος του· ο δε Κρέων — το όνομα σημαίνει απλώς «άρχων», όπερ εμφαίνει τους επισήμους μυθικούς ηγεμόνας — διατάσσει να ριφθή εις τους σκύλους και τα όρνεα ως προδότης, και απειλεί θάνατον κατά παντός πειρωμένου να τον θάψη. Η αδελφή του Αντιγόνη αποφασίζει να το πράξη· η άλλη αδελφή, η Ισμήνη, διστάζει και φοβείται. Η Αντιγόνη φωράται, αρνείται να υπακούση και καταδικάζεται. Η Ισμήνη δοκιμάζει να συμμερισθή την καταδίκην· ο εραστής της Αίμων ικετεύει· αλλά και οι δύο ματαιοπονούσιν. Ο Κρέων είναι αδυσώπητος. Ο Αίμων ορμά προς τον τύμβον, όπου κατεχώσθη ζωντανή η Αντιγόνη, την ευρίσκει νεκράν και «αυτόχειρ αιμάσσεται». {slays himself}

Εκτός της καλλονής των λεπτομερειών του δράματος τούτου, ιδίως της του ύφους, η μεγαλοφυία του ποιητού καταφαίνεται και εν τούτω, ότι η Αντιγόνη δεν έχει σαφώς ωρισμένον ελατήριον ή δικαιολογίαν ακριβή της πράξεώς της· έθαψε τον αδελφόν της διότι ο αγών του ήτο δίκαιος· και διότι ο θάνατος ήτο αρκετή των αδικημάτων του ποινή· και διότι αυτή δεν επλάσθη διά να συμμερίζεται μίση, αλλ' αγάπην· και διότι άταφος νεκρός είναι προσβολή κατά των θεών· και διότι η καρδία της ανήκει εις τους νεκρούς· και διότι ποθεί ν' αποθάνη. Κάπου δικαιολογείται κατ' αδέξιον και φαινομενικώς αναληθή τρόπον, ότι τον έθαψεν απλώς διότι ήτο αδελφός της· ενώ δεν θα έθαπτε τον άνδρα της ή τον υιόν της! Τούτο είναι απολύτως αληθινόν εν τη πραγματική ζωή. Καθώς η Βεατρίκη Censi, και η Αντιγόνη «δεν δύναται ν' απολογήται· γνωρίζει μόνον ν' αγαπά». Άλλο θαυμάσιον της Αντιγόνης χαρακτηριστικόν είναι ότι δεν εννοεί όλον το ύψος του μαρτυρίου, της αισθάνεται μόνον· ότι είναι δύστηνος κόρη, σκληρότατα τιμωρουμένη διά πράξιν, την οποίαν ήτο υπόχρεως να κάμη, νομίζει δε την πολλήν προς τους «ισοθέους» ευλάβειαν ως αστεϊσμόν· «οίμοι γελώμαι» (στ. 889).

Ο Κρέων επίσης διαγράφεται λεπτότατα. Δεν είναι τέρας, αν και οφείλει να ενεργήση ως τέρας, διότι εστήριξεν όλον του το μεγαλείον εις το πρόσταγμά του. Αφού είδεν ότι το πρόσταγμα εκείνο κατεπατήθη, έλαβε θέσιν, εξ ής είναι σχεδόν αδύνατον να υποχωρήση. Κατόπιν αποδεικνύεται ότι ένοχος ήτο η ανεψιά του. Αλλά δυσκολώτατον πλέον είναι ν' ανακαλέση τους λόγους του· εξ άλλου δ' εκείνη δεν προβάλλει ευλαβή δικαιολογίαν της πράξεώς της. Απεναντίας, τον προκαλεί περιφρονητικώτατα· η Ισμήνη, αναθαρρούσα ενώπιον του πραγματικού κινδύνου, τάσσεται μετά της αδελφής της. Αυτός ο υιός του, ο Αίμων, κατ' αρχάς μέτριος, βαθμηδόν γίνεται βίαιος και ακάθεκτος. Ο Κρέων φαίνεται ήδη ζητών υπεκφυγήν, αρκεί μόνον, ως πείσμων και αυταρχικός, να μη ανακαλέση ό,τι είπεν. Ούτω μετά την αποχώρησιν του Αίμονος, φωνάζει απηλπισμένος ότι επιμένει εις την απόφασίν του· ότι και αι δύο κόραι πρέπει να θανατωθούν. «Και αι δύο;» ερωτά ο χορός. Και εκείνος προφανώς ανακουφιζόμενος, απαντά « όν την γε μη θιγούσαν ευ γαρ συν λέγεις», μόνον την Αντιγόνην, αλλά και αυτήν δεν θέλει να την φονεύση αμέσως· προφανώς επιζητεί καιρόν ν' αναπνεύση και διατάσσει μόνον να καταχωσθή εντός πετρίνου τύμβου και ν' αφεθή έρημος εκεί. Μετά τας νουθεσίας του Τειρεσίου ο Κρέων μετανοεί, αλλ' εννοείται, είναι αργά.

Υπάρχουσι πολλαί ομοιότητες μεταξύ της Αντιγόνης, της υψηλοτάτης ίσως, και της Ηλέκτρας, της ήκιστα ίσως υψηλής των τραγωδιών του Σοφοκλέους. Μεταξύ της δυνατής και αδυνάτου αδελφής υπάρχει ακριβώς η αυτή αντίθεσις· πράγματι ο εν τοις στίχοις όπου η Αντιγόνη ερεθίζει τον Κρέοντα και αποκρούει την παράκλησιν της Ισμήνης να συναποθάνη, φαίνεται ότι έχομεν λείψανα της παλαιάς κατατέχνου περιόδου· υπάρχουσι και τεκμήρια παλαιότητος. Ούτως η ερώτησις « Τις ανδρών;» {What man hath dared?} εν ώ η πραγματική ένοχος είναι γυνή, είναι μέσον προς δραματικήν εντύπωσιν, του οποίου ταχέως απηλλάγη η αθηναϊκή σκηνή. Ο δ' έρως των αντιθέσεων, όν πάντοτε διετήρησεν ο Σοφοκλής, κυριαρχεί εν τη Αντιγόνη

«δυοίν αδελφοίν εστερήθημεν δύο
μια θανόντων ημέρα διπλή χερί»·

{Two brothers by two hands on one day slain}

ή το ωραιοτέρον

θάρσει· συ μεν ζης, η δ' εμή ψυχή πάλαι
τέθνηκεν, ώστε τοις θανούσιν ωφελείν.
(στ. 560)

{Be of good cheer, thou livest; but my life For the dead's sake these many days is dead.}

Όντως αι αξιώσεις των νεκρών αποτελούσι κοινόν χαρακτηριστικόν της Αντιγόνης και της Ηλέκτρας· αι τραγωδίαι αύται επαναλαμβάνουσι την διαμαρτυρίαν εκείνην, ήν εξήγγειλεν ήδη ο Αισχύλος εν ταις Χοηφόροις, κατά της τιμωρίας αδικημάτων, γενομένων μόνον εξ ανάγκης επιβαλλομένης εις τους ζώντας. Το δε ερωτικόν ελατήριον του Αίμονος δεν είναι πιθανόν ότι είν' εύρημα αυτού του Σοφοκλέους· διότι δεν αρμόζει προς το πνεύμα του και δεν το μεταχειρίζεται αρκετά, δηλαδή πολύ ολιγώτερον ή ο Ευριπίδης εν τη Αντιγόνη. Η ιδέα θα προήρχετο ίσως εκ του Μιμνέρμου η άλλου ερωτικού ελεγειακού.

Αι Τραχίνιαι και ο Φιλοκτήτης δεικνύουσι σαφώς την επίδρασιν του Ευριπίδου. Αι Τραχίνιαι παριστώσι τον θάνατον του Ηρακλέους διά του κατατρώγοντος ιού, τον οποίον ο εχθρός του, ο Κένταυρος Νέσσος, έδωκεν εις την Δηιάνειραν, την γυναίκα του ήρωος, ως ερωτικόν φίλτρον. Η Δηιάνειρα ανακαλύπτει ότι ο Ηρακλής δεν είναι πιστός σύζυγος, και ότι η νεαρά Ιόλη, την οποίαν της έστειλεν ως αιχμάλωτον, ήτο η αληθινή αφορμή, διά την οποίαν είχε πολεμήσει. Ενθυμείται το ερωτικόν φίλτρον και το στέλλει, ο δε πολύσαρκος ημίθεος αποθνήσκει καταφλεγόμενος δι' αυτού. Ο Δωρικός ήρως, κοινόν πρόσωπον των σατυρικών δραμάτων, δεν είχε γίνει δεκτός εις τας τραγωδίας προ του Ευριπιδείου Ηρακλέους, όπου εμφανίζεται ως ρωμαλέος κατακτητής, εύθυμος και μικράν έχων ευγένειαν ψυχής. Αι Τραχίνιαι έχουσιν ωρισμένας τινάς μιμήσεις του Ηρακλέους, εκτός του Ευριπιδείου προλόγου και της λεπτής δραματικής αντιθέσεως μεταξύ της Δηινείρας και της ακουσίας ερωμένης του ανδρός της. Θα ήτο δε περίεργον να μάθωμεν, εάν υπάρχει καμμία σχέσις της τραγωδίας ταύτης και της κατηγορίας φαρμακείας του Αντιφώντος.

Ο δε Φιλοκτήτης (409 π. Χ.) είναι κατ' εξοχήν ηθογραφικόν δράμα. Ο ήρως ο άλλοτε σύντροφος του Ηρακλέους και ήδη κάτοχος του τόξου του, έπασχεν ένεκα δήγματος εχίδνης. Η εμπύησις εκινδύνευε να προκαλέση λοιμικήν νόσον, οι δ' Έλληνες αφήκαν τον άρρωστον εις την Λήμνον. Πολλά κατόπιν έτη χρησμός εγνωστοποίησεν ότι διά να κυριευθή η Τροία, πρέπει να έλθη ο Φιλοκτήτης και το τόξον. Είναι όμως αδύνατον να πλησιάσωσιν αυτόν· αλλ' ο πολυμήχανος Οδυσσεύς αναλαμβάνει να δοκιμάση, παραλαμβάνει δε και τον Νεοπτόλεμον, τον υιόν του Αχιλλέως. Επειδή δε ο Οδυσσεύς είναι γνωστός εις τον Φιλοκτήτην, απομένει αυτός οπίσω και πέμπει τον Νεοπτόλεμον να συλλάβη τον δυστυχή εις την παγίδα διά ψευδολογιών. Ο νέος αναδέχεται απροθύμως και επισύρει την εμπιστοσύνην του δυστήνου ερημίτου· τα πάντα χωρούσιν εις την σύλληψιν, ότε σπασμός αγωνίας εκ της ανιάτου πληγής προσβάλλει τον Φιλοκτήτην. Ο Νεοπτόλεμος τον περιθάλπει, αλλά συγκινείται ακούων τας ευχαριστίας του απατωμένου και του ομολογεί την αλήθειαν. Ενώ ο Φιλοκτήτης τον εξέλαβεν ως τον μόνον του φίλον, εκείνος υπήρξεν όργανον του ασπόνδου του εχθρού· βαθυτάτα τραγική σκηνή, εξαιρομένη υπό της αρμονίας των στίχων. Το δράμα λύεται κατά τον Ευριπίδειον τρόπον υπό του Ηρακλέους, εμφανιζομένου ως θεού συμφιλιωτού «από μηχανής».

Ο επί Κολωνώ Οιδίπους είναι τραγωδία του αρχαιολογικού εκείνου είδους, του οποίου παλαιότερον παράδειγμα έχομεν τους Ηρακλείδας του Ευριπίδου. Στρέφεται περί τον θρυλούμενον εν τη Αττική τάφον του Οιδίποδος, τον προφανώς μόνον «θρυλούμενον» και μάλιστα όχι παλαιόθεν, διότι βλέπομεν εν της τραγωδίας ότι τοιούτος τάφος δεν ήτο ορατός· Αφού ο Οιδίπους εγήρασε και διά των μακρών πλανών του μετά της θυγατρός του Αντιγόνης επράυνε τρόπον τινά την οξύτητα των εναντίον του αρών, μανθάνει παρά της ερχομένης Ισμήνης ότι νέα περί αυτού μαντεύματα ήλθον εις τας Θήβας εκ Δελφών. Ίο σώμα του θα διατηρήση το άγος (ήτοι taboo, δηλ. την δύναμιν του υπερφυσικώς αγνού ή υπερφυσικώς μιαρού) και θα είναι θείον έρεισμα { divine bulwark } διά την κατέχουσαν αυτό χώραν. Επομένως οι Θηβαίοι ζητούσι να συλλάβωσιν αυτόν, να τον κρατήσωσι πλησίον της Καδμείας γης μέχρις ού αποθάνη και κατόπιν να έχωσι τον τάφον του. Ο Οιδίπους εν τω μεταξύ έχει φθάσει εις τον Κολωνόν, την έδραν των σεμνών θεών, όπου γνωρίζει ότι πρόκειται ν' αποθάνη. Εκεί γίνεται δεκτός ως ξένος υπό του Θησέως και μυστηριωδώς εξαφανίζεται. Αύτη είναι η μόνη τραγωδία του Σοφοκλέους, η στερουμένη πλοκής, είναι δε θαύμα ότι το πείραμα παρήγαγεν έν των υψηλοτάτων αυτού έργων. Η ποίησις εν αυτώ καταλείπει την εντύπωσιν ότι είναι υπερτέρα των κοινών μεθόδων, αρκουμένη εις την ιδικήν της ακτινοβόλον λάμψιν. Αλλ' επειδή είχε παρέλθει πλέον ο καιρός, ότε υπόθεσις άνευ πλοκής, κοσμουμένη διά μόνης της φαντασίας, ηδύνατο να πληρώση έν όλον δράμα, ο Σοφοκλής ηναγκάσθη να παρεμβάλη τα επεισόδια του Κρέοντος και του Πολυνείκους και να παραστήση εκείνον μεν ματαίως αποπειρώμενον να συλλάβη τας δυο κόρας, τούτον δε ακούοντα την πατρικήν κατάραν. Αλλά κέντρον του έργου είναι η φλογερά και σχεδόν άπελπις φιλοπατρία των τελευταίων του Πελοποννησιακού πολέμου ετών. Η δόξα των Αθηνών, η εαρινή άνθησις και ταηδόνια του Κολωνού, η απόρθητος Ακρόπολις, εμπνέουσι τον πατριωτισμόν εκείνον· παλαιός αυτού αντιπρόσωπος είναι ο Θησεύς ο πιστός εις τους νόμους, ο φιλάνθρωπος και ευσεβέστατος βασιλεύς, ο πορίσας διηνεκή ασφάλειαν εκ της τότε γενναίας φιλοξενίας· η δε αποπομπή του Άργους και η αιωνία κατά των σκληρών Θηβών κατάρα θα επέτεινε τον ενθουσιασμόν των θεατών. Το δράμα μνημονεύεται ως θαυμαστόν επί της σκηνής. Πράγματι δε το εν τέλει μεγαλείον του Οιδίποδος είναι των μεγίστων της Ελληνικής ποιήσεως κατορθωμάτων και αυτή η αγρία σκηνή της κατάρας, η αποτόμως αντιτιθεμένη προς αυτό, θα εφαίνετο μεγαλοπρεπής διά καταλλήλου υποκλίσεως.

Η τραγωδία παραδίδεται εν ταις διδασκαλίαις ως διδαχθείσα μετά τον θάνατον του Σοφοκλέους υπό του ομωνύμου αυτού εγγόνου. (249) Αλλ' η στιχουργία φαίνεται σαφώς αρχαιοτέρα της του Φιλοκτήτου (409), οι δε πολιτικοί υπαινιγμοί ωδήγησαν εις απιθάνους εικασίας περί παλαιοτέρας συνθέσεως του έργου. Ίσως πιθανωτέρα είναι η του Campbell, η καθορίζουσα το 411 π. Χ.

Ο επί Κολωνώ Οιδίπους, αν και δεν είναι των χαρακτηριστικωτέρων του ποιητού τραγωδιών, είναι ίσως η βαθύτερον εκ της καρδίας αυτού προερχομένη· θα ήτο δε δύσκολον να εύρη κανείς άλλο τι παραστατικώτερον του Σοφοκλείου ύφους παρά τους ωραίους προς τον Θησέα στίχους του Οιδίποδος [στ.607 κεξ.]

ω φίλτατ' Αιγέως παι, μόνοις ου γίγνεται
θεοίσι γήρας ουδέ κατθανείν ποτε,
τα δ' άλλα συγχεί πάνθ' ο παγκρατής χρόνος·
φθίνει μεν ισχύς γης, φθίνει δε σώματος,
θνήσκει δε πίστις, βλαστάνει δ' απιστία,
και πνεύμα ταυτόν ούποτ' ούτ' εν ανδράσιν
φίλοις βέβηκεν, ούτε προς πόλιν πόλει.

{Fair Aigeus' son, only to gods in heaven Comes no old age nor death of anything ; All else is turmoiled by our master Time. The earth's strength fades and manhood's glory fades. Faith dies, and unfaith blossoms like a flower. And who shall find in the open streets of men Or secret places of his own heart's love One wind blow true for ever ?}

ΙΒ'

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

ΜΝΗΣΑΡΧΙΔΟΥ (480-406 π. Χ.)


Του Ευριπίδου σώζονται δέκα οκτώ δράματα [και πλείστα αποσπάσματα, ήτοι το έν τρίτον του έργου του] ενώ μόνον επτά εξ εκατέρου των άλλων τραγικών· έχομεν δε και περισσοτέρας περί αυτού μαρτυρίας ή περί παντός άλλου Έλληνος ποιητού (250). Και όμως απομένει ίσως η προβληματικωτάτη φυσιογνωμία της αρχαίας λογοτεχνίας. Ήτο πραγματικός αντιπρόσωπος της περιόδου εκείνης, και όμως προφανώς διέκειτο εχθρικώς προς τους συγχρόνους· απετύγχανεν επί της σκηνής — έλαβε μόνον τέσσαρα πρωτεία κατά τα 50 έτη της δράσεώς του (251) — και όμως υπήρξε πάντως ο γνωστότατος εν Ελλάδι ποιητής. Οι σύγχρονοί του τον έψεγον ως φορτικόν, διότι τους ηνώχλει διά ψυχολογικών προβλημάτων· ως μοχθηρόν, διότι τους ηνάγκαζε να βλέπωσιν αληθείας μη αρεστάς· ως βλάσφημον και πονηρόν, διότι εκίνει ζητήματα θρησκευτικά και πνευματικά, τα οποία αυτοί δεν ηδύναντο ούτε να λύσωσι ούτε να παραβλέψωσι. Απεδοκίμαζον αυτόν ως παραπολύ φαντασιοκόπον ή παραπολύ πραγματικόν, παραπολύ ευαίσθητον ή παραπολύ πεζόν, παραπολύ απλούν ή παραπολύ φιλοσοφικόν, κατά δε τον Αριστοφάνη ήτο συνάμα πάντα ταύτα. Ησθάνοντο ότι τους εξώργιζεν, αλλά δεν ηδύναντο παρά να τον ακούουν. Αναμφιβόλως εννοούσαν ότι δεν ηγάπα την ευθυμίαν και ότι επειράζετο ευκόλως. Ίσως δ' εξ άλλου παρεδέχοντο ότι ήτο σοφός, όπως σκωπτικώς τον απεκάλουν. Οπωσδήποτε μετά την μεγάλην εν Συρακούσαις συμφοράν εις αυτόν προσήλθον ζητούντες να γράψη τον επιτάφιον των ελπίδων των Αθηνών.

Η παράδοσις, η τόσον ευνοϊκή προς τον Σοφοκλή, μαίνεται κατά του Ευριπίδου. Ελέγετο ανήθικος, μετά πολλών ελαττωμάτων, αν και ήτο σκυθρωπός· ότι δεν έγραφεν αυτός τα δράματά του, αλλ' οι δούλοι και οι γνώριμοί του· ότι ο πατήρ του ήτο χρεωκόπος, η δε μήτηρ του λαχανόπωλις και τα λάχανά της άγρια· ότι η σύζυγός του ωνομάζετο Χοιρίνη και ήτο αξία του ονόματος· ότι την εχωρίσθη, αλλά και η δευτέρα του σύζυγος ήτο χειροτέρα. Είναι δε νόστιμοι αι συγκρίσεις των δύο τραγικών, όπου ο κακόμοιρος μισάνθρωπος ηττάται υπό του αγαθού Σοφοκλέους, ο οποίος όμως δεν ενόμιζεν εαυτόν χρηστότερον των λοιπών ανθρώπων.

Των θρύλων τούτων τινές ελέγχονται ψευδείς· άλλοι είναι χονδροειδώς απίθανοι· και οι πλείστοι είναι αμάρτυροι. Ούτω δύναται να αποδειχθή ότι ο πατήρ του ποιητού, ο Μνησαρχίδης, ανήκεν εις παλαιόν μεσαίας τάξεως οίκον, ότι είχεν αγρόν και κάποιον αξίωμα τοπικής λατρείας του Απόλλωνος « Φλυήσιν ». Η δε μήτηρ του Κλειώ, η « λαχανόπωλις », ήτο [κατά τον Φιλόχορον] «των σφόδρα ευγενών», φαίνεται δε ότι τρυφερώς ηγάπα τον υιόν της και επέδρασεν επ' αυτόν· πράγματι δε η μητρική στοργή ζωγραφείται ζωηρώς υπό του Ευριπίδου. Περί δε της γυναικός του γνωρίζομεν ότι ωνομάζετο όχι Χοιρίνη, αλλά Μελιτώ και ότι ο Αριστοφάνης κατά το 411 δεν εύρισκε τίποτε να της προσάψη. Περί δε των τριών υιών του λέγεται ότι ο Μνησαρχίδης ήτο έμπορος, ο Μνησίλοχος υποκριτής, ο δε ομώνυμος Ευριπίδης μετά τον θάνατον του πατρός του εδίδαξε την Ιφιγένειαν την εν Αυλίδι, τον Αλκμέωνα και τας Βάκχας. Ο ποιητής ελέγετο ότι διημέρευεν εις την Σαλαμίνα, όπου κατεσκεύασε σπήλαιον απέναντι της θαλάσσης, όπερ εδεικνύετο εις τους περιηγητάς μέχρι των χρόνων του Πλινίου· απέφευγε δε τον όχλον και τα πολιτικά, όσον ηδύνατο να τα αποφύγη Αθηναίος των ημερών εκείνων. Εστρατεύθη, ελειτούργησε μίαν τουλάχιστον φοράν, εξοπλίσας ίσως τριήρη και υπήρξε πρόξενος εν Μαγνησία· το αξίωμα είχεν ομοιότητα προς το των σημερινών προξένων και περιελάμβανε πραγματικήν πολιτικήν υπηρεσίαν. Τας δαπανηράς ταύτας θέσεις φαίνεται ότι κατείχε νέος, και ότι κατόπιν περιέπεσεν εις πενίαν, όπως και πάντες οι γεωκτήμονες κατά τα τέλη του πολέμου. Κατά τάλλα γνωρίζομεν ότι ήτο ο πρώτος Έλλην ο καταρτίσας βιβλιοθήκην χάριν ιδίας δηλαδή χρήσεως και όχι ως βιβλιοπώλης.

Άπαξ ευρίσκομεν αυτόν λαμβάνοντα έμμεσον τουλάχιστον μέρος εις τα πολιτικά. Περί τα 420 κατά τα τέλη του δεκαετούς πολέμου ο Ευριπίδης έγραψε τραγωδίαν έχουσαν ωρισμένην «θέσιν». Αι Ικέτιδες όχι μόνον συμβουλεύουσιν ειρήνην μετά της Σπάρτης — εις το αυτό απέβλεπον και ο *Κρεσφόντης και ο *Ερεχθεύς — αλλά συμβουλεύει και συμμαχίαν μετά του Άργους και κηρύσσει την εν Αθήναις ανάγκην νεαρού και ευγενούς στρατηγού. Τοιούτος ήτο τότε, πρωταγωνιστών και προτρέπων εις την μετά του Άργους συμμαχίαν, ο Αλκιβιάδης· κατά δε το επόμενον έτος κατήρχετο εις τα Ολύμπια μετά τεσσάρων αρμάτων, τα οποία τόσον προεκάλεσαν θόρυβον ανά την Ελλάδα και ενίκησε την νίκην, της οποίας το επινίκιον εποίησεν ο Ευριπίδης. Εκ τούτων διαβλέπομεν ότι και ο από σκηνής φιλόσοφος, όπως ο Σωκράτης, υπερετίμησε κατά τινα περίοδον τον Αλκιβιάδην. Αλλ' αγνοούμεν πόσον χρόνον διήρκεσεν η φιλία εκείνη· διότι κατόπιν ο μεν Ευριπίδης ετάσσετο υπέρ της ειρήνης, ο δε Αλκιβιάδης υπέρ του πολέμου· περί δε τον χρόνον της εις Σικελίαν εκστρατείας ο Ευριπίδης έχασε την εμπιστοσύνην εις τον στρατηγόν εκείνον. Αι Τρωάδες (415 π. Χ.) άρχονται διά περιγραφής μεγάλου στόλου θριαμβικώς απερχομένου, επειδή οι ναύται αγνοούσιν ότι επικρέμαται θεία τιμωρία.

Έκτοτε πάντα τα δράματά του κατά την τελευταίαν αγωνίαν του πολέμου γράφονται πυρετωδώς και ρίπτουσι δυνατόν αλλά και παραμορφωτικόν φως εις τον χαρακτήρα του ποιητού. Αι βαθείαι του συγκινήσεις γίνονται κατάδηλοι προς βλάβην της τέχνης του, αυτός δε φαίνεται αγαπών να κατασχίζη τα ιδανικά του. Η φιλοπατρία ήτο ανέκαθεν ισχυρόν συναίσθημα του Ευριπίδου. Κατά τα 427 έχομεν την ευάρεστον πατριωτικήν αυτοπεποίθησιν των Ηρακλειδών, το πνεύμα νεωτέρου τινός Περικλέους. Αλλά και προτού (428) ο Ιππόλυτος ενείχε καθαράν αισθηματικήν φιλοπατρίαν, μετέπειτα δε Ερεχθεύς, ο *Θησεύς και αι Ικέτιδες. Τα τελευταία όμως έργα έχουσιν άλλο πνεύμα. Αι εκπνέουσαι Αθήναι δεν μνημονεύονται πλέον, αλλ' η επιθανάτιος αγωνία και τα αμαρτήματα της πόλεως περιστοιχούσιν ημάς πανταχόθεν· η μέθη της μάχης εξέλιπε, παραμένει δε η φρίκη του πολέμου. Ο ποιητής παριστάνει τους νικητάς τόσον δυστυχείς όσον και τους ηττημένους, άμα δε πανουργοτέρους και αθλιωτέρους.

Άλλη θεωρία πάντοτε κατέχουσα τον ποιητήν, αλλά τότε δεσπόζουσα, είναι δυσπιστία προς την πολιτείαν και τας μεθόδους αυτής, ήτοι η θεωρία, την οποίαν διαρρήδην εκήρυσσεν εσχάτως ο Τολστόης. Κατάρα της ζωής είναι οι πολύπλοκοι πολιτειακοί και κοινωνικοί δεσμοί. Αδέσμευτος άνθρωπος ημπορεί ν' αδικήση πολλά, πάντοτε όμως έχει καρδίαν· μόνον ο δούλος της πατρίδος του, το όργανον των συνηνωμένων πολλών, δεν δύναται να συμπαθή· ο Οδυσσεύς των Τρωάδων και του Παλαμήδους (415 π. Χ.) χωρεί περαιτέρω και αυτού του Οδυσσέως της Εκάβης (424) οπού ο τοιούτος τύπος απεικονίζεται κατά πρώτον. Δεν είναι δηλαδή αυτός αιμόδιψος, αλλ' είναι υπόχρεως να προτάξη παντός άλλου το συμφέρον των Αχαιών. Διότι θα επέλθη καταστροφή, αν αυτός μη ψευσθή, μη φονεύση και προδώση. Τοιούτος είναι και ο Μενέλαος του Ορέστου και προ πάντων ο Αγαμέμνων της εν Αυλίδι Ιφιγενείας· αι περί αυτούς κοινωνικαί συνθήκαι φαίνονται μη επιτρέπουσαι δικαιοσύνην ή ηθικήν.

Άλλο χαρακτηριστικόν των τελευταίων ετών του πολέμου είναι η τάσις του ποιητού προς περιγραφήν της εσχάτης εκδικήσεως. Τούτο ήτο παλαιόν του Ευριπίδου θέμα — τω 431 η Μήδεια εδίδασκε την εκδίκησιν — αλλ' ήδη ο ποιητής έβλεπε παντού παραδείγματα του κανόνος ότι οι πέρα τινός ορίου αδικούμενοι άνθρωποι μεταβάλλονται εις θηρία. Η ιδέα αυτή παρέχει ενότητα εις την Εκάβην, δηλ. η βαθμιαία απορρόφησις της όλης φύσεως της ανάσσης εις μίαν άπειρον δίψαν εκδικήσεως, λύει δε την απορίαν του Σχολιαστού του Ορέστου, ότι «πλην Πυλάδου πάντες φαύλοι εισιν». {apart from Pyladis everybody in it is bad} Άλλο επιτεινόμενον αίσθημα του Ευριπίδου είναι η προς τους αρχαίους μύθους, τους καλουμένους ηρωικούς, αποστροφή του. Η Ηλέκτρα του ήτο αρκετή να στηλιτεύση την αιμοδιψίαν των Ατρειδών. Μετ' αυτήν ας αναγνώση τις ό,τι λέγει περί του θέματος εκείνου όστις δήποτε άλλος ποιητής, ο Σοφοκλής, ο Αισχύλος ή ο Όμηρος και θα πεισθή ότι μόνος ο Ευριπίδης απεικόνισε την αλήθειαν, ότι η δολοφονία ουδέποτε είναι συγγνωστή.

Κατά την τελευταίαν εκείνην περίοδον του εν Αθήναις βίου έχομεν πράγματι κάποτε τον θρυλούμενον Ευριπίδην — τον ανακόλουθον προς εαυτόν, τον τελείως μεν άθρησκον, αλλ' αντίθετον προς τους πλείστους φιλοσόφους, τον περιφρονούντα μεν τους πλουσίους, αλλά μανικώς πολέμιον της ακράτου δημοκρατίας, τον αποστρεφόμενον τους πολλούς, προκαλούντα δε την κοινήν προσοχήν διά μόνης της δυνάμεως του νου. Κατετρέχετο ήδη ακαταπαύστως υπό αγέλης κωμικών ποιητών και εννοείται, υπό των μεγάλων ομάδων των θρήσκων και των χυδαίων. Κατά την πάλην εκείνην ηττήθη. Διδάξας δε τον Ορέστην τω 408, αφήκε τας Αθήνας και απήλθεν εις την αυλήν του Αρχελάου του Μακεδόνος· ελέγετο δε ότι έφυγεν αχθόμενος «επί τω σχεδόν πάντας επιχαίρειν», αλλά δεν ηξεύρομεν και τον λόγον της κοινής εκείνης χαράς. Εν Μακεδονία ηύρε την ησυχίαν και πιθανώς όμιλον ομοφρόνων. Εκεί ήσαν ο τραγικός Αγάθων και ο μουσικός Τιμόθεος, παλαιοί του φίλοι και οι δύο, επίσης δε ο ζωγράφος Ζεύξις και πιθανώς ο Θουκυδίδης. Ενίοτε κάτωθεν της στιλπνής επιφανείας της Μακεδονικής αυλής διεφαίνετο περισσή βαρβαρότης. Ο θρύλος ότι ο Ευριπίδης εσπαράχθη υπό των σκύλων του βασιλέως φωράται μύθος, αφού σιωπά ο Αριστοφάνης. Αλλά πάντως ο Αθηναίος εξεπλάγη ότε κάποιος αυλικός, ομιλήσας αποτόμως προς αυτόν, του παρεδόθη αμέσως προς μαστίγωσιν. Ο ποιητής απέθανε δεκαοκτώ μήνας μετά την εις Μακεδονίαν άφιξίν του. Αλλά η ησυχία και άνεσις της νέας του διαμονής αφήκεν ίχνη επί των έργων του. Μοναδικήν έχουσι δροσερότητα και χάριν αι δύο τραγωδίαι, αι Βάκχαι και η εν Αυλίδι Ιφιγένεια, την οποίαν αφήκεν ατελή, πάντως δε αι Βάκχαι φέρουσι και εικόνας Μακεδονικών τοπίων (565 κεξ.). Του * Αρχελάου, τον οποίον έγραψεν εις τιμήν του ξενίζοντος αυτόν, μόνον ολίγα λείψανα επιζώσι (252).

Βεβαίως και εν Αθήναις η βαρυθυμία του δεν ήτο παντοτινή. Κάλλιστα δε τον χαρακτήρα του ποιητού απεικονίζουσιν αι λαμπραί επεξεργασίαι των τελευταίων του δραμάτων και αι νέαι μορφαί, τας οποίας επινοεί ως ιδεώδεις. Περιφρονών την ανωτέραν κοινωνίαν και την πολιτικήν ισχύν, καταλύουν τα πολυθαύμαστα είδωλα των Ομηρικών ηρώων, συμπαθών δε γενικώς προς τους αδυνάτους και τους αφανείς, ανευρίσκει την μεγαλοψυχίαν μεταξύ ανθρώπων ησύχων, αμολύντων υπό της κοινωνίας. Ήρως της Ηλέκτρας είναι ο Μυκηναίος αυτουργός, ο ειλικρινής, ο τίμιος, ο διακριτικός, ο οποίος τόσον καλά συναισθάνεται ότι είναι κατώτερος των αγρίων βασιλέων του οίκου, όσον εκείνοι πιστεύουσιν ότι είναι ανώτεροί του. Αλλά προ πάντων ο Ευριπίδης διατηρεί την παλαιάν του πεποίθησιν εις την απέραντον δύναμιν της απείρου κόρης. Μεταξύ μόνον των σωθέντων δραμάτων έχουσι μαρτυρικήν παρθένον ως ηρωίδα οι Ηρακλείδαι, η Εκάβη, η Ιφιγένεια η εν Αυλίδι· απηχήσεις δε αυτής έχουσιν αι Τρωάδες και αι Ικέτιδες. Η τοιαύτη παρθένος είναι πάντοτε τύπος πραγματικός και πάντοτε διάφορος. Ο μεν είς πόλος είναι ίσως η Κασσάνδρα των Τρωάδων, όπου εξαίρεται η δύναμις του βλέπειν πέρα των συμφορών του παρόντος, η δευτέρα αυτή όρασις των διαυγών πνευμάτων. Ο δε άλλος πόλος, η ανθρωπινωτέρα φάσις, υπάρχει εν τη Ιφιγενεία. Η νεαρά κόρη βλέπουσα κατά πρώτον ότι επιάσθη εις την θανάσιμον παγίδα, λιποψυχεί και καθικετεύει πάντας ως παιδίον, να μη σφαγή· αλλά κατόπιν, αφού παρέρχεται η πρώτη συγκίνησις, αφού συνομιλεί προς την ψυχήν της μόνη, αφού βλέπει ότι ο Αχιλλεύς είν' έτοιμος να πολεμήση και να αποθάνη χάριν της, εξαίρεται εις το ύψος εκουσίου υπέρ της Ελλάδος μαρτυρίου. Διότι η ζωή ενός Αχιλλέως αξίζει χιλίας ζωάς γυναικών, όπως αυτή! Ούτως αίρεται ασυγκρίτως υπερτέρα παντός άλλου προσώπου της τραγωδίας ταύτης, επισκιάζουσα και αυτόν τον Αχιλλέα. Και όμως ο Αριστοτέλης — τοιαύτα τα ολισθήματα της ανθρωπίνης κριτικής — την θεωρεί ως τύπον «ήθους ανωμάλου» [δηλαδή ανακολούθου].

Άλλο λαμπρόν στοιχείον περιέχουσι τα καθαρώς ρωμαντικά δράματα των τελευταίων ετών του ποιητού, η Ελένη και η *Ανδρομέδα, έργα, υπενθυμίζοντα τους Όρνιθας του Αριστοφάνους. Ο Ευριπίδης ευρίσκει αναψυχήν αποστρέφων το πρόσωπον από των πολιτικών πραγμάτων, τα οποία έθλιβον ολόκληρον την πόλιν. Η Ελένη είναι έργον φωτεινόν έχον καθαράν ατμόσφαιραν και ωραία χορικά· η Ελένη και ο Μενέλαος είναι και οι δύο αθώοι. Η δ' Ανδρομέδα ήτο, καθόσον φαίνεται, ο μόνος απλούς και ανέφελος ερωτικός μύθος, όν έγραψεν ο Ευριπίδης. Ήτο δε δράμα πολυθρύνητον. Ο Λουκιανός διηγείται νοστιμώτατα τα κατά τον τραγικόν πυρετόν, τον καταλαβόντα τους Αβδηρίτας· ότι περιερχόμενοι «ιαμβεία εφθέγγοντο», «μάλιστα δε την Ευριπίδου Ανδρομέδαν εμονώδονν και την τον Περσέως ρήσιν εν μέρει διεξήεσαν και μεστή ην η πόλις ωχρών απάντων και λεπτών των εβδομαίων εκείνων τραγωδών,

συ δ' ω θεών τύραννε κανθρώπων έρως,

και τα άλλα μεγάλη τη φωνή αναβοώντων ». { and especially sang the solos in the Andromeda and went through the great speech of Perseus, one after another, till the city was full of seven-day-old tragedians, pale and haggard, crying aloud, ' O Love, high monarch over gods and men,' and so on." } Η *Ανδρομέδα ήρχιζεν (άρα γε άνευ προλόγου;) παριστάνουσα την ηρωίδα «διατεταμένην τας χείρας» επί του βράχου και περιμένουσαν την χαραυγήν διά των λόγων [απόσπ. 114]

ω νυξ ιερά,
μακρόν ως ίππευμα διώκεις.

{ O holy Night, how long is the wheeling of thy chariot!}

Μικρά τινα λείψανα δεικνύουσι την καλλονήν του όλου έργου· π.χ. η επίκλησις του χορού προς την Ηχώ [απόσπ. 118]

προσαυδώ σε τάν εν άντροις,

{by Aidos that dwelleth in caves}

και η προς τον εραστήν και ελευθερωτήν αυτής αποστροφή της Ανδρομέδας [απόσπ. 133]

άγου δε μ' ω ξέν' είτε πρόσπολον θέλεις,
είτ' άλοχον είτε δμωίδα.

{" Take me, O stranger, for thine handmaiden, Or wife or slave"}

Τοιούτον αγνόν και ευτυχή τόνον έρωτος ουδέποτε προτού είχεν εύρει ο Ευριπίδης. Μόνος δε ο *Φαέθων περιείχε τοιαύτα υπεράνθρωπα μυστήρια τεράτων και μαγείας.

Ούτος εννοείται είναι ο Ευριπίδης του τέλους του πολέμου, ότε η πάλη απέβη οξυτέρα. Αλλ' ήδη από του 445, ότε πρώτον ενεφανίσθη διά των *Πλειάδων, αφήκεν εις τον κόσμον την εντύπωσιν ότι ήτο ανόμοιος προς παν ό,τι εγνώριζον προτού. Αμέσως εδείχθη ως ποιητής της σχολής και της σκέψεως των σοφιστών, ως ο απόστολος της σαφηνείας της εκφράσεως, ο λέγων ό,τι έχει να είπη καθαρώς και ακόμπως. Η γλώσσα του εθαυμάζετο λίαν υπό των μεταγενεστέρων, αλλ' εις ημάς δεν εμποιεί πολλήν εντύπωσιν, επειδή φαίνεται ως τετριμμένη και άτονος, διότι είμεθα συνηθισμένοι εις κοινούς μιμητάς αυτής από του Ισοκράτους μέχρι Θεοδώρου του Προδρόμου. Και αι *Πελιάδες πιθανώς κατεδείκνυον την δύναμιν του Ευριπίδου εις την ανεύρεσιν νέας εμπνεύσεως. Και η μεν φιλοσοφική του κλίσις κατεφαίνετο επί στίχων οίοι οι εξής·

ουκ έστι τα θεών άδικ' εν ανθρώποισι δε
κακοίς νοσούντα σύγχυσιν πολλήν έχει
·

{in God there is no injustice . . . }

(αποσπ. 606) η δε συμπάθειά του προς τα παντοειδή πάθη εκ της εκλογής γυναικός οία η Μήδεια, ως πρωταγωνιστούσης.

Αλλά το παραστατικώτατον των παλαιών του έργων και το μάλιστα εκπλήξαν τους συγχρόνους ήτο ο *Τήλεφος. Έχει πολλά των κατόπιν χαρακτηριστικών, αλλ' ανεπτυγμένα μόνον εις το ήμισυ, και συγκαλυπτόμενα υπό τινος επιπολαιότητος και απειρίας. Πρέπει δε να έχωμεν διαρκώς τον *Τήλεφον υπ' όψιν, χαράσσοντες την βαθμιαίαν πρόοδον των Ευριπιδείων χαρακτήρων και μεθόδων. Ο πληγωμένος βασιλεύς της Μυσίας γινώσκει ότι ουδέν άλλο παρά το δόρυ του Αχιλλέως, όπερ επλήγωσεν αυτόν, δύναται και να τον θεραπεύση· οι Έλληνες είναι πάντες εχθροί του· περιέρχεται την Ελλάδα, χωλός ένεκα της πληγής και μετημφιεσμένος εις επαίτην· ομιλεί μεταξύ πολεμίων στρατηγών, προσβάλλεται εις την υπεροψίαν του, αλλ' επιτυγχάνει ό,τι επιζητεί· εισάγεται δηλαδή ως ικέτης εις την Κλυταιμήστραν, αρπάζει τον Ορέστην βρέφος ακόμη, αναγνωρίζεται, απειλεί ότι θα φονεύση το παιδίον, αν προχωρήση κανείς εναντίον του, προβάλλει τους όρους του και θεραπεύεται. Ο εξαιρέτως ψύχραιμος και επινοητικός ήρως — ο υπενθυμίζων τινά των προσώπων του Ουγγώ ή του Δουμά — ήτο κάτι νέον, και ελκυστικόν επί της σκηνής. Πρωτότυπος επίσης ήτο τότε η «αναγνώρισις» ως δραματική περιπέτεια, ως μεταβολή δηλαδή της θέσεως διά της αποκαλύψεως τις ήτο πραγματικώς εκείνος, ήτοι ενταύθα ότι ο χωλός εκείνος επαίτης ήτο ο Τήλεφος. Αλλά το αγαπητόν του Ευριπίδου μέσον κατήντησε κοινόν κατά τους χρόνους του Αριστοτέλους και σχεδόν κανονικός τρόπος της λύσεως δραμάτων. Των σωζομένων τραγωδιών ο Ίων, η Ηλέκτρα, η Ελένη και η Ιφιγένεια η εν Ταύροις έχει αναγνωρίσεις. Μεταξύ δε των απολομένων ο *Κρεσφόντης ήτο διά τούτο περίφημος. Ο ήρως εκείνος, υιός του φονευθέντος βασιλέως της Μεσσηνίας, διέφυγε τον σφετεριστήν της αρχής Πολυφόντην και ανετράφη κρύφα, ενώ η μήτηρ του Μερόπη ήτο υποχείρια του τυράννου. Ο υιός επιστρέφει διά να την σώση, κατορθώνει δε να πλησιάση τον Πολυφόντην υποκρινόμενος ότι εσκότωσε τον Κρεσφόντην και ζητεί διά τούτο αμοιβήν. Η Μερόπη ακούει ότι ξένος τις ευρίσκεται εντός της οικίας θέλων αμοιβήν ως φονεύσας τον υιόν της. Πέμπει αμέσως άνθρωπον εις το άσυλον του υιού της και μανθάνει ότι είχεν εξαφανισθή. Απηλπισμένη αρπάζει πέλεκυν και ορμά προς τον τόπον όπου ο νέος εκοιμάτο. Μόλις κατά την υστάτην στιγμήν, ότε ακριβώς έλεγεν

την δ' εγώ δίδωμί σοι | πληγήν,

{Infernal Hades, this is mine offering to thee}

ο παλαιός δούλος του ανδρός της, ο κρατών τον λύχνον, αναγνωρίζει το μειράκιον, ορμά και προλαμβάνει τα κτύπημα. Το σκηνικόν τούτο κατόρθωμα διετήρει την δύναμίν του μέχρι των χρόνων του Πλουτάρχου.

Πλην της τεχνικής αναγνωρίσεως ο *Τήλεφος έδωκε το σύνθημα προς ποίησιν υποθέσεων μελοδραματικών, η τάσις δ' αυτή είναι φανερά προ πάντων εν τω Ορέστη. Το δράμα τούτο αρχίζει ολίγας ημέρας μετά τον φόνον της Κλυταιμήστρας και του Αιγίσθου. Ο Ορέστης και Ηλέκτρα αποκλεισθέντες εντός των ανακτόρων υπό των Αργείων, περιμένουσι την καταδικαστικήν ψήφον της πόλεως. Και ο μεν Ορέστης είναι άρρωστος και παράφρων· η δε Ηλέκτρα, εξηντλημένη εκ των φροντίδων και των περιποιήσεων, φοβείται ότι πιθανώτατα και οι δύο θα λιθοβοληθώσιν. Αλλ' υποφώσκει η σωτηρία· ο Μενέλαος, ο αδελφός του πατρός των, εισέπλευσε μετά της Ελένης εις τον λιμένα. Η Ελένη έρχεται εις τα ανάκτορα και οι στρατιώται του Μενελάου φρουρούσι τας εισόδους. Ο Ορέστης βαθμηδόν ανακτά τας φρένας και φαίνεται ως να εσώθησαν οι δύο αδελφοί. Αλλ' ο Μενέλαος είναι ο φυσικός κληρονόμος της βασιλείας μετά τον Ορέστην, αποστρέφεται δε τας εκδικήσεις· εξ άλλου δεν θέλει ν' αντιπράξη εις το θέλημα του λαού μηδέ να προσβάλη τον πενθερόν του Τυνδάρεων, ζητούντα εκδίκησιν διά την Κλυταιμήστραν· εν συντόμω εννοεί ν' αφήση τους δύο αδελφούς να λιθοβοληθώσιν. Σκηναί ζωηρών αντιθέσεων επακολουθούσιν αλλήλας, μέχρις ού και οι δύο πείθονται ότι το παν εχάθη. Η μανία καταλαμβάνει τον Ορέστην· δράττει το ξίφος και ορμά κατά της Ελένης και της Ερμιόνης. Όπως διαφύγωσι τον λιθοβολισμόν, η Ηλέκτρα και ο Ορέστης αποφασίζουσι ν' αποθάνωσιν· εκείνη ζητεί παρ’ αυτού να την φονεύση· εκείνος απαντά « έκτεινα μητέρα» {My mother's blood is enough. I will not kill thee. Die as best thou mayest } [την δε λύσιν επιφέρει φαινόμενος ο Απόλλων από μηχανής].

Ο *Τήλεφος διά ποικίλους λόγους ήτο το χαρακτηριστικώτατον δράμα της πρώτης περιόδου του Ευριπίδου, αλλά φαίνεται ως έργον νέον. Ίσως η πραγματικότης εν αυτώ είναι τόσον λεπτή όσον εν τη Ηλέκτρα. Αλλά το κύριόν του γνώρισμα ήτο το φόρεμα του μετημφιεσμένου επαίτου, το οποίον απεσκοράκιζε πάσαν σκηνικήν εθιμοτυπίαν. Ο ήρως των Αχαρνέων του Αριστοφάνους, ο Δικαιόπολις, αναγκαζόμενος ν' απολογηθή όπως σώση την κεφαλήν του, παρακαλεί τον Ευριπίδην να του δώση μερικά «τραγικά τρύχη», τα οποία να συγκινήσουν τους θεατάς. Και γνωρίζει μεν ακριβώς ποία ράκη του αρμόζουσιν, αλλά δεν ενθυμείται το όνομα του ανθρώπου, ο οποίος τα εφόρει. Ο Ευριπίδης τον ερωτά·

τα ποία τρύχη; μων εν οίς Οινεύς οδί
ο δύσποτμος γηραιός ηγωνίζετο;

Δικ. ουκ Οινέως ην, αλλ' έτ' αθλιωτέρου

Ευρ. τα του τυφλού Φοίνικος;

Δικ. Φοίνικος ου,
       αλλ' έτερος ην Φοίνικος; αθλιώτερος

Ευρ. Αλλ' ή Φιλοκτήτου τα τον πτωχού λέγεις;

Δικ. ουκ, αλλά τούτου πολύ πολύ πτωχιστέρου.

Ευρ. Αλλ' ή τα δυσπινή θέλεις πεπλώματα,
ά Βελλεροφόντης είχ' ο χωλός ουτοσί;

Δικ. Ου Βελλεροφόντης . . .

Ευρ. Οίδ' άνδρα Μυσόν Τήλεφον . . .

Ω παι, δος αυτώ Τηλέφου ρακώματα·
κείται δ' άνωθεν των Θυεστείων ρακών
μεταξύ των Ινούς . . .

{"The old unhappy Oineus appeared in rags," says Euripides. " It was not Oineus; some one much wretcheder." " The blind Phoenix perhaps?" "Oh, much, much wretcheder than Phoenix!" "Possibly you mean Philoctetes the beggarman?" "No, a far worse beggar than Philoctetes." " The cripple Bellerophon ?" "No, not Bellerophon; though my man was a cripple too, and a beggar and a great speaker!' "I know; Telephus of Mysia! — Boy, fetch Telephus's beggar-clothes; they are just above Thyestes's rags, between them and Ino's!'}

Είναι δύσκολον επίσης ν' ανεύρωμεν εν τω *Τηλέφω καμμίαν επιτέχνησιν ή λεπτότητα, οποίαν βλέπομεν μετά δέκα έτη παραδείγματος χάριν εν τω Ιππολύτω (στ. 1000-1100), όπου ο Ιππόλυτος επανερχόμενος ευρίσκει τον πατέρα του ιστάμενον επί του νεκρού της Φαίδρας και αναγινώσκοντα το δελτίον, το περιέχον την κατ' αυτού συκοφαντίαν. Αγνοεί τα αναγραφέντα εκεί, αλλ' εικάζει αρκετά διατί απέθανεν η Φαίδρα. Αναποδράστως λοιπόν οι τρόποι του δεικνύουσι ταραχήν και η στενοχωρία του φαίνεται ως ενοχή. Τούτο είναι λεπτότατον· αλλ' υπάρχει και άλλη τεχνική λεπτότης ολίγον κατωτέρω, όπου ο Ιππόλυτος υπερασπίζει εαυτόν, αλλ' επειδή έχει ορκισθή ότι δεν θα είπη ό,τι ηδύνατο να τον σώση, οι λόγοι του γίνονται ελλιπέστεροι και δυσκολώτεροι. Δύο τουλάχιστον φοράς φαίνεται ως να πρόκειται να παραβή τον όρκον· και διατί να μη τον παραβή, αφού ο όρκος του απεσπάσθη διά στρατηγήματος και απέρριψεν αυτόν αμέσως λέγων

η μεν γλώττ' ομώμοχ' η δε φρην ανώμοτος;

{My tongue hath sworn; there is no bond upon my heart.}

και όμως τηρεί σιωπήν, όπως ωρκίσθη· στρέφεται απηλπισμένος προς τους θεούς και απέρχεται κατηραμένος (253)
 
Ο Ιππόλυτος έχει και άλλην δεξιότητα της Ευριπιδείου οικονομίας, η οποία γενικώς παρενοήθη. Η κυρία δυσκολία ήτο να παρασυρθή το θέατρον υπέρ της Φαίδρας κατά την ακμήν του πάθους, όπερ εξώθησεν αυτήν εις την φονικήν συκοφαντίαν. Τούτο ηδύνατο να γίνη μόνον αδικουμένου του Ιππολύτου, είναι δε δυσχερέστατον να παραστήση τις ευθύν και γενναίον άνθρωπον πράττοντα μεν το δίκαιον, καθιστάμενον δε διά τούτο μισητόν. Αλλ' ο μακρός του Ιππολύτου λόγος (στ. 616 κεξ.) επιτυγχάνει τούτο. Κατά την έξοδον αυτού ο θεατής είναι προς στιγμήν δυσμενής και συμπαθεί ολοψύχως προς την Φαίδραν.

Κατά πρώτον τω 431, δηλαδή προ του Ιππολύτου, αλλά επτά έτη μετά τον *Τήλεφον, ο Ευριπίδης επραγματεύθη το θέμα του ατυχούς ή τραγικού έρωτος, το οποίον κατόπιν έκαμεν όλως ιδικόν του. Η Μήδεια είναι ίσως η καλλιτεχνικώς αψογωτάτη των τραγωδιών του· και όμως παραδόξως απέτυχε κατά την πρώτην διδασκαλίαν. Η βάρβαρος ηρωίνη απήχθη εκ της πατρίδος της υπό του Ιάσονος, αλλ' ούτος κατόπιν εγκατέλειψεν αυτήν, όπως νυμφευθή την κόρην του βασιλέως της Κορίνθου. Η Μήδεια προσποιουμένη ότι συναινεί, πέμπει προς την νύμφην δώρα

λεπτόν τε πέπλον και πλόκον χρυσήλατον.

Αλλά και τα δύο περιείχον φάρμακον «παμφάγον». Η νύμφη αποθνήσκει οδυνηρότατα, η δε Μήδεια διά να εκδικηθή και τον Ιάσονα, φονεύει τα τέκνα της και φεύγει εκ της Κορίνθου.

Αύτη ήτο η αρχή των θαυμασίων γυναικείων τύπων, διά των οποίων ο Ευριπίδης κατέπληττε και κατέθλιβε τους συγχρόνους του, οι οποίοι τον απεκάλουν μισογύνην· ο δε Αριστοφάνης παρέστησε τας γυναίκας των Αθηνών συνωμοτούσας κατ' αυτού. Αλλά πραγματικώς ο ποιητής ήτο φιλογύνης. Δηλαδή ηγάπα και εμελέτα και απεικόνιζε τας γυναίκας, τας οποίας οι μεν περί τον Σωκράτη παρέβλεπον, ο δε Περικλής παρήγγελλε να οικουρώσιν. Αλλ' όμως το έγκλημα είναι πάντοτε εκπληκτικώτερον και πραγματικώτερον ή η αρετή. Ηρωίδες όπως η Μήδεια, η Φαίδρα, η Σθενέβοια, η Αερόπη, η Κλυταιμήστρα πιθανώς εξεγείρουσι την φαντασίαν πιρισσότερον ή ο αγγελικός και αφωσιωμένος τύπος, η Άλκηστις, η αποθνήσκουσα, διά να σώση τον άνδρα της, η Ευάδνη και η Λαοδάμεια, αι οποίαι δεν ήθελον να επιζώσι χήραι, και όλη η μακρά σειρά των μαρτυρικών παρθένων. Αξιοσημείωτον όμως είναι ότι ο Ευριπίδης, καθώς ο Ίψεν, ενώ δεν εξιδανικεύει άνδρα, εξιδανικεύει γυναίκας· ένα μόνον έχει μαρτυρικόν νέον, τον Μενοικέα των Φοινισσών, αλλ' η θυσία του εκτελείται τρόπον τινά ως εργασία· δηλ. απομακρύνει τον πατέρα του, προσποιούμενος ότι θέλει τα οδοιπορικά του έξοδα, και δεν έχει εκείνην την ωραίαν λάμψιν, την περιβάλλουσαν τας κόρας. Γυναίκας δε ουδέ τας χειρίστας επιτρέπει να μισήσωμεν ο Ευριπίδης. Ουδείς δύναται να μη συμπαθή προς την Μήδειαν, και πολλοί αγαπώμεν την Φαίδραν, και προξενούσαν τον θάνατον του αθώου.

Από της υπερασπίσεως ταύτης των γυναικών ο Ευριπίδης εχώρησεν έν βήμα περαιτέρω, όπερ εξήγειρε θύελλαν κατ' αυτού, δηλαδή καθόλου εις το ζήτημα της σχέσεως των φύλων. Έγραψε τραγωδίας περί παραβάσεως του γάμου, καθώς τον Ιππόλυτον και την *Σθενέβοιαν — όπου η ηρωίνη έπραττε προς τον Βελλεροφώντα ό,τι η σύζυγος του Πετεφρή προς τον Ιωσήφ. Έγραψε τον *Χρύσιππον, όπως στιγματίση τα παιδικά, άπερ οι μεν σύγχρονοι εθεώρουν ως παράπτωμα μικρόν, εκείνος δε συνεχώρει μόνον εις τους Κύκλωπας. Έγραψε τον *Αίολον, όπου εξήταζε το πρόβλημα του αφελούς εκείνου μύθου, καθ' όν οι δώδεκα υιοί του θεού των ανέμων και αι δώδεκά του κόραι συνέζουν ως σύζυγοι επί της νήσου των ανέμων· εν τη τραγωδία ταύτη ο Μακαρεύς έλεγε τον περίφημον στίχον [απόσπ. 19]

τι δ' αισχρόν, ην μη τοίσι χρωμένοις δοκή;

{What thing is shameful if a mans heart feels it no shame?}

Αλλά σπουδαιοτέρα παρά τα ειδικά δράματα ήτο η παντοτινή προσπάθεια του Ευριπίδου να σχετίση τα ιδικά του πάθη προς εκείνας τας ψυχάς, τας οποίας ζητεί να ερευνήση, ιδίως προς τας δύο σιωπηλάς τάξεις, των γυναικών και των δούλων. Εν τη μέθη της μάχης, ίσως αφού επληγώθη, είχεν ειπεί προς εαυτόν

«τρις αν παρ ασπίδα
στήναι θέλοιμ' αν μάλλον ή τεκείν άπαξ
».

{This must be like child-bearing, but not half so bad!}

Ουδέν άπορον ότι το πολύ κοινόν ελύσσα κατ' αυτού! Και πώς ηδύνατο να χωνεύη τον άνθρωπον, ο οποίος ήτο μεν σφοδρός πολέμιος των ηδονών της ζωής, αλλ' όμως δεν εσκοτίζετο, αν οι ήρωές του ήσαν νόθοι. Αλλά το χειροτέρον, παρέστησε την ιέρειαν Αύγην, η οποία παρέβη τον περί παρθενίας όρκον, και ήκουσε φρικτάς επιπλήξεις της παρθένου Αθηνάς, απαντώσαν βλασφήμως ότι

σκύλα μεν βροτοφθόρα
χαίρεις ορώσα και νεκρών ερείπια
κου μιαρά σοι ταύτ' έστιν· ει δ' εγώ έτεκον,
δεινόν τόδ' ηγεί. [απόσπ. 268).

{Arms black with rotted blood And dead men's wreckage are not foul to thee— Nay, these thou lovest: only Auges babe Frights thee with shame!}

Το αυτό και περί της δουλείας· πλην του * Αρχελάου και του *Αλεξάνδρου, όπου φαίνεται ότι ειδικώς επραγματεύετο περί αυτής, αισθανόμεθα ότι διαρκώς ο νους του Ευριπίδου ανεπόλει το γεγονός, ότι άνθρωποί τίνες ανήκον εις άλλους ανθρώπους, ηθικώς ενίοτε κατωτέρους (254).

Η προς την θρησκείαν στάσις του Ευριπίδου δεν είν' εύκολον να ορισθή. Ο Dr Verrall επιγράφει την περί του ζητήματος τούτου εμβριθή του πραγματείαν «Ευριπίδης ο ορθολογιστής» (255) φανερόν δε είναι ότι αι τραγωδίαι του ποιητού βρίθουσι δειγμάτων έχθρας προς την επίσημον πολυθεΐαν των Δελφών και προς αυτά τα δόγματα των πλείστων Αθηναίων. Είναι προς τούτοις βέβαιον ότι μεταξύ της γενεάς, η οποία κατεδίκασε τον Πρωταγόραν και τον Σωκράτη και εξεμάνη διά την περικοπήν των Ερμών, η παρρησία εν τη αγορά εκστόμισις τολμηρών θεωριών υπό οιουδήποτε ιδιώτου δεν ήτο ακίνδυνος· αλλ' ήτο πολύ κινδυνωδεστέρα προκείμενου περί ποιητού Διονυσιακού δράματος επισήμως διδασκομένου κατά την ημέραν της εορτής και εντός του ιερού περιβόλου. Οιαδήποτε υπόθεσις ότι ο Ευριπίδης επίστευε σπουδαίως εις τους «από μηχανής θεούς» του — ήτοι εις είδος δεισιδαιμονίας χονδρόν και δι' αυτό το πολύ κοινόν — είναι βεβαίως απαράδεκτος. Οι σύγχρονοί του τον εθεώρουν ως πασίγνωστον ελευθερόφρονα, οι δε σκηνικοί θεοί του ήσαν ανεγνωρισμένως πλαστοί. Εξ άλλου όμως ο Ευριπίδης κηρύσσει παραδόξως την ανεπάρκειαν της σκέψεως. Ουδεμία αντίθεσις είναι εν ταις τραγωδίαις του συχνοτέρα ή η αντίθεσις μεταξύ της αληθινής σοφίας ή συνέσεως και της απλής γνώσεως ή επιπολαίας ευφυίας, εις την οποίαν συμπεριλαμβάνει και την νυν καλουμένην «αθεΐαν». Ο Ευριπίδης ήτο μάλλον κατήγορος ή συνήγορος των καλουμένων «σοφών». Και εις τούτο πράγματι, ως και εις τας λοιπάς του γνώμας, ήτο αποστάτης.

Σπανίως λαλεί παρρησία ως άθεος· και οσάκις πράττει τούτο στηρίζεται πάντοτε επί λόγων ηθικών. Απλώς δε δραματικαί εκφράσεις είναι η περίφημος του Βελλεροφώντος (απόσπ. 286) «ουκ εισιν, ουκ είσι» (θεοί){ They are not, are not! } και αι βλασφημίαι του Ιξίονος και η κωμική του Κύκλωπος αθεΐα. Αλλά χαρακτηριστικώτερα είναι τα χωρία, τα μαρτυρούντα πόλεμον κατά των θεών. Παραδείγματος χάριν, εν τω *Βελλεροφώντι (απόσπ. 311) ο ήρως, ωργισμένος διά την άδικον διάταξιν των πραγμάτων, αποπειράται να προσέλθη εις τον Δία και να καθησυχάση τας αμφιβολίας του, ότε Ζευς πλήττει αυτόν διά κεραυνού. Βλέπει πλέον ότι είναι «θεοίς εχθρός» και λέγει πικρώς προς την εαυτού ψυχήν.

ήσθ' εις θεούς μεν ευσεβής, ότ' ήσθ' αεί
ξένοις τ' επήρκεις ουδ' έκαμνες εις φίλους. . .

{Reverent thou wast to God, had he but known; Thy door oped to the stranger, and thine help For them that loved thee knew no weariness.}

Δεν είναι βεβαίως ορθόν να θεωρήσωμεν τα παράπονα ταύτα ως πραγματικά αισθήματα του ποιητού, είναι αλλ' είναι φανερόν ότι τοιαύται σκέψεις τον απησχόλουν. Έν των ολίγων παραδειγμάτων καθαράς προσωπικής εκφράσεως παρέχει ο Ηρακλής

«εγώ δε τους θεούς ούτε λέκτρ' ά μη θέμις
στέργειν νομίζω, δεσμά τ' εξάπτειν χεροίν
ουδ' ηξίωσα πώποτ' ούτε πείσομαι,
ουδ' άλλον άλλου δεσπότην πεφυκέναι·
δείται γαρ ο θεός, είπερ έστ' ορθώς θεός,
ουδενός· αοιδών οίδε δύστηνοι λόγοι
» (στ. 1341-6)

{Say not there be adulterers in heaven, Nor prisoner gods and gaolers: — long ago My heart hath named it vile and shall not alter! — Nor one god master and another thrall. God, if he be God, lacketh naught. All these Are dead unhappy tales of minstrelsy.}

Αι λέξεις αύται προδήλως χαρακτηρίζουσιν αυτόν τον ποιητήν και όχι τον όλως αφιλοσόφητον ήρωα, ο οποίος τας εκφράζει· φαίνονται ως θαρραλέα δικαιολογία ανδρός κατηγορουμένου ως αθέου. Ταύτα έγραφε περί τα 422, δηλαδή πριν να καταστή πικρότερος. Αλλά κατά το πλείστον ο Ευριπίδης δεν είν' ελευθερόστομος περί θρησκευτικών ζητημάτων. Τα πολλά των δραμάτων του δεν καταλήγουσιν εις σαφή συμπεράσματα, αλλά μόνον υποδεικνύουσι τους όρους του συλλογισμού. Δηλαδή αναπτύσσουσι σαφώς τας θρησκευτικές παραδόσεις και αφήνουσι τους ακροατάς να κρίνωσιν αυτοί αν είναι πιστευταί ή παραδεκταί. Το έργον του κατέλειπεν εις τους τότε Αθηναίους, και μετά προσοχής αναγινωσκόμενον καταλείπει και σήμερον εις ημάς, την εντύπωσιν ανησύχου και μόλις συγκαλυπτομένης αντιπαθείας προς το υπερφυσικόν στοιχείον, το αφθόνως αναμειγνυόμενον εις αυτό. Τραγωδίαι καθώς ο Ίων, η Ηλέκτρα, η Ιφιγένεια η εν Ταύροις, ο Ορέστης έχουσι πολλά τα παράφωνα και ακατάληπτα, αλλά δεν αιτιολογούμεν αυτά, υπολαμβάνοντες επιπολαίως τον Ευριπίδην ως «συρραφέα» ή ισχυριζόμενοι ότι δήθεν ήτο δημοκόπος ποιητής περιποιούμενος τα πλήθη.

Οφείλομεν όμως να μελετήσωμεν δυο τεχνικά μέρη, τα οποία ήσαν ευρήματα ή γνωρίσματα του Ευριπίδου, δηλαδή τον πρόλογον και τον από μηχανής θεόν. Ο πρόλογος εξηγείται ευκόλως. Επειδή δεν υπήρχον προγράμματα, ήτο αναγκαίον να λεχθή προς το θέατρον εις τίνα μύθον ανεφέρετο το δράμα· τούτο δε ήτο αναγκαιότερον, οσάκις ο ποιητής ηγάπα, καθώς ο Ευριπίδης, να εκλέγη μύθους όχι πολύ γνωστούς ή ασυνήθεις παραλλαγάς των πασιγνώστων. Ο πρόλογος λοιπόν εξευρέθη προς θεραπείαν της ανάγκης ταύτης. Αλλ' αφού άπαξ εισήχθη, επέφερε και άλλα καλά· κατέλαβε τρόπον τινά την θέσιν πρώτης πράξεως εξηγηματικής. Ούτω π.χ. οι πρόλογοι του Ορέστου και της Μηδείας συντελούσιν ώστ' αι τραγωδίαι αύται ν' αρχίσωσιν αμέσως εκ του κέντρου της υποθέσεως. Πρέπει δε να λάβωμεν υπ' όψιν, ότι οι σωζόμενοι πρόλογοι πολλάς έπαθον παραπληρώσεις και προσθήκας· διότι τα δράματα του Ευριπίδου κατείχον την σκηνήν επί αιώνας ολοκλήρους καθ' όλον τον Ελληνικόν κόσμον και πολλάκις εδιδάσκοντο ενώπιον ακροατών βαρβάρων, οίτινες είχον ανάγκην ν' ακούσωσιν εξ αρχής πάσαν εξήγησιν. Ούτως ο πρόλογος της Ηλέκτρας, όπως λάβωμεν πρόδηλον παράδειγμα, διηγείται πράγματα, τα οποία πας Αθηναίος εγνώριζεν από των παιδικών του χρόνων. Καθόλου όμως ο πρόλογος είναι καλόν Ευριπίδειον επινόημα.

Αλλ' αφού παρακάμψωμεν οπωσδήποτε την προς τον πρόλογον απαρέσκειαν ημών, ενοχλούμεθα και πάλιν εκ του τρόπου, καθ' όν ο Ευριπίδης λύει τα δράματά του. Των δεκαεπτά [πλην του Ρήσου (256) σωζομένων τραγωδιών δέκα μεν λύονται διά της άνωθεν εμφανίσεως θεού, προστάσσοντος, ερμηνεύοντος ή προλέγοντος. Αι δε επτά, αι μη λυόμεναι διά θεού, καταλήγουσιν εις προφητείαν ή άλλο τι ισοδύναμον, ήτοι εις σκηνήν μετατρέπουσαν την προσοχήν από των παρόντων εις τα μέλλοντα. Δηλαδή η υπόθεσις της τραγωδίας είναι μακρά σειρά συμβαινόντων· ο ποιητής επιμένει εις έν μέρος αυτής — καθόλου ειπείν, εις την πράξιν μιας ημέρας — και πραγματεύεται αυτήν ως απόσπασμα πραγματικής ζωής, εισαγόμενον διά καθαρώς διηγηματικής εισαγωγής και καταλήγον εις καθαρώς διηγηματικόν τέλος. Η μέθοδος αύτη της λύσεως κατά την ημετέραν αντίληψιν δεν είναι καθόλου δραματική, αλλά συμφωνεί προς την συνήθειαν της ελληνικής τέχνης του καταλήγειν ουχί εις έντασιν, αλλ' απεναντίας εις χαλάρωσιν του πάθους.

Της μεθόδου ταύτης διακρίνομεν τρία στάδια· τα πρωιμώτερα των σωζομένων δραμάτων του Ευριπίδου, πλην του Ιππολύτου, δεν έχουσιν από μηχανής Θεόν. Από του 420 περίπου μέχρι του 414 ο θεός επιφαίνεται, προλέγει ή εκφράζει κρίσιν, αλλά δεν διαταράσσει την πράξιν· κατά την τελευταίαν, την «τεταραγμένην» περίοδον ο θεός αυτός παράγει την καλουμένην «περιπέτειαν», ήτοι βιαίαν ανατροπήν της πορείας των συμβαινόντων (257). Και αν μεν η τοιαύτη ανάμειξις των θεών εγίνετο π.χ. υπό του Πινδάρου, θ' απεδοκιμάζομεν την δεισιδαιμονίαν ταύτην, αλλά θα παρεδεχόμεθα αυτήν. Αλλ' όπως γίνεται υπ' ανθρώπου, θεωρουμένου ως αθέου και μη δημοκοπούντος, καταντά σχεδόν αίνιγμα. Ο μη παραδεχόμενος τοιαύτην δυσκολίαν ας αναγνώση τον Ορέστην. Είναι πιθανόν ότι ο Ευριπίδης επίστευεν ότι η υπόθεσις έληγεν ή ηδύνατο να λήξη όπως παρέστησεν αυτήν, ότι δεν έβλεπεν ότι ο θεός του μετέβαλλε την όλην τραγωδίαν εις παίγνιον; Ο Verall λύει τον κόμβον τούτον διά της τολμηράς θεωρίας, ότι ο Ευριπίδης γράφων εκ συστήματος ως άθεος, κατά καιρούς δυσκόλους, ότε η ελευθεροστομία δεν ήτο ανεκτή, σκοπίμως περιεκάλυπτε τας εννοίας του, προσαρτών εις το πραγματικόν του δράμα πλαστόν τινα πρόλογον και επίλογον κατάλληλον εις λαϊκήν κατανάλωσιν, αλλά γνωστόν εις τους εμπίστους του ποιητού ως άσχετον προς τας πραγματικάς του σκέψεις. Αλλ' αι δυσκολίαι της τοιαύτης θεωρίας είναι οραταί. Προτιμότερον είναι να παραδεχθώμεν ότι ο Ευριπίδης σπανίως ηγάπα το υλικόν, το οποίον ήθελε να διαπλάση· δηλαδή ούτ' επίστευε τους μύθους, ούτ' εθαύμαζεν, ούτε ηρέσκετο εις αυτούς· αλλ' ήτο ανάγκη εξ αυτών να γράφη τραγωδίας. Και οσάκις μεν είχε διάθεσιν, η παραφωνία δεν διακρίνεται, καθώς εν τη Μηδεία και τω Ιππολύτω· ενίοτε πάλιν επιφαίνεται και μας εξαφνίζει, αλλά χάνεται κατόπιν εντός του ωραίου συνόλου. Τούτο συμβαίνει εις την Άλκηστιν, όπου η αφοσίωσις της συζύγου ταράσσει τον Ευριπίδην, καθώς και ημάς, διά την υπερβολικήν φιλαυτίαν του ανδρός, ο οποίος την αφήνει ν' αποθάνη χάριν του. Ο Σοφοκλής θα παρεσιώπα ή θα εδικαιολόγει οπωσδήποτε την αναρμοστίαν ταύτην. Αλλ' ο Ευριπίδης εισάγει μακρόν και ζωηρότατον επεισόδιον, μόνον και μόνον διά να την καταδείξη (στ. 614 κεξ.). Άλλοτε η παραφωνία καταντά θόρυβος· τότε ο Ευριπίδης επίτηδες δημιουργεί το δράμα του, διά να καταρρακώση τον αρχαίον μύθον. Τοιούτος είναι ο Ίων «πατριωτικόν δράμα εγκωμιάζον τον Αττικόν ήρωα, τον ημίθεον υιόν της Κρεούσης και του Απόλλωνος»· βεβαίως· αλλ' είναι πράγματι εγκώμιον ή στιγματισμός; Η παλαιά ιστορία του θείου εραστού, το έκθετον βρέφος, η διάσωσις αυτού υπό του πατρός του — ζήτημα, το οποίον ο Πίνδαρος εγγίζει τόσον ευλαβώς και αγνώς — πάντα φέρονται γυμνότατα εις το φως. «Εάν το πράγμα συνέβη» λέγει τρόπον τινά ο Ευριπίδης, — και πάντες ισχυρίζεσθε ότι συνέβη — ιδού πώς ήτο!». Εκθέτει την κτηνώδη φιλαυτίαν του Φοίβου, την απόγνωσιν της αδικηθείσης κόρης και τέλος την κατάπτωσιν αυτής μέχρι στυγερού φόνου. Και αν μεν τούτο μόνον ήτο το όλον δράμα, υπομονή· αλλά δεν είναι το όλον· καταλήγει εις ταπεινήν και αναλήθη δικαιολογίαν του Απόλλωνος· αλλ' ο μεν ένοχος δεν παρουσιάζεται αυτός, η δε Αθηνά, η αντιπρόσωπός του, δεν λέγει όλην την αλήθειαν! Και εδώ η φιλοσοφία του Ευριπίδου παρέσυρεν αυτόν εις καλλιτεχνικά σφάλματα, τα οποία αδικούσι και άλλα ωραιότατά του έργα. Δύο τραγωδίαι, η μία παλαιά και η άλλη νεωτέρα, διαγράφουσι το θείον μέρος λογικώτερον και τρόπον τινά εκφράζουσιν αληθέστερον τους στοχασμούς του ποιητού, ο Ιππόλυτος και αι Βάκχαι. Εν τω πρώτω (428 π. Χ.) η θεά του έρωτος είναι προσωποίησις φυσικής τινος δυνάμεως, της οποίας η ενέργεια είναι καταλυτική, όχι προσωπικώς εκδικητική· η Αφροδίτη εμφανιζομένη και λέγουσα τον παραδόξως φοβερόν πρόλογον, είναι καθαρόν σύμβολον, παριστών ιδέας γνωστάς και το πάλαι και νυν. Ο Ιππόλυτος είναι αγνός υβρίζων εις την Κύπριδα και αφοσιούμενος εις την παρθένον Άρτεμιν, αλλ' ουδόλως «ασεβής» ως νομίζεται. Ο Ευριπίδης όμως έχει την πεποίθησιν ότι απόλυτος αφοσίωσις εις μίαν αρχήν — η θεωρία «όλον ή ουδέν» του Brandt, η αλήθεια του Gregers Werle — αποβαίνει ολεθρία. Ίσως η τοιαύτη καταστροφή εν τω συνόλω είναι η αρίστη, διότι προδήλως ο Ιππόλυτος έζησε μεν καλώς και η πράξις του ήτο καλή, αλλ' όμως επέφερε κατάραν, αυτοκτονίαν και φόνον. Ομοία είναι και η Άρτεμις του τέλους, ωραιοτάτη μεν, αλλά και υπερανθρώπως άσπλαχνος. Διότι η δροσερά παρθενία της φύσεως, η θεότης των λειμώνων και των ποταμών, δεν συγκινείται διά τα θύματά της.

Αι Βάκχαι είναι δυσερμήνευτον δράμα. Λόγω καθαράς συγκινήσεως και εξάρσεως ουδεμίαν έχει ισόπαλον αρχαίαν τραγωδίαν. Η υπόθεσις είναι απλή, αλλά και τολμηρά. Ο Διόνυσος, μη αναγνωριζόμενος ως θεός υπό των συγγενών του, επιβάλλει εις αυτούς τιμωρίαν. Έρχεται εις τας Θήβας Βάκχος τις — μία ενσάρκωσις αυτού του θεού — και κηρύσσει την νέαν λατρείαν. Αι θυγατέρες του Κάδμου αρνούνται ν' αποδεχθώσι το Διονυσιακόν πνεύμα, αλλά τούτο μεταδίδεται εις αυτάς εις βαθμόν μανίας, ώστε απέρχονται εις τα όρη, εξυμνούσαι τον Βάκχον. Ο γέρων Κάδμος και ο μάντις Τειρεσίας αμέσως αναγνωρίζουσιν αυτόν ως θεόν· ανεκλάλητος χαρά τους καταλαμβάνει και αισθάνονται εαυτούς πάλιν νέους. Ο βασιλεύς Πενθεύς είναι το μέγα κώλυμα. Αναλαμβάνει τα λογικά του και λέγει ότι δεν θ' αναγνωρίση τον «θρασύν θεόν». Αλλ' ο Πενθεύς, διαμαρτυρόμενος τοιουτοτρόπως, αμαρτάνει· ίσως αυτός ούτος υπήρξε ποτε μανικός {mad} — ταύτην τουλάχιστον την σημασίαν φαίνεται έχων ο στίχος 359 «μέμηνας ήδη » και είναι φυσικόν το πράγμα εν βακχικώ μύθω — και ενεργεί ουχί νηφαλίως, αλλά μανιωδώς. Υβρίζει και δεσμεύει τον θεόν, όστις υποφέρει πάντα ησύχως και αφόβως διά της ενεργείας της λανθανούσης δυνάμεως. Οι τοίχοι της φυλακής πίπτουσι και ο Διόνυσος απέρχεται αμέσως προς τον βασιλέα και πάλιν διά να τον πείση. Αι Μαινάδες επί του Κιθαιρώνος εκτελούσι θαύματα και ο Διόνυσος είναι έτοιμος να επιδείξη και άλλα. Αλλ' ο Πενθεύς δεν θέλει να τα ίδη και απειλεί ότι θα φονεύση τον «Βάκχον»· ο θεός μεταβάλλει τόνον (στ. 810)· — η σκηνή αυτή είναι ισχυροτάτη και τολμηροτάτη· — ηρέμα κυριεύει — θα έλεγε κανείς υπνωτίζει — τον Πενθέα· του επιβάλλει να δεχθή την στολήν των Μαινάδων, να λάβη τον θύρσον και να εκτελέση πάσας τας θείας τελετάς. Ο Πενθεύς απάγεται εις τον Κιθαιρώνα, ίνα βλέπη εκ του αφανούς τας μυστικάς πράξεις των Μαινάδων και κατασπαράσσεται υπ' αυτών. Αι μαινόμεναι θυγατέρες του Κάδμου εισέρχονται, η Αγαύη φέρουσα εν θριάμβω την κεφαλήν του υιού της, την οποίαν εκλαμβάνει ως κεφαλήν λέοντος και ψάλλουσα χαρμόσυνον άσμα, όπερ φαίνεται ως η ουσία της Διονυσιακής μανίας εκφραζομένη διά της μουσικής. Πασίγνωστος είναι η ιστορία ότι ενώ Τραλλιανός υποκριτής εδίδασκε «τα περί την Αγαύην» εν τη Παρθική αυλή μετά την εν Κάρραις ήτταν του Κράσσου, εισήλθε στρατιώτης φέρων την κεφαλήν του Κράσσου, ο δε τραγωδός λαβών αυτήν, «επέραινεν εκείνα τα μέλη μετ' ενθουσιασμού και ωδής» (258).

Τι σημαίνει το δράμα τούτο; Η θεωρία ότι σημαίνει επιστροφήν εις την καθεστώσαν θρησκείαν, δεν έχει ανάγκην αναιρέσεως· εάν πράγματι ο Διόνυσος είναι κάποιος προσωπικός θεός, είναι «σατανάς». Αλλ' όμως σκοπός του δράματος είναι να τον επιδείξη εις ημάς, ώστε να εννοήσωμεν αυτόν. Και αυτός και αι Μαινάδες διεπλάσθησαν περικαλλείς· λέγουσι πάντοτε την τελευταίαν λέξιν (πλην του στ. 1348) τα δ' ελαφρά άσματα έχουσι λαμπράν έξαρσιν. Ο Πενθεύς δεν είναι συμπαθής μάρτυς· υπάρχει δε και κάποιος πολεμικός τόνος εναντίον της καθαράς σκέψεως, ο οποίος φαίνεται πάντως προερχόμενος εξ' αυτού του ποιητού. Αι Βάκχαι συγκεφαλαιώνουσι τας σκέψεις του. Ο Ευριπίδης είχεν ανέκαθεν πολεμήσει την κοινήν δεισιδαιμονίαν· υπήρξε δε και ενάντιος της δογματικής φιλοσοφίας. Το δίδαγμα των Βακχών είναι αυτό το δίδαγμα του Ιππολύτου υπό μορφήν ισχυροτέραν. Ο λόγος είναι τι μέγα, αλλά δεν είναι το παν. Υπάρχουσιν εν τω κόσμω πράγματα ανεξάρτητα του λόγου, ήτοι και κατώτερα και ανώτερα αυτού· αφορμαί συγκινήσεων, τας οποίας αδυνατούμεν να εκφράσωμεν, τας οποίας τείνομεν να λατρεύσωμεν, τας οποίας ίσως αισθανόμεθα ότι είναι τα πολυτιμότατα στοιχεία της ζωής. Τα πράγματα ταύτα είναι θεοί ή μορφαί θεού, όχι μυθικοί θνητοί, αλλά πράγματα υπάρχοντα, πράγματα εντελώς μη ανθρώπινα και μη ηθικά, τα οποία φέρουσι τον άνθρωπον να μακαρίζη ή κατασπαράσση αδιακόπως την ιδίαν του ψυχήν· είναι θρησκεία, την οποίαν πρεσβεύουσι πολλοί· εκείνη, την οποίαν πολεμεί ο Τολστόης, την οποίαν άνδρες ως ο Paley και ο Bentham εζήτησαν να καταργήσωσι, την οποίαν ο Πλάτων απεδοκίμαζεν, αλλ' ηκολούθει. Ο Ευριπίδης έφθασεν εις τοιαύτην έκστασιν διά της αναμείξεως τολμηρού πραγματισμού και τολμηράς φαντασίας· πρέπει δε και να ενθυμώμεθα ότι έγραψε πολλά σχετικά προς την Ορφικήν θρησκείαν κατά την ασκητικήν και μυστικήν αυτής όψιν και αφιέρωσεν εις αυτήν ολόκληρον τραγωδίαν τους *Κρήτας, [όπου ο χορός παρερχόμενος έλεγεν (259

αγνόν δε βίον τείνω μεν αφ' ού
Διός Ιδαίου μύστης γενόμην
και νυκιτιπόλου Ζαγρέως . . .
τας τ' ωμοφάγους δαίτας τελέσας
μητρί τ' ορεία δάδας ανασχών,
μετά κουρήτων
βάκχος εκλήθην οσιωθείς ] (260).

Η διττή αυτή άποψις απομένει ως το κυριώτατον ίσως του Ευριπίδου χαρακτηριστικόν· είναι και αμείλικτος πραγματιστής· είναι δε συγχρόνως και ο μέγιστος ονειροπόλος, όν εγέννησεν η Αττική. Αναλύει, αποδεικνύει, συζητεί και κάποτε υποχωρεί, αλλ' όχι εκ δειλίας· απομακρύνεται του κόσμου και χάνεται «ηλιβάτοις υπό κευθμώσιν» {to the caverns that the Sun's feet tread} ή εις άλλους παραπλησίους τόπους, όπου τα πάντα είναι ωραία και καινοφανή, μελαγχολικά ίσως ως τα δάκρυα των αδελφών του Φαέθοντος, αλλ' ούτε μισητά, ούτε λυπηρά. Από των χρόνων του Ιππολύτου είχε πάντοτε μυστικάς τινας δοξασίας·

«Ό,τι του ζην φίλτερον άλλο
σκότος αμπίσχων κρύπτει νεφέλαις
του δ' ό,τι στίλβει κατά γην
δυσέρωτες δη φαινόμεθ' όντες
δι' απειροσύνην άλλου βιότου
κουκ απόδειξιν των υπό γαίας·
μύθοις δ' άλλως φερόμεσθα» .

{Whatever far-off state there may be that is dearer to man than life, Darkness has it in her arms and hides it in cloud. We are love-sick for this nameless thing that glitters here on the earth, because no man has tasted another life, because the things under us are unrevealed, and we float upon a stream of legend}

Ουδέν υπάρχει δράμα του Ευριπίδου, όπου κριτικός τις δεν δύναται να εύρη σπουδαία σφάλματα και κηλίδας· ίσως όσω χειρότερος κριτικός τόσω περισσοτέρα θα εύρη. Διότι ο Ευριπίδης δεν ήτο καθαυτά καλλιτέχνης. Ήτο άνθρωπος εκτάκτου διανοίας, δραματικής δυνάμεως, λεπτότητος, συμπαθείας, θάρρους και φαντασίας. Εξηρεύνησε τόσον εκ του πλησίον τον κόσμον και εξηγέρθη τόσον ανταρτικώς κατά των πραγμάτων, ώστε δεν ηδύνατο να παραγάγη ήρεμα και τέλεια έργα. Και όμως πολλοί θα συμμερίζωνται ό,τι είπεν ο Φιλήμων·

ει ταις αληθείαισιν οι τεθνηκότες
αίσθησιν είχον, άνδρες ως φασίν τίνες,
απηγξάμην αν ώστ' ιδείν Ευριπίδην (261).

{If I were certain that the dead had consciousness, I would hang myself to see Euripides}

Και τα αποσπάσματα των άλλων, των υποδεεστέρων, τραγικών βλέπε παρά Nauck Tr. Gr. Fr. Τούτων διεκρίνοντο κατά τον πέμπτον αιώνα, πλην των ήδη μνημονευθέντων Αγάθωνος και Κριτίου, Αρίσταρχος ο Τεγεάτης (σ 728), Νεόφρων ο Σικυώνιος ο γράψας Μήδειαν (σ. 729-732) Φιλοκλής ο νικήσας τον Σοφοκλή, διδάσκοντα τον Οιδίποδα τον τύραννον (σ. 759) κατά δε τον τέταρτον αιώνα ο Χαρήμων ο γράφων δράματα προς ανάγνωσιν (σ. 781) ο Μοσχίων (σ. 212) και προ πάντων ο Θεοδέκτης ο εκ Λυκίας, ποιητής και ρήτωρ ο μαθητής του Πλάτωνος και φίλος του Αριστοτέλους, ο δις επαινούμενος υπ' αυτού εν τη Ποιητική (Nauck σ. 801- 802)].

ΙΓ'

Κ Ω Μ Ω Δ I Α

Η ΠΡΟ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ


Η αρχαία κωμωδία, ανάπτυξις των φαλλικών ασμάτων των εορτών του τρυγητού και του θέρους, έλαβε καλλιτεχνικήν μορφήν εντός των δύο μεγάλων κέντρων της εμπορικής και λαϊκής κινήσεως, των Συρακουσών και των Αθηνών.

Η Σικελική κωμωδία φαίνεται ότι έλαμψε πρώτη· Ο ΕΠΙΧΑΡΜΟΣ παραδίδεται ότι ήκμαζε κατά τα 486, ελθών εκ της Κω, όπου εγεννήθη (262), πρώτον μεν εις τα Μέγαρα της Σικελίας, έπειτα δε εις τας Συρακούσας. Αλλά τα λείψανα των κωμωδιών του είναι ολιγοστά, συγκρινόμενα προς την μεγάλην αυτού φήμην, και είναι δύσκολον να σχηματίσωμεν καθαράν περί αυτού ιδέαν. Ο Επίχαρμος ήτο κωμικός ποιητής και φιλόσοφος, πιθανώς Πυθαγορίζων [όθεν ο Έννιος ωνόμασε διδακτικόν του ποίημα «Επίχαρμον»}. Αι δε κωμωδίαι του είναι άλλαι μεν παρωδίαι ηρωικών μύθων, ως ο *Κύκλωψ, ο *Βούσιρις, ο *Προμηθεύς, ομοιάζουσαι προς τα σατυρικά δράματα των Αθηνών, και τας παραπλησίας κωμωδίας του Κρατίνου, λ. χ. τον *Οδυσσέα και τον *Χείρωνα άλλαι δε, ως ο * Αγροστίνος και οι *Θεαροί ήσαν μίμοι, παριστώντες σκηνάς του καθημερινού βίου. Επί του πεδίου τούτου είχεν αντίπαλον τον ΣΩΦΡΟΝΑ, ο οποίος έγραψε «μίμους γυναικείους» και «μίμους ανδρείους» και εκληροδότησεν εις ημάς ονόματα κωμωδιών, όπως τον *Θυννοθήραν, τον *Άγγελον, και * Ακεστρίας και την *Πενθεράν. Το τρίτον είδος των έργων του Επιχάρμου ήτο κάπως φιλοσοφικόν, όπως η συζήτησις μεταξύ «Λόγου και Λογίνας », δηλ. πιθανώς αρσενικού και θηλυκού λόγου. Τέλος έγραψε και αυστηρώς φιλοσοφικόν ποίημα, το *περί Φύσεως· λέγεται ότι αι κωμωδίαι του ήσαν γοργαί και κεκινημέναι αλλά τα σωζόμενα αποσπάσματα φαίνονται ζωηρά βεβαίως ένεκεν άλλων ιδιοτήτων, δηλαδή διά το πρωτότυπον της εννοίας ή το γραμματικώς παράδοξον. Έξοχος είναι η περιγραφή παρασίτου (263)· η λέξις είναι μεταγενεστέρα, αλλά παράσιτοι υπήρχον και τότε. Είναι δε περίεργον ότι κάμνει λογοπαίγνια, όλως απερικάλυπτα, καθώς [εν τω *Λόγω], όπου ο Ζευς ελέγετο « Πέλοπι γ' έρανον εστιών», ο δε ακούων αντί του «γ' έρανον» ήτοι συμπόσιον, «γέρανον», νομίζει ότι ο Ζευς παρέθεσεν εις τον ξένον του γερανόν. Χαρακτηριστικός διάλογος είναι ο ακόλουθος [παρ' Αθηναίω Β' σ. 36]

Α. εκ μεν θυσίας θοίνα,
εκ δε θοίνας πόσις εγένετο. Β. χαρίεν ως γ' εμίν δοκεί
Α. εκ δε πόσιος κώμος, εκ κώμου δ' εγένεθ' υανία
εκ δ' υανίας δίκα, 'κ δίκας δ' εγένετο καταδίκα
εκ δε καταδίκας πέδαι τε και σφαλάς και ζημία.

{A. After the sacrifice came a feast, and after the feast a drinking-party. B. That seems nice. A. And after the drinking-party a revel, after the revel a swinery, after the swinery a summons, after the summons a condemnation, and after the condemnation fetters and stocks and a fine!}

Παροιμιώδεις δε απέμειναν οι στίχοι του

Νόος ορή και νόος ακούει· τάλλα κωφά και τυφλά.

{ Mind hath sight and Mind hath hearing; all things else are deaf and blind }

Νάφε και μέμνασ' απιστείν· άρθρα ταύτα ταν φρενών.

{ Be sober, and remember to disbelieve: these are the sinews of the mind! }

Των πόνων πωλούντι πάντα ταγάθ' αμίν τοι θεοί (264).

Η αττική κωμωδία ανεπτύχθη κατ' άλλον τρόπον, από δε του 460 π. Χ. και εξής ηκολούΘησε τα βήματα της τραγωδίας. Το σχέδιον αυτής φαίνεται συγκείμενον εκ δυο μερών, εχόντων την «παράβασιν» εν τω μέσω. Δηλαδή πρώτον μεν παρέχεται γενική ερμηνεία της υποθέσεως και των προσώπων· έπειτα δε γίνεται η «παράβασις» του όλου χορού, του οποίου ο ηγεμών αντιπροσωπεύων τον ποιητήν, ομιλεί περί ζητημάτων της ημέρας· κατόπιν έπεται σειρά κωμικών σκηνών, αίτινες άνευ τάξεως ή μεθόδου παριστώσι τα επακόλουθα των εν τω πρώτω μέρει τεθέντων· το τέλος δε είναι κώμος, ήτοι διασκεδαστικόν άσμα συνοδεύον την έξοδον των υποκριτών. Παραδείγματος χάριν, το πρώτον μέρος της αρχαιοτάτης των σωζομένων κωμωδιών, των Αχαρνέων του Αριστοφάνους, — τότε το όλον είχε καταστή δραματικόν, — εξηγεί πώς ο ήρως κατώρθωσε να συνάψη ιδιαιτέρως ειρήνην μετά των Πελοποννησίων· έπεται δε η παράβασις και κατόπιν σειρά σκηνών ασυνδέτων, αι οποίαι παριστώσι πώς διασκεδάζει, απολαύων της ειρήνης, ο ήρως μετά της οικογενείας του κατ' αντίθεσιν προς τους λοιπούς πολίτας.

Περί των αρχαιοτάτων κωμικών ποιητών — Χιωνίδου, Εκφαντίδου και Μάγνητος — ολίγα είναι γνωστά (265). Πρώτος αξιόλογος κωμικός είναι ο ΚΡΑΤΙΝΟΣ, ο οποίος εκωμώδησε τον Περικλή, — «τον σχινοκέφαλον Δία» «τον υιόν της στάσεως και του πρεσβυγενούς Κρόνου» { the child of Cronos and Double-dealing } — καθώς ο Αριστοφάνης εμαστίγωσε τον Κλέωνα. Οι κριτικοί εθεώρουν αυτόν απαραμίλλως δυνατόν, αλλά και υπερβολικά πικρόν. Ο δε Αριστοφάνης συχνά τον αναφέρει· ως χείμαρρος, λέγει, «παρασύρων εφόρει τας δρυς και τας πλατάνους και τους εχθρούς προθελύμνους ». { like a mountain-torrent, sweeping down houses and trees and people who stood in his way! } Ο Κρατίνος ήτο μεμυημένος Ορφικός, και έφαγε κρέας Βακχείου ταύρου (266), ήτο δε και κατά την νεωτέραν έννοιαν οπαδός του Βάκχου. Ο Αριστοφάνης εν τοις Ιππεύσιν (424) εδείκνυεν αυτόν ως «παραληρούντα» γέροντα, αλλά το σκώμμα εξήγειρε τον γηραιόν πότην. Το επόμενον έτος εδίδαξε την * Πυτίνην (το φλασκί) φανεράν διακωμώδησιν εαυτού, όπου η σύζυγός του Κωμωδία τον έσωζεν εκ των αγκαλών της απίστου Πυτίνης. Έτυχε τότε των πρωτείων, ενώ ο Αριστοφάνης ήλθε τελευταίος. Αλλ' ήτο ήδη ερείπιον και απέθανε περί το 421. Είς των τριών υποκριτών του ήτο ο ΚΡΑΤΗΣ, ο οποίος και έγραψεν επιτυχείς κωμωδίας, διεκρίθη δε ως πρώτος παραστήσας μεθύοντας επί της σκηνής (267).

Ο ΦΕΡΕΚΡΑΤΗΣ, ο λαβών τα πρωτεία κατά τα 437, ήτο αξιόλογος αλλά βαρύς κωμικός, εάν κρίνωμεν εκ των πολυαρίθμων αυτού αποσπασμάτων. Εξέλεγε καλυτέρας υποθέσεις ή οι σύγχρονοί του και επλησίαζε μάλλον προς την νέαν κωμωδίαν· ούτως επραγματεύετο κοινωνικά θέματα, καθώς την ακολασίαν των δούλων και την φιλοποσίαν των εταιρών· επολέμησε δυνατά τον ΤΙΜΟΘΕΟΝ και τον νέον τρόπον της μουσικής (268)· φαίνεται δε προς τούτοις ότι έτεινεν, όπως κατόπιν ισχυρότερον ο Αριστοφάνης, εις ποίησιν κωμωδιών υποκειμένων εντός φανταστών τόπων μακαριότητος π.χ. οι *Μεταλλείς αυτού παρίστανον χρυσούν τινα αιώνα, υπάρχοντα εντός του βάθους ή υποκάτω της γης, πιθανώς δε και οι * Μυρμηκάνθρωποι κάτι παρόμοιον. Μόνον δε μίαν πολιτικήν κωμωδίαν γινώσκομεν αυτού, πικράν διακωμώδησιν του Αλκιβιάδου (269).

Ο ΕΥΠΟΛΙΣ είναι ο τα μέγιστα επαινούμενος των συγχρόνων του Αριστοφάνους. Χαρακτηριστικόν αυτού ήτο η χάρις, κατ' αντίθεσιν προς την δύναμιν και την δριμύτητα του Κρατίνου και τον συγκερασμόν των αρετών τούτων υπό του Αριστοφάνους· οι τρεις ούτοι απετέλουν τον εν Αλεξανδρεία κανόνα των [αρχαίων] κωμικών ποιητών. Ελέγετο δε ότι ο κατά την εν Ελλησπόντω μάχην θάνατος του Ευπόλιδος έδωκεν αφορμήν όπως η πόλις απαλλάξη τους ποιητάς από της στρατείας. Τα πολιτικά του φρονήματα κατ' αρχάς εταυτίζοντο τόσον προς τα του Αριστοφάνους, ώστε και συνειργάσθησαν οι δύο εις την δριμυτάτην των σωζομένων κωμωδιών, τους Ιππέας, έπειτα δε κατηγόρει ο είς τον άλλον ως λογοκλόπον. Η κωμωδία εκείνη εστηλίτευε τον Κλέωνα, τον δε * Μαρικάν έγραψεν ο Εύπολις εναντίον του Υπερβόλου· εν τοις *Δήμοις έλεγε πολλά τα καλά περί του Περικλέους ως ρήτορος (απόσπ. 94), αλλά τούτο συνέβαινε μετά τον θάνατον εκείνου και πιθανώς δεν είχε πολλήν σημασίαν· προς εξευτελισμόν του Κλέωνος ήτο χρήσιμος ο έπαινος του Περικλέους, καθώς και προς εξευτελισμόν του Υπερβόλου ήτο χρήσιμος ο έπαινος του Κλέωνος. Η κωμωδία ήτο θεσμός υπερδημοκρατικός, ως παρετήρησεν ο Ολιγαρχικός ο γράψας την Αθηναίων πολιτείαν και όμως πάντες οι κωμικοί έχουσιν αριστοκρατικάς τάσεις. Λόγος τούτου είναι εξ ενός μεν ο σκοπός της κωμωδίας, ο οποίος είναι σκώμμα και όχι έπαινος· εάν οι κωμικοί ήσαν ευχαριστημένοι εκ των πολιτικών, θα έγραφον περί άλλου θέματος, δυσαρέστου· εξ άλλου δε συνεμερίζοντο τα φρονήματα των ανεπτυγμένων. Αλλ' ο Εύπολις πλέον φιλελεύθερος παρά τον Αριστοφάνη. Ο μεν Αριστοφάνης ουδέποτε φαίνεται κωμωδήσας πλουσίους· ο δ' Εύπολις έγραψε τους *Κόλακας εναντίον του Καλλίου και των παρασίτων του και τους *Βάπτας εναντίον του Αλκιβιάδου. Η κωμωδία αυτή παρίστανε μίαν των τότε συνήθων μυστικών και ενθουσιαστικών λατρειών, την λατρείαν της θεός Κολυττούς· μία των τελετών εκείνων ήτο και το βάπτισμα, αρχή δε ήτο το απόρρητον, όπερ παρέβλαψε την υπόληψιν των οπαδών διότι ο Ελληνικός λαός απέδιδε τα χείριστα ελατήρια εις τους έχοντας απόρρητον θρησκείαν ή προσευχομένους χαμηλοφώνως (270).

Ο ΦΡΥΝΙΧΟΣ ο Ευνομίδου, όστις ενίκησε το πρώτον κατά τα 429, και ο ΠΛΑΤΩΝ, του οποίου ουδεμίαν γινώσκομεν κωμωδίαν παλαιοτέραν του 405, αποτελούσι την γέφυραν την άγουσαν εις την νέαν Κωμωδίαν, ήτις ανεπτύχθη κατά τον τέταρτον αιώνα. Ο *Μονότροπος του Φρυνίχου είναι παράδειγμα δράματος αποτυχόντος επειδή εδιδάχθη είκοσι περίπου έτη πριν ή το κοινόν παρασκευασθή προς τούτο. Καθαρώς πολιτικήν κωμωδίαν του Φρυνίχου δεν έχομεν καμμίαν. Του δε Πλάτωνος γινώσκομεν *Υπέρβολον, *Κλεοφώντα, και *Συμμαχίαν, αναφερομένην εις συνένωσιν του Νικίου, του Φαίακος και του Αλκιβιάδου προς εξοστρακισμόν του Υπερβόλου (271).

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΥΔΑΘΗΝΑΙΕΥΣ
(περίπου 450 μέχρι 385 π. Χ.)


Αλλ' ο πρωτεύων ποιητής της αρχαίας κωμωδίας ήτο ο ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ· καθόσον δ' εξάγεται εκ της συγκρίσεως των σωθέντων αποσπασμάτων των άλλων κωμικών, ήτο πράγματι άξιος, των εξόχων του επιτυχιών, πλεονεκτών του Κρατίνου κατά το κομψόν ύφος, ευτυχήσας δε να ζήση περισσότερον του Ευπόλιδος. Ο ποιητής είχεν αγρόν εν Αιγίνη, δεν υπάρχει δε λόγος να αμφιβάλλωμεν, ότι ήτο γνήσιος Αθηναίος πολίτης, καίτοι στίχοι τινές του Ευπόλιδος (απόσπ. 357) παραπονουμένου διά την επιτυχίαν των ξένων, υπετέθησαν ότι αναφέρονται εις αυτόν. Ήρχισε δε να γράφη νεώτατος· ο ίδιος εξηγεί διατί το πρώτον του έργον, τους * Δαιταλέας, εδίδαξε διά του πρεσβυτέρου του φίλου, του υποκριτού Καλλιστράτου· πρώτον μεν διότι ήτο πολύ νέος, ίσως νεώτερος ή ώστε να ελπίζη να λάβη χορόν παρά του άρχοντος· έπειτα δε διότι δεν είχεν αρκετήν πείραν ώστε να διδάξη τον χορόν, καίτοι έγραψε το δράμα. Ο τρόπος ούτος της διδασκαλίας κατήντησε σχεδόν έξις του Αριστοφάνους. Εδίδαξε τους * Δαιταλέας, τους * Βαβυλωνίους, τους Αχαρνέας, τους Όρνιθας και την Λυσιστράτην υπό το όνομα του Καλλιστράτου, τους δε Σφήκας, τον *Αμφιάρεων και τους Βατράχους υπό το όνομα του Φιλωνίδου. Δηλαδή οι άνθρωποι εκείνοι είχον την ενόχλησιν να διδάξουσι τον χορόν και την ευχαρίστησιν να λάβουσι την χορηγίαν της πόλεως διά την διδασκαλίαν. Ήκουον επίσης τα ονόματα των ανακηρυσσόμενα ως ποιητών, αν και πάντες εγνώριζον ότι δεν ήσαν. Οιουσδήποτε χρηματικούς συνδυασμούς και αν έκαμνεν ο ποιητής, ο τρόπος ούτος εσήμαινεν ότι παρεχώρει χρήματα, διά ν' απαλλάσσεται φροντίδων· εάν ήδη συνδυάσωμεν και τον εν Αιγίνη αγρόν και την γενικήν προς τους πτωχούς αδιαφορίαν του, δυνάμεθα να πιστεύωμεν ότι ο Αριστοφάνης ήτο πλούσιος· είχε τας προκαταλήψεις και το θάρρος ευπόρου ανθρώπου. Η πρώτη του κωμωδία, οι *Δαιταλής (427 π. Χ.) ήτο επίθεσις κατά της ανωτέρας παιδείας των χρόνων εκείνων, την οποίαν, εννοείται, παρίστανεν ως ανήθικον. Ο πρωταγωνιστής ήτο πατήρ δύο υιών, ενός εναρέτου και εμμένοντος εις τα παλαιά, και ενός φαύλου και νεωτεριστού. Ο νεαρός ποιητής έλαβε το δεύτερον άθλον και κατευχαριστήθη. Το επόμενον έτος (426) προσέβαλε δριμύματα, αλλ' όχι και μετά της προφυλάξεως του Ολιγαρχικού του γράψαντος την Αθηναίων πολιτείαν, το σύστημα της προς τους συμμάχους σχέσεως· η κωμωδία ωνομάζετο * Βαβυλώνιοι, ο δε χορός συνέκειτο εκ των συμμάχων παριστωμένων ως δούλων, οίτινες αλέθουσι χάριν του κυρίου αυτών Δήμου. Ο ποιητής εξέλεξε προς διδασκαλίαν της κωμωδίας τα εαρινά Διονύσια, ότε αντιπρόσωποι των συμμάχων [φέροντες τους φόρους] ήσαν παρόντες εν Αθήναις, ούτω δε προεκάλεσε σκάνδαλον και κατηγορήθη υπό του Κλέωνος, πιθανώς επί προδοσία. Αλλ' αγνοούμεν την απόφασιν. Εν τη παραβάσει των Αχαρνέων ο Αριστοφάνης δικαιολογείται διά την αδιακρισίαν του εκείνην και παρατηρεί προς τον Κλέωνα·

το γαρ ευ μετ' εμού και το δίκαιον ξύμμαχον έσται [στ. 660] *

Έκτοτε τα εν οίκω εξέθετε μόνον εις τα Λήναια, τα τελούμενα κατά Φεβρουάριον, δηλαδή προ του χρόνου, καθ' όν συνήθως οι ξένοι ήρχοντο εις τας Αθήνας.

Οι Αχαρνής εδιδάχθησαν κατά τα Λήναια του 425· είναι η παλαιοτάτη των σωζομένων κωμωδιών και αληθώς ωραία. Ο κύριος αυτής σκοπός είναι πολιτικός και απευθύνεται κατά του Κλέωνος και του Λαμάχου, ως αντιπροπώπων της πολεμικής μερίδος· αλλ' ο ποιητής προσβάλλει τον φοβερόν του αντίπαλον μετά τινος προσοχής, ενώ παρεκβαίνει του δρόμου του, διά να πατάξη τον Ευριπίδην, τον οποίον αναμφιβόλως και διά των Διαιταλέων είχε κηρύξει ως αίτιον της τότε διαφθοράς. Ουδεμία αφορμή προσωπικής έχθρας των δύο ποιητών είναι γνωστή· αλλ' είναι βέβαιον ότι ο Αριστοφάνης πολύ περισσότερον των άλλων κωμικών είχε διαρκώς κατά νουν τον Ευριπίδην. Ίσως διέκρινεν ότι ο Ευριπίδης περισσότερον παντός άλλου έβλεπε πόσον ενίοτε ταπειναί και ψευδείς ήσαν αι κωμικαί του επίνοιαι. Αλλ' είναι παράδοξον ότι ο Αριστοφάνης πρώτον μεν εμιμείτο πολύ τον Ευριπίδην, — τόσον ώστε ο Κρατίνος έπλασε ρήμα «ευριπιδαριστοφανίζειν» διά να χαρακτηρίση το ύφος και των δύο — έπειτα δε, καθόσον βλέπομεν εκ των παρωδιών του, ανεγίνωσκε τόσον πολύ τα έργα του τραγικού, ώστε επί τέλους τα είχεν αποστηθίσει.

Κατά τα 424 ο Αριστοφάνης ευφράνθη, διδάξας τους Ιππέας. Η υπόθεσις είναι ότι ο οξύχολος γέρων Δήμος έπεσε καθ' ολοκληρίαν εις τα δίκτυα του πανούργου Παφλαγόνος δούλου του· οι δε δύο οικιακοί του δούλοι λαβόντες χρησμόν του Βάκιδος, βλέπουσιν ότι τέσσαρες «-πώλαι» θα γίνωσι κύριοι των πραγμάτων, έκαστος καταβαλλόμενος υπό του χειροτέρου. Μετά τον στυππειοπώλην και τον προβατοπώλην ήλθεν η σειρά του βυρσοπώλου Παφλαγόνος, αλλά τούτον θα εκβάλη ποίος; Ο αλλαντοπώλης! «ω Πόσειδον της τέχνης!» φωνάζει κατευχαριστημένος ο δούλος και ιδού, αμέσως επιφαίνεται χονδρός πλανόδιος αλλαντοπώλης, κρατών τα σκεύη του και κοιλίας. Οι δύο δούλοι του αναγγέλλουσι ποία μεγάλη τύχη τον περιμένει. Το λοιπόν της κωμωδίας είναι η σφοδροτάτη πάλη μεταξύ του βυρσοπώλου και του αλλαντοπώλου, όπου ο βυρσοπώλης ηττάται ακριβώς εις τας ιδικάς του τέχνας, την ψευδολογίαν, την επιορκίαν, την κλοπήν και την αναίδειαν [ανακράζων (1206)

οίμοι, κακοδαίμων, υπεραναιδευθήσομαι].

Ευνόητον είναι ότι ο Παφλαγών είναι ο Κλέων, όστις είχε βυρσοδεψείον· οι δύο δούλοι είναι ο Νικίας και ο Δημοσθένης· οι προηγούμενοι -πώλαι είναι πιθανώς ο Λυσικλής και ο Ευκράτης. Αλλ' ο ποιητής ομολογεί ότι κατ' αρχάς δεν εύρισκεν υποκριτήν να υποδυθή τον Κλέωνα, και κατόπιν, αφού ανέλαβεν ο ίδιος την υπόκρισιν, ότι οι σκευοποιοί δεν ήθελον να κατασκευάσωσι προσωπείον, εικονίζον τον Κλέωνα. Η κωμωδία είναι τέλειον πρότυπον αφροντίστου και ακολάστου γλώσσης. Και όμως είναι θαυμασίως κωμική, περί δε το τέλος, όπου υπάρχει κάποια σκηνή μεταμορφώσεως, όπου δηλαδή ο αλλαντοπώλης γίνεται καλός και ο Δήμος επανέρχεται εις τα λογικά του, υπάρχει δόσις ευγενούς φιλοπατρίας. Η επίθεσις δεν είναι δηλητηριώδης ουδέ καν επιζημία. Δεν θα εμπόδισε δηλαδή πολύ τον Κλέωνα από του να καταλάβη οιανδήποτε άλλην αρχήν. Αλλ' είναι κατακλυσμός πηλού προς ανταποδόσιν της κατηγορίας του 426. Τοιαύτη κωμωδία, αφού πλέον έγινε δεκτή υπό του άρχοντος και δεν διεκόπη υπό λαϊκού θορύβου, ήτο επόμενον ότι θα είχε θριαμβευτικήν επιτυχίαν· και πράγματι οι Ιππής έλαβον τα πρωτεία.

Το επόμενον έτος υπήρξεν αντίδρασις. Αι Νεφέλαι διασύρουσαι την νέαν εκπαίδευσιν, την οποίαν αντιπροσωπεύει ο Σωκράτης, ηττήθησαν υπό της * Πυτίνης του «παραληρούντος» Κρατίνου και του *Κόννου του Αμειψίου. Εν τη δευτέρα εκδόσει των Νεφελών, η οποία και διεσώθη, ο Αριστοφάνης παραπονείται διά την ήτταν ταύτην, θεωρών τας Νεφέλας ως την καλλίστην των κωμωδιών του. Πλην της παραβάσεως, και δύο σκηναί των σωζομένων Νεφελών λέγεται ότι έλειπον εκ της πρώτης εκδόσεως, ο διάλογος μεταξύ Δικαίου και Αδίκου λόγου και το ζωηρόν τέλος, όπου πυρπολείται το φροντιστήριον του Σωκράτους. Το σωζόμενον δράμα είναι προδήλως ατελείωτον και ασυνάρμοστον, αλλά η προς τον ήρωα συμπάθεια των μεταγενεστέρων το έκαμε το περιφημότατον ίσως του Αριστοφάνους έργον. Η επίνοια ότι ο γέρων Στρεψιάδης επιζητεί να διδαχθή παρά σοφιστού τον καλύτερον τρόπον διά να μη πληρώση τα χρέη του, πράγματι δεν είν' ευφυής· τοιουτοτρόπως η κωμωδία έχει μεν ωραίον ύφος, πάντοτε πρόχειρον εις τον Αριστοφάνη, και πολλήν αστειότητα εις μερικάς σκηνάς, αλλ' όμως είναι κάπως χλιαρά. Φαίνεται δε ότι τότε ο Σωκράτης θα είχε προσελκύσει την κοινήν προσοχήν, διότι ήτο ήρως και του * Κόννου. Εκεί ο Αμειψίας τον περιέγραφεν ως πτωχόν, πεινώντα, ρακένδυτον· (απόσπ. 9. Kock].

τούτο το κακόν των σκυτοτόμων κατ' επήρειαν γεγένηται
ούτος μέντοι πεινών όντως, ουπώποτ' έτλη κολακεύσαι.

{ who 'insulted the bootmakers' by his naked feet, but nevertheless ' never deigned to flatter.' }

Η γελοιογραφία αυτή βεβαίως είναι πλησιεστέρα προς το πρωτότυπον ή ο σοφιστής των Νεφελών, ο έχων μεν χαρακτηριστικά τινα του αληθινού Σωκράτους, αλλά και πάντα όσα εκείνος απεδοκίμαζε σφοδρώς, δηλαδή την αθεΐαν του Διαγόρου, την γραμματικήν του Πρωταγόρου, την αστρονομίαν και την φυσικήν του Διογένους του εξ Απολλωνίας. Οπωσδήποτε η εικών είναι πιθανώς τόσον πιστή όσον και η του Κλέωνος, του Αγάθωνος, του Κλεωνύμου και πολύ ολιγώτερον κακόβουλος.

Κατά τα 422 ο Αριστοφάνης επανήλθε και πάλιν εις τα συνήθη πολιτικά. Οι Σφήκες είναι διασυρμός της μανίας των Αθηναίων να κάθωνται ως δικασταί και να δικάζωσιν. Αύτη διά πολλούς θα ήτο βεβαίως διασκέδασις· διότι υπήρχεν αρκετή περιεργία και συναίσθησις δυνάμεως. Αλλ' είναι δύσκολον να πιστεύσωμεν έστω και περί του τέλους του πέμπτου π. Χ. αιώνος ότι αι πλείσται διαφοραί εξωμαλύνοντο διά της δικαιοσύνης και ελάχισται διά της βίας. Ουδέ πρέπει να υποθέσωμεν ότι ο Αριστοφάνης επεθύμει πραγματικώς επάνοδον εις την παλαιάν μέθοδον, την οποίαν η ανάπτυξις του Αθηναϊκού νόμου είχε καταργήσει. Οι Σφήκες έτυχον του πρώτου πιθανώς άθλου· ο πολιτικός αυτών σκοπός διαφαίνεται εις τα ονόματα του ανοήτου γέροντος δικαστού, ο οποίος καλείται Φιλοκλέων, και του φρονίμου υιού του, ο οποίος λέγεται Βδελυκλέων, δηλαδή βδελυσσόμενος τον Κλέωνα. Και η πλαστή δίκη, η γινομένη χάριν του Φιλοκλέωνος, είναι ευεξήγητον αίνιγμα. Ο « κύων Λάβης» κατηγορείται υπό άλλου κυνός Κυδαθηναιέως, ότι έφαγε «τυρόν πολύν», ακριβώς όπως ο στρατηγός Λάχης είχε κατηγορηθή υπό του Κλέωνος του Κυδαθηναιέως διά νοσφισμόν. Αι εκρήξεις των αισθημάτων του Φιλοκλέωνος, της αγανακτήσεως και του οίκτου, φαίνονται ως καλαί παρωδίαι των συνήθων τρόπων των Αθηναίων δικαστών. Η περίφημος απομίμησις του Ρακίνα Les Plaideurs δεν αντισηκώνει εντελώς διά της καλυτέρας οικονομίας της την έλλειψιν φυσικότητος. Τα ήθη των Σφηκών ήσαν ουσιωδώς τα του καιρού εκείνου.

Τω 421 [κατά τας παραμονάς της Νικιείου ειρήνης] ο Αριστοφάνης εδίδαξε την Ειρήνην, ήτις είναι rechauffé των Αχαρνέων την μεγάλην χάριν ότι αρχίζει διά παρωδίας του *Βελλεροφόντου του Ευριπίδου. Ο ήρως, αφού δεν έχει Πήγασον, όπως ο Βελλεροφόντης, ιππεύει κάνθαρον — το μέγα έντομον, όπερ βλέπομεν εις τους αμμώδεις τόπους της Ελλάδος και της Ιταλίας να κυλίη ακαθαρσίας — και πετά εις τον ουρανόν, ενώ οι δούλοι και αι κόραι του ζητούσι να τον εμποδίσωσι. Η Ειρήνη έλαβε τα δευτερεία.

Μετά το 421 ακολουθεί χάσμα επτά ετών μεταξύ των σωθέντων έργων του Αριστοφάνους. Δυνάμεθα δε να εικάσωμεν ότι κατά το διάστημα εκείνο εδιδάχθη το *Γήρας, όπου οι γέροντες εγίνοντο πάλιν νέοι, και ο * Αμφιάρεως, όπου κάποιος πηγαίνει εις το εν Ωρωπώ ιερόν του ήρωος διά να ίδη όνειρον· το αυτό περίπου πράγμα διακωμωδείται εν τω Πλούτω μετά πολλά έτη. Εκ των σωζομένων ακολουθούσιν ήδη (412 π. Χ.) οι Όρνιθες, το αδιαφιλονίκητον αριστούργημα του Αριστοφάνους· διότι είναι περισσότερον κωμικόν, περισσότερον περίεργον, πλέον ευφάνταστον και λυρικώς ωραιότερον παρά οιονδήποτε άλλο έργον του. Είναι αποκάλυψις του θαυμασίου ύψους, όπου ηδύνατο ν' αναβή παρά πάσαν την χονδρότητά της η αρχαία κωμωδία. Ελατήριον αυτής είναι ο κοινός πόθος της διαφυγής εκ των βασάνων της πραγματικότητος εις τόπον εντελώς ανόμοιον. Δύο Αθηναίοι, ο Πισθέταιρος και ο Ευελπίδης, αναλογιζόμενοι, ότι ο Τηρεύς πριν να μεταμορφωθή εις έποπα και γίνη βασιλεύς των πτηνών, ήτο βασιλεύς των Αθηνών — η παράδοσις καθιερώθη υπό του Σοφοκλέους και άλλων τραγικών — αποφασίζουσι να εύρωσι τον Έποπα και να κτίσωσι μεγάλην πόλιν πτηνών. Ο Πισθέταιρος είναι τύπος νοστιμώτατος, προσαρμοζόμενος προς πάσαν περίστασιν και πείθων πάντα διαφωνούντα. Εξεγείρει τον μελαγχολικόν Έποπα, πείθει τα εξαφνιζόμενα και οργιζόμενα πτηνά· μανθάνει πώς να πτερωθή· ιδρύει πολιτείαν, δημόσια οικήματα, οχυρώματα· δέχεται και απορρίπτει πλείστους αιτουμένους εγγραφήν εις τους πολίτας, π. χ. ένα ποιητήν και ένα «πατραλοίαν» δέροντα τον πατέρα του, — αρχαίον τύπον ισοδύναμον, ως φαίνεται, προς τον δέροντα την γυναίκα του, — αποδιώκων δε ένα χρησμολόγον, ένα «επίσκοπον» και ένα γεωμέτρην. Αλλ' εν τω μεταξύ η νέα πόλις έχει αποκλείσει την μεταξύ ουρανού και γης συγκοινωνίαν και στερήσει τους θεούς την κνίσαν. Η άγγελος αυτών η Ίρις συλλαμβάνεται διότι άνευ άδειας επέρασεν εις την πόλην των πτηνών και ο Πισθέταιρος την αποδιώκει κακήν κακώς. Επί τέλους αναγκάζονται να προτείνωσιν όρους. Αλλά κάποιος λιποτάκτης έρχεται εις τον Πισθέταιρον· είναι ο Προμηθεύς, ο εχθρός του Διός, συγκαλυπτόμενος από των θεών διά σκιαδείου, — μιας μεγάλης ομβρέλλας· πού ηδύνατο να φθάση η ευθυμία των παλαιών! — και γνωστοποιεί εις αυτόν την αδυναμίαν των θεών. Η κατόπιν ερχομένη πρεσβεία περιλαμβάνει ένα φρόνιμον, τον Ποσειδώνα, ένα βλάκα, εξαγοραζόμενον διά της υποθέσεως καλού δείπνου, τον Ηρακλή, και ένα μωρόν τον Τριβαλλόν, ο οποίος δεν ημπορεί να συνεννοηθή και δεν εννοεί τι ψηφίζει. Ο Ζευς παραχωρεί εις τα πτηνά το σκήπτρον του κόσμου και δίδει εις τον Πισθέταιρον την ωραίαν κόρην του την Βασιλείαν και ούτως η Νεφελοκοκκυγία αναγνωρίζεται διά παντός. Υποδεέστερος ποιητής θα ενόμιζεν ότι έπρεπε να πλάση λυπηρόν τέλος· αλλ' οι κανόνες της κωμωδίας απηγόρευον αυτό, ο δε Αριστοφάνης ουδέποτε διστάζει εις τας επινοίας του. Η κωμωδία δεν έχει πολλούς πολιτικούς υπαινιγμούς. Το κόμμα του Αριστοφάνους τότε θα ήτο πιθανώς ευχαριστημένον, εάν κατώρθωναν να κωλύσωσι την πόλιν να πέμψη νέας επικουρίας εις την Σικελίαν, όπου κατ' εκείνους ακριβώς τους μήνας ο στρατός εσήπετο υπό τα τείχη των Συρακουσών. Αλλά η όλη κωμωδία εμποδίζει την σκέψιν περί τοιούτων οχληρών πραγμάτων· και ηττήθη μεν υπό των *Κωμαστών του Αμειψίου, αλλά φαίνεται ότι αφήκε πολύ κέντρον, διότι ταχέως ο Άρχιππος έγραψεν απομίμησιν αυτής, τους *Ιχθύς.

Αι δύο επόμεναι των σωζομένων κωμωδιών εγράφησαν υπό τον φόβον της ολιγαρχίας του 411. Τα πολιτικά τότε ήσαν επικίνδυνα, ο δε Αριστοφάνης προσπαθεί ν' αντισηκώση, την έλλειψιν αυτών διά τολμηράς ασεμνολογίας. Η Λυσιστράτη θα ήτο καλλίστη κωμωδία· η ηρωίνη είναι πραγματικός τύπος, είδος θηλυκού Πισθεταίρου μετά υψηλοτέρων αρχών και ολιγωτέρας ευθυμίας. Η βάσις του έργου — η απεργία των γυναικών και η άρνησις αυτών να έλθωσιν εις οιανδήποτε σχέσιν προς τους συζύγους των, αν μη συνάψωσιν ειρήνην — ήτο δεκτική πολλών τρόπων διεξαγωγής· το δε περίεργον είναι ότι ο Αριστοφάνης, ενώ φαίνεται γελωτοποιών τας γυναίκας, ήτο θερμός φίλος αυτών. Αι αστειολογίαι, τας οποίας κάμνει το «ανώτερον» φύλον εις βάρος του «κατωτέρου» — διά να μεταχειρισθώμεν τα ρωμαϊκά των ονόματα — σπανίως διακρίνονται διά την αβρότητα ή την λεπτότητα. Εκ φυσικής ευθυμίας ο Αριστοφάνης ηγάπα να προσάπτη εις οιονδήποτε ό,τι του κατέβαινεν εις τον νουν. Και όμως εξαιρουμένης της περισσής φιλοποσίας, την οποίαν αποδίδει εις τας γυναίκας — τοιούτοι πότοι θα ωμοίαζον προς τα ιδικά μας δειλινά τέια — εν τω συνόλω παριστάνει αυτάς πολύ κοσμιωτέρας παρά τους άνδρας. Εννοείται ότι η χειραφεσία των γυναικών ήτο μία των τότε ιδεών· περί αυτής δ' έγραψε δύο κωμωδίας ο Αριστοφάνης και ανά μίαν οι δύο άλλοι κωμικοί, ο Αμφις και ο Άλεξις. Και ταύτα, πριν ακόμη ο Πλάτων εκφράση την περιβόητόν του γνώμην και οι κυνικοί αρχίσωσι τα υπέρ των γυναικών κηρύγματά των. Ήτο φυσικόν του Αριστοφάνους ν' αρπάζη και επιπολαίως να πραγματεύεται πολλάς των προηγμένων θεωριών του καιρού του· εάν ενεβάθυνε περισσότερον, θα απεικόνιζε τα πράγματα σπουδαιότερα και θα εχάλα το έργον του. Διά τούτο πάντοτε αποσύρεται πριν εννοήση πολλά και χρησιμοποιεί οσαδήποτε γνωρίζει και όσα οπωσδήποτε συμπαθεί διά ν' αλατίση τα σκώμματά του.

Αι Θεσμοφοριάζουσαι, γραφείσαι κατά το αυτό έτος και υπό τας αυτάς δυσκολίας, είν' εξυπνοτάτη κωμωδία. Αι γυναίκες, συναγόμεναι κατά την εορτήν των θεσμοφορίων, όπου οι άνδρες δεν εγίνοντο δεκτοί, συσκέπτονται πώς να τιμωρήσωσι τον Ευριπίδην, διότι παρέστησεν επί της σκηνής ελεεινάς γυναίκας. Ο Ευριπίδης μανθάνει το σχέδιον και πείθει τον πενθερόν του Μνησίλοχον να εισέλθη μετημφιεσμένος εις την συνεδρίαν και να τον υπερασπίση. Ο παρείσακτος ανακαλύπτεται και παραδίδεται εις τον «Σκύθην τοξότην», τον αστυφύλακα, αλλ' εν τέλει δραπετεύει τη βοηθεία του γαμβρού του. Ο Ευριπίδης τραγωδεί στίχους των τραγωδιών του και ο δεσμώτης πράττει το αυτό, μεν μέχρις ού εξαπατάται ο Τοξότης. Η κωμωδία εδιδάχθη δύο φοράς κατά διαφόρους εκδόσεις.

Κατά τα ολίγα κατόπιν έτη εδιδάχθησαν αι * Λήμνιαι περί της νέας εν Πειραιεί λατρείας της «μεγάλης θεού» ως έλεγε την Βένδιν ο *Γηρυτάδης, έχων όμοιον σχέδιον προς τους Βατράχους, και αι *Φοίνισσαι, καθαρά παρωδία· — άλλη αυτή — της ομωνύμου τραγωδίας του Ευριπίδου. Ο δε * Τριφάλης εστρέφετο κατά του Αλκιβιάδου, εγγίζων βεβαίως τον ιδιωτικόν του βίον, πιθανώς δε και τον δημόσιον. Αν αληθεύη τούτο, ο *Τριφάλης ήτο η τελευταία ηχώ της πολιτικής κωμωδίας του πέμπτου αιώνος, την οποίαν ο κόσμος, στερούμενος αρκετής παρρησίας, ουδέποτε πλέον ηδυνήθη ν' ανασυστήση.

Ο θάνατος του Ευριπίδου κατά τα 406 ενέπνευσεν εις τον Αριστοφάνη την ιδέαν να γράψη ολόκληρον κωμωδίαν, τους Βατράχους, περί της διαφοράς μεταξύ της ποιήσεως των παιδικών του χρόνων και της λεγομένης μεν νέας, πράγματι δε τότε ταχέως εκπνεούσης. Ο μεν Αισχύλος και ο Ευριπίδης ήσαν νεκροί, ο δε Σοφοκλής έκλινε προς τον τάφον, ο δε Αγάθων είχεν αποσυρθή εις την Μακεδονικήν αυλήν. Ο προστάτης του δράματος θεός, ο Διόνυσος, ευρίσκει ανυπόφορον την ζωήν μετά τοιούτων «μειρακυλλίων», οποίοι ήσαν οι απομένοντες ποιηταί. Αποφασίζει λοιπόν να καταβή εις τον Άδην και ν' ανακαλέση τον Ευριπίδην. Αφού φθάνει εκεί — αι καθ' οδόν περιπέτειαί του μετημφιεσμένου εις Ηρακλή, αλλά τελείως αναξίου της λεοντής, είναι των αστειοτάτων επινοιών του Αριστοφάνους — ευρίσκει ότι ο Ευριπίδης δεν ήτο μόνος· υπήρχε και ο Αισχύλος και η θέσις του ήτο δύσκολος. Οι δύο διεφιλονίκουν ήδη περί της τιμητικής θέσεως. Ο θάνατος του Σοφοκλέους θα συνέβη ότε ακόμη εγράφετο η κωμωδία· έπρεπε λοιπόν να μνημονευθή και εκείνος, αλλά και να μη παρασταθή ως επιθυμών να επιστρέψη εις την γην· περί δε του Ιοφώντος ο Διόνυσος προσποιείται ότι περιμένει να ιδή τι έργα θα γράψη τώρα χωρίς της βοηθείας του πατρός του· όθεν η ποίησίς του δεν επικρίνεται, ουδέ παρωδείται. Κατά την άφιξιν του Διονύσου συμβαίνει μακρά λογομαχία μεταξύ Αισχύλου και Ευριπίδου. Τούτο φαίνεται θέμα σχολαστικόν και απορεί κανείς πώς οι Αθηναίοι ηδύναντο να κάθωνται και να ακούωσιν επί ώρας δραματικήν κριτικήν αντί κωμωδίας. Η αλήθεια όμως είναι ότι αύτη κάμνει και νεώτερον αναγνώστην να καγχάζη. Περί των επικρίσεων των δύο ποιητών δύναται καθόλου να είπη τις ότι αι μεν παρωδίαι είναι θαυμάσιαι, αι δε κριτικαί παρατηρήσεις παιδαριώδεις (272). Διότι ο Αριστοφάνης εννοεί τα πάντα μετά μοναδικής οξύτητος, αλλά δεν ηξεύρει πώς να τα ονομάση ή να τα εκφράση, όπως έπραξε π.χ. ο Αριστοτέλης. Αλλ' η μεταξύ των δύο τραγικών εκλογή ήτο δύσκολος· «ο μεν σοφώς γαρ είπεν, ο δ' έτερος σαφώς», λέγει ο Διόνυσος, έπειτα δε στιγμιαίως αποφασίζει·

η γλώττ' ομώμοκ' Αισχύλον δ' αιρήσομαι.

Σφάλμα δ' όμως είναι να θεωρηθή το έργον ως απλή διακωμώδησις του Ευριπίδου (273).

Ακολουθεί πάλιν άλλο μέγα κενόν πριν εύρωμεν κατά τα 392 την πενιχροτέραν του Αριστοφάνους κωμωδίαν, τας Εκκλησιαζούσας. Κατ' αρχάς φαίνεται ως παρωδία των περί κοινοκτημοσύνης και καταργήσεως της οικογενείας διδασκαλιών του Πλάτωνος εν τω Ε' της Πολιτείας. Αλλ' αι χρονολογίαι δεν επιτρέπουσι την εικασίαν ταύτην. Είναι δ' όμως, εννοείται, πιθανώτατον ότι ο Πλάτων είχεν ήδη εκφράσει τοιαύτας τινάς θεωρίας διά λόγων ή διαλέξεων πριν να τας εκθέση εγγράφως. Αλλ' αι βάσεις είναι πολύ διάφοροι. Ο μεν Πλάτων θέλει και τα δύο φύλα ίσα· ο δε Αριστοφάνης αφαιρεί τα πολιτικά δικαιώματα των ανδρών. Το σύστημα του γάμου είναι όλως διάφορον· η κοινοκτημοσύνη και απλοποίησις της ζωής ήσαν ίσως φιλικαί παρωδίαι του Πλάτωνος, αλλ' ο Αριστοφάνης βεβαίως θ' απέστεργε την σκληραγωγίαν και την υπερβολικήν εγκράτειαν. Αι Εκκλησιάζουσαι έχουσιν ευρύτερον της Λυσιστράτης θέμα, αλλά είναι πολύ χαλαρωτέρα κωμωδία.

Ο Πλούτος (388 π. Χ.) είναι η τελευταία των σωζομένων κωμωδιών του Αριστοφάνους και διαφέρει πολύ των άλλων· διότι δεν έχει γνωστά πρόσωπα, δεν έχει πολιτικά και δεν έχει παράβασιν· δηλαδή πράγματι ανήκει όχι εις την αρχαίαν, αλλ' εις την μέσην κωμωδίαν, ήτοι την μετάβασιν εις την καθαράν κωμωδίαν των ηθών. Στηρίζεται ακόμη επί είδους υποθέσεως, όπως οι Όρνιθες και οι Αχαρνής. Ο Πλούτος είναι τυφλός θεός· εάν ήτο δυνατόν να πιασθή και να θεραπευθή υπό καλού ιατρού ή εντός θαυματουργού ναού, τι νέος κόσμος! Αι κύριαι της κωμωδίας γραμμαί διαγράφουσι την εκτύλιξιν της ιδέας ταύτης. Αλλά τα νέα χαρακτηριστικά διαφαίνονται επί πολλών λεπτομερειών· έχομεν τον κωμικόν δούλον, τον Καρίωνα, αναιδή, πανούργον, αλλ' απαραίτητον, ο οποίος παίζει σπουδαιότατον μέρος εν ταις κωμωδίαις του Μενάνδρου και του Τερεντίου, έχομεν δε και τον φίλον του ήρωος Βλεψίδημον διαγραφόμενον ως εντελή χαρακτήρα. Μανθάνομεν ότι δύο νεωτέρας του κωμωδίας τον *Αιολοσίκωνα και τον *Κώκαλον, έδωκεν ο Αριστοφάνης εις τον υιόν του Αραρότα διά ν' αρχίση το στάδιόν του. Σίκων είναι όνομα μαγείρου· φαίνεται δε ότι ο *Αιολοσίκων παρίστανε τον θεόν των ανέμων μαγειρεύοντα. Ο δε *Κώκαλος είχεν, ως αι πλείσται νέαι κωμωδίαι, υπόθεσιν όχι κωμικήν, αλλά ερωτικήν μετά πανουργίας και αναγνωρισμού.

Ο Αριστοφάνης είναι αναμφιβόλως μεγαλοφυής ποιητής. Ίσως η σύνεσις της πολιτικής του, η περί ζωής καθόλου φιλοσοφία του και προ πάντων ο «sittliche Ernst» τον οποίον οι θαυμασταί του ανευρίσκουσιν εις την κατά των ελαττωμάτων των αντιπάλων του επίθεσιν, δύναται να αμφισβητηθή. Ημείς παραδεχόμεθα προσέτι ότι πολλάκις επολέμησεν ό,τι κάλλιστον υπήρχε τότε, ή υπερήσπισεν αυτό διά λόγους ταπεινούς· παραδεχόμεθα ότι αι βωμολοχίαι του υπερβαίνουσι παν όριον, και ότι κατά κανόνα στηλιτεύει μόνον τους πτωχούς και τους ηγέτας τούτων· αλλ' όμως γράφει πάντα ταύτα με τόσην πλησμονήν ευθυμίας, τόσην ένδειξιν, ότι τα πάντα είναι κωμικά, τόσην οξύτητα και ευφυίαν, τόσην απαράμιλλον ευστοχίαν και χάριν ύφους, ώστε και αν Αρχέλαός τις παρέδιδεν αυτόν εις τον Ευριπίδην προς μαστίγωσιν, πιθανώτατα θα διέφευγε την όχι όλως άδικον ποινήν. Αλλά το κύριον ίσως χαρακτηριστικόν του ποιητού τούτου είναι ο συνδυασμός της δριμυτάτης κωμικότητος αφ' ενός και της λεπτοτάτης ποιήσεως αφ' ετέρου. Βεβαίως τα λυρικά του κομμάτια είναι κατεσπαρμένα και πολλάκις αλάξευτα· ο δε παραβάλλων αυτά προς τα χορικά του Σοφοκλέους και του Ευριπίδου δεικνύει κριτικήν απειρίαν. Αλλ' η μεγαλοφυία είναι φανερά και αν η επεξεργασία λείπη.

Και περί της οικονομίας των έργων του δεν εφρόντιζε πολύ ο Αριστοφάνης· αλλ' όμως έχει τόσην δύναμιν και χάριν, ώστε κάμνει και τας κωμικωτάτας επινοίας πιθανάς. Η ασεμνολογία του αφ' ενός μεν απορρέει αναμφιβόλως εκ της Ελληνικής αφελείας, η οποία ήτο αποτέλεσμα απλού και απροσποιήτου βίου· αφ' ετέρου δε δύναται να λεχθή ότι δεν εγίνετο σκοπίμως. Διδακτικόν είναι ότι ο Πλάτων ηγάπα τον Αριστοφάνη· τα πολιτικά των φρονήματα πιθανώτατα ήσαν σύμφωνα· αλλ' αν αληθεύη το λεγόμενον, ότι ο Πλάτων συνέστησεν εις τον Διόνυσον των Συρακουσών ν' αναγνώση τους Ιππέας, διά να ίδη πώς ήσαν τα πολιτικά πράγματα των Αθηνών, βεβαίως μόνον την παρρησίαν ήθελε να επιδείξη. Ο εν τω Συμποσίω λόγος του κωμωδού δεικνύει τον βαθύτερον σύνδεσμον των δύο μεγάλων ηγεμόνων της φαντασίας. Αλλά μόνον οι σύγχρονοί του ηδύναντο ν' ανέχωνται τας κωμωδίας του Αριστοφάνους. Η δ' επομένη γενεά ήθελε περισσοτέραν λεπτότητα και διαγραφήν χαρακτήρων, περισσοτέραν πλοκήν και αίσθημα και βάθος. Τοιούτον ποιητήν ηύρε τον Μένανδρον. Βεβαίως οι γραμματικοί της Αλεξανδρείας ήταν αρκετά φιλάρχαιοι, ώστε ν' αγαπώσι την αρχαίαν κωμωδίαν· διότι έβριθεν ειδήσεων περί πραγμάτων παλαιών, ήτο δύσκολος και ανήκεν όλως διόλου εις το παρελθόν· εσπούδαζον λοιπόν τον Αριστοφάνη περισσότερον παρά πάντα άλλον ποιητήν πλην του Ομήρου. Αλλ' οι μεταγενέστεροι εύρισκον αυτόν παραπολύ πικρόν, εριστικόν και βίαιον. Η περίεργος κριτική του Πλουτάρχου, συγκρίνοντος αυτόν προς τον Μένανδρον, ομοιάζει με περιγραφήν αρρώστου περί σφοδρού ανέμου (274). Την σήμερον ο Αριστοφάνης έχει την δύναμιν να εξεγείρη όσον ο Όμηρος, ο Αισχύλος και ο Θεόκριτος, αμέσως το διαφέρον και την αγάπην σχεδόν οιουδήποτε αναγνώστου (275).

Εκ των άλλων αρχαίων κωμικών, των συγχρόνων σχεδόν του Αριστοφάνους, (πλην των ανωτέρω μνημονευθέντων) διεκρίνοντο ο Αμειψίας, γράψας πλην του Κόννου και των Κωμαστών Σαπφώ και άλλα (παρά Meineke σ. 263-9 και Kock I σ. 670-8) ο Άρχιππος γράψας πλην των Ιχθύων, Αμφιτρύωνα, Ηρακλέα κλ. (Meineke σ. 269-76· Kock I σ. 679-89), ο Καλλίας γράψας Αταλάντην και Κύκλωπας (Meineke σ. 279-83· Kock I σ. 693-99) ο Σράττις γράψας Μήδειαν, Φιλοκτήτην, Φοινίσσας κλ. (Meineke σ. 290-303 σ. Kock σ. 711-733), ο Θεόπομπος, γράψας Άδμητον, Θησέα, Οδυσσέα, Πανταλαίωντα (Meineke σ. 30-16 Kock σ. 733-56) και ο Φιλύλλιος, γράψας Αιγέα, Αύγηνι (Ναυσικάαν κλ.) (Meineke σ. 331-4 και Kock σ. 781-89). Ούτως οι πλείστοι επραγματεύοντο θέματα μυθολογικά κατά τρόπον κωμικόν, παρωδούντες τους επικούς και τους τραγικούς]

ΙΔ'

ΠΛΑΤΩΝ